Αποχαιρετώντας τη γενιά των μπέϊμπι μπούμερ

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Τον Μάρτιο του 2018, το αμερικανικό Κέντρο Έρευνας Pew ανανέωσε τους ορισμούς τους για το ποιος ανήκει και τελικά προσμετράται  σε κάθε γενιά. Αλλά ποιος αποφασίζει τελικά πως ονομάζονται αυτές οι γενιές, αν φυσικά παίρνουν ένα όνομα, διερωτώνται πολλοί; Παραδόξως, δεν υπάρχει κάποιος σχετικός, ούτε βεβαίως φανταστικός, κατάλογος  απ’  όπου επιλέγονται αυτά τα ονόματα. Αντ’  αυτού, οι γενιές συχνά λαμβάνουν πολλαπλά ονόματα από τα οποία στο τέλος και σε βάθος κάποιων δεκαετιών  μένει, μάλλον, ένα. Αν και δεν είναι σαφές ποιο όνομα θα προτιμηθεί για τη σημερινή γενιά, τα παλαιότερα ονόματα που δόθηκαν σε διάφορες προηγηθείσες γενιές, είναι σήμερα γνωστά σε μεγάλο βαθμό και ευρεία αποδοχή. Οι «μπέϊμπι μπούμερ» (baby boomers, επίσης γνωστοί ως boomers), είναι η δημογραφική ομάδα των ατόμων  που γεννήθηκαν μεταξύ 1946 και 1964. Είχε προηγηθεί, χρονικά, η  «Αθόρυβη Γενιά» (Silent Generation) με τα άτομα που γεννήθηκαν μεταξύ του 1928 και του  1945, ενώ την ακολούθησε  αργότερα η  «Γενιά Χ» (Generation X), στην οποία   ανήκουν τα άτομα που γεννήθηκαν μεταξύ 1965 και 1980. Στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι «boomers» συνδέονται ευρέως με τα προνόμια και δικαιώματα, καθώς πολλοί μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αυξανόμενης ευημερίας εξαιτίας εν μέρει των εκτεταμένων κυβερνητικών επιδοτήσεων στη μεταπολεμική περίοδο σε θέματα   στέγασης και εκπαίδευσης. Η γοητεία αυτού του παλαιού  τύπου συγκρότησης της κοινωνίας, για όσους ανήκουν στην ομάδα των «μπέϊμπι μπούμερ»  έγκειται στην ικανότητά του να φέρει μπροστά μια δομημένη οπτική για τον κόσμο, μέσα στον οποίο οι παραδοσιακές αξίες, όπως  έθνος, θρησκεία, οικογένεια, πρόοδος, εργατικότητα, κ.ά., εγγυώνται την αλήθεια και τη διαχρονικότητα.

Ως ομάδα, οι «μπέϊμπι μπούμερ» ήταν πλουσιότεροι, πιο δραστήριοι και περισσότερο ικανοί σωματικά από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά και ήταν οι πρώτοι που μεγάλωσαν πραγματικά περιμένοντας τον κόσμο να βελτιωθεί με το πέρασμα του  καιρού.  Ήταν, ωστόσο,  η γενιά που έφτασε σε κορυφαία επίπεδα εισοδήματος στο χώρο εργασίας και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να απολαύσει τα οφέλη από τα άφθονα τρόφιμα που υπήρχαν στη διάθεσή τους, τα ακριβά είδη ένδυσης, τα ευέλικτα προγράμματα συνταξιοδότησης και ακόμη να αντιμετωπίσει ικανοποιητικότερα την κρίση της μέσης ηλικίας (midlife-crisis). Η εν λόγω  κρίση της μέσης ηλικίας είναι μια μετάβαση της ταυτότητας και της αυτοπεποίθησης που μπορεί να εμφανιστεί σε μεσήλικα άτομα, τυπικά 45-64 ετών. Το φαινόμενο περιγράφεται από τους επαΐοντες ως μια ψυχολογική κρίση που προκαλείται από γεγονότα και χαρακτηριστικά που επισημαίνουν ή υπαινίσσονται την αυξανόμενη ηλικία ενός ατόμου, την αναπόφευκτη θνητότητα και ενδεχομένως τις ελλείψεις των ατομικών επιτευγμάτων στη ζωή, όπως τουλάχιστον ονειρεύτηκαν κάποτε και επιθυμούσαν σφόδρα να πραγματοποιήσουν. Αυτό μπορεί να προκαλέσει συναισθήματα κατάθλιψης, τύψεις και άγχος, ή επιθυμία να επιτύχουν κάποιου βαθμού «νεανικότητα» ή να κάνουν δραστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους. Η γενιά αυτή, πάντως, επικρίθηκε συχνά για τον αυξημένο καταναλωτισμό της που άλλοι θεωρούσαν ως υπερβολικό. Οι «μπούμερ» πάντοτε είχαν και έχουν ακόμα την τάση να σκέφτονται τον εαυτό τους ως μια ειδική γενιά, πολύ διαφορετική από τις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές.

Στη δεκαετία του 1960 και του 1970, καθώς ένας σχετικά μεγάλος αριθμός νέων εισέρχονταν  στα τέλη της εφηβείας τους,  δημιούργησαν μια πολύ συγκεκριμένη ρητορική γύρω από τη ομάδα τους και τις αλλαγές που προκάλεσαν στην ευρύτερη κοινωνία.  Αυτή η ρητορική είχε σημαντικό αντίκτυπο στην αντίληψη των «μπούμερ»  για τον εαυτό τους, καθώς και την τάση τους να ορίζουν τον κόσμο από την άποψη των γενεών, που ήταν ένα σχετικά νέο φαινόμενο. Ο όρος «baby boom» αναφέρεται στην αισθητή αύξηση του ποσοστού γεννήσεων. Αυτή ακριβώς η  μεταπολεμική αύξηση του πληθυσμού, περιεγράφηκε από διάφορους δημοσιογράφους των εφημερίδων ως έκρηξη. Έτσι, το αμερικανικό Κέντρο Έρευνας Pew, όρισε ως «μπέϊμπι μπούμερ»  (baby boomers) όσους γεννήθηκαν  από το 1946 έως το 1964, κάτι το οποίο υιοθέτησε και το Γραφείο της Απογραφής των Ηνωμένων Πολιτειών, ορίζοντας όμως έτσι, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς,  εκείνους που γεννήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στο προαναφερθέν χρονικό διάστημα, καθώς και το Αυστραλιανό Γραφείο Στατιστικής.

Στις Η.Π.Α., ετούτη η γενιά μπορεί να χωριστεί σε δύο υποομάδες. Στην πρώτη όπου ανήκουν όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1946 και 1955, αυτοί δηλαδή που μεγάλωναν κατά την εποχή του πολέμου του Βιετνάμ, και το άλλο μισό της γενιάς, που γεννήθηκε, λίγο μετά, μεταξύ 1956 και 1964. Διάφοροι συγγραφείς, βεβαίως,  έχουν οριοθετήσει την περίοδο του «baby boom» με κάπως διαφορετικό τρόπο ο οποίος όμως δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές και αποκλίσεις από τον κλασσικό που περιεγράφηκε πριν. Σημειώνεται, όμως απ’ όλους,  ότι εκείνοι που γεννήθηκαν στα χρόνια λίγο πριν από την πραγματική έκρηξη των γεννήσεων, ήταν συχνά εκείνοι οι άνθρωποι που επηρέασαν περισσότερο απ’ όλους τους «boomers»,  όπως οι The Beatles, ο Bob Dylan και οι Rolling Stones, καθώς και ορισμένοι συγγραφείς όπως ο Jack Kerouac και ο Allen Ginsberg, οι οποίοι, όπως είπαμε,  ήταν είτε λίγο ή πολύ μεγαλύτεροι από την γενιά των «boomer» στην οποία αναφερόμαστε. Αν μετακομίσουμε, τώρα, στην απ’ εδώ πλευρά του Ατλαντικού, διαβάζουμε πως στο έτος 2004, οι Βρεττανοί  «baby boomers» κατείχαν περίπου το 80% του πλούτου του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως αναφέρθηκε στην ιστοσελίδα του BBC, στις  16 September, 2004. Κάποιες στατιστικές παράλληλα με όλα αυτά, δείχνουν ότι μέχρι το 2020, το ένα τέταρτο περίπου  των εργαζομένων, στις Η.Π.Α., θα είναι τουλάχιστον 55 ετών. Οι «μπέϊμπι μπούμερ» άρχισαν να είναι η μεγαλύτερη δημογραφική ομάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μια περίοδος που οδήγησε σε μια μακρόχρονη τάση της ταχείας αύξησης των εισοδηματικών ανισοτήτων. Μια άλλη έρευνα διαπίστωσε ότι σχεδόν το ένα τρίτο των πολυεκατομμυριούχων «μπέϊμπι μπούμερ» στις Ηνωμένες Πολιτείες θα προτιμούσαν να μεταβιβάσουν την κληρονομιά τους σε φιλανθρωπικές οργανώσεις και όχι στα παιδιά τους, με το επιχείρημα ότι  είναι σημαντικό για κάθε γενιά να κερδίζει μόνη, με τον κόπο της, τα δικά της χρήματα, ενώ την ίδια στιγμή πίστευε πως   ήταν  σημαντικότερο να επενδύσουν στα παιδιά τους τη στιγμή που  αυτά μεγάλωναν.

Οι «μπούμερ» μεγάλωσαν σε μια περίοδο δραματικών κοινωνικών αλλαγών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αλλαγή αυτή σηματοδότησε μια γενιά με έντονη πολιτισμική διάσπαση, ανάμεσα στους υποστηρικτές της αλλαγής και των πιο συντηρητικών ατόμων. Αρχίζοντας τη δεκαετία του 1980, οι «boomers»   έγιναν πιο συντηρητικοί, πολλοί από τους οποίους εξέφραζαν τη λύπη τους για τις πολιτιστικές αλλαγές που έφεραν στη νεολαία. Το 1993, το περιοδικό Time αναφέρθηκε στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των «μπέϊμπι μπούμερ», όπου φαίνεται πως οι μισοί περίπου από αυτούς είχαν απομακρυνθεί από την επίσημη  θρησκεία τους. Η πρώτη γενιά των «boomers»  μεγάλωσε ταυτόχρονα σε ολόκληρο τον κόσμο, βιώνοντας  γεγονότα όπως η άνοδος των Μπητλς, το σημαδιακό γεγονός στο  Γούντστοκ,  τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ή για τους Αμερικανούς να πολεμήσουν και πολλοί απ’ αυτούς να πεθάνουν στον  πόλεμο αυτό, στα μακρυνά ασιατικά χώματα. Σε άλλες χώρες, έγινε περίπου το ίδιο με κάποιες φυσικά ιδιαιτερότητες, όπως για παράδειγμα στην Ινδία που αναζήτησαν νέες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Στις ΗΠΑ, οι πρώτοι απ’ αυτούς ήταν οπαδοί κυρίως των Δημοκρατικών, ενώ αργότερα κατέληξαν στους Ρεπουμπλικάνους.  Οι πρώτοι  «μπέϊμπι μπούμερ» διαπίστωσαν ότι η μουσική τους, κυρίως rock and roll, ήταν μια άλλη εμβληματική έκφραση της ταυτότητας της γενιάς τους. Ήταν η εποχή κατά την οποία τα ραδιόφωνα τρανζίστορ διαδίδονταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Στη Δύση,  οι «μπέϊμπι μπούμερ» αποτελούσαν την πρώτη γενιά που μεγάλωνε με την τηλεόραση.

Αξιοσημείωτα γεγονότα που σημάδεψαν τα χρόνια τους ήταν  ο Ψυχρός Πόλεμος, η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα, οι δολοφονίες του Τζων  Κέννεντυ (1963), του Ρόμπερτ Κέννεντυ (1968)   και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (1968),     πολιτικές αναταραχές, το περπάτημα του ανθρώπου στο φεγγάρι, το ρίσκο της στρατιωτικής θητείας κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, οι αντιπολεμικές διαμαρτυρίες, τη σεξουαλική ελευθερία, τα ναρκωτικά, το Κίνημα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το περιβαλλοντικό κίνημα, το γυναικείο κίνημα, το φεστιβάλ του Γούντστοκ, και τόσα άλλα που άφησαν το στίγμα τους.  Από το 1998, οι «μπούμερ» ως γενιά, είχαν την τάση να αποφεύγουν συζητήσεις και να κάνουν μακροπρόθεσμο προγραμματισμό για την εγκατάλειψή τους, ή και το θάνατο. Ωστόσο, από το 1998 ή ίσως λίγο νωρίτερα, υπήρξε ένας αυξανόμενος διάλογος σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης των ζητημάτων της γήρανσης, καθώς  και του θανάτου. Οι άνθρωποι συχνά θεωρούν δεδομένο ότι κάθε επόμενη γενιά θα είναι καλύτερη από αυτή που προηγείται. Όταν η «Γενιά Χ» (Generation X), δηλαδή όσοι γεννήθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και ήρθε στο προσκήνιο λίγο μετά τους «μπούμερ» , θα ήταν η πρώτη γενιά που θα απολάμβανε χαμηλότερη ποιότητα ζωής συγκριτικά πάντα με  την προηγούμενη γενιά.

Κάποια από τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία, απεικονίζονται καλύτερα σε χώρες που βρίσκονται σχεδόν καθημερινά στο προσκήνιο της ειδησεογραφίας. Οι Ντόναλντ  Τραμπ (1946- ), ο Βλαντίμιρ Πούτιν (1952), ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (1954- ), ακόμα και ο Νικολάς Μαδούρο (1962- ), εμπίπτουν σαφώς στην προαναφερόμενη κατηγορία των «μπούμερ». Τα καθεστώτα των προαναφερόμενων πολιτικών προτάσσουν και έχουν ψηλά την εμφανή αντίθεσή τους σε ότι καινούργιο προβάλλει στον ορίζοντα, και κυρίως στις αξίες της δρομολογούμενης φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, προτείνοντας παράλληλα την παλινόρθωση των συντηρητικών αξιών με τις οποίες είχε μεγαλώσει η γενιά τους, το πλέγμα εκείνο των γνώριμων σε αυτούς αξιακών συστημάτων μέσα στον ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο που έρχεται ταχύτατα και ήδη άρχισε να εγκαθίσταται. Η επόμενη γενιά, η «Γενιά Χ» (Generation X), στην οποία   όπως  είπαμε ανήκουν τα άτομα που γεννήθηκαν μεταξύ 1965 και 1980, κατατάσσει την προσκόλληση αυτή σε μια παρωχημένη μορφή κοινωνίας. Αυτά τα χαρακτηριστικά των αξιών της γενιάς των «μπέϊμπι μπούμερ», είχαν ως αποτέλεσμα την έκρηξη  φανατισμών, αλλά παρείχαν την ίδια στιγμή ένα είδος πολύπλευρης σταθερότητας στα άτομα, κάτι που τα κάνει ακόμα ελκυστικά. Οι πολιτικοί ηγέτες της γενιάς των «μπέϊμπι μπούμερ» όπως φαντάζουν στα μάτια μας, σήμερα, δείχνουν να αποτελούν σύμβολα και να ανήκουν σε ιδέες και τάσεις που βρίσκονται χρονικά πίσω, στο μακρυνό παρελθόν. Εκπροσωπούσαν την ασφάλεια της παραδοσιακής οικογένειας, τον καθορισμό των φύλων, κι’ όλα αυτά απέναντι σε ότι ερχόταν να διαταράξει την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, με αντίτιμο όμως μια σε άλλοτε άλλο βαθμό  απώλεια προσωπικών ελευθεριών.

Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, εμφανίζεται μια τάση εγκατάλειψης στα συστήματα των παραδοσιακών αξιών, ενώ παράλληλα κάνει την εμφάνισή του και δείχνει να υιοθετείται από αρκετές κοινωνίες ένα καινούργιο, περισσότερο  φιλελεύθερο μοντέλο συγκρότησης και διακυβέρνησης του κόσμου. Οι καινούργιοι πολιτικοί ηγέτες που αναδύονται στη Δύση, διστάζουν να προτείνουν στους ψηφοφόρους τους συγκεκριμένες υποδείξεις και προτάσεις, με την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με τους γενικούς, κατά κύριο λόγο, αλλά  και κάποιους ειδικούς κανόνες συνύπαρξης που απορρέουν από την κοινή λογική. Η απερχόμενη, σε μεγάλο βαθμό, γενιά των «μπούμερ», φυσικά, λανσάρει απεγνωσμένα απέναντι στη φιλελευθεροποίηση τον γνωστό παλιό τύπο διάρθρωσης του κόσμου που τόσο καλά γνωρίζει και με τον οποίο είναι εξοικειωμένη. Οι αναπόφευκτες συγκρούσεις των δύο συστημάτων διακυβέρνησης, απορρέουν  και φυσικά από εκείνες τις γενιές,  από τη μετάβαση της εξουσίας από τα παραδοσιακά στα πιο φιλελεύθερα μοντέλα. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, του Βλαντίμιρ Πούτιν στη Ρωσία, του  Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη διπλανή μας Τουρκία, αποτελούν τα χαρακτηριστικότερα ίσως παραδείγματα σε διεθνές επίπεδο.

Το πεδίο της σύγκρουσης ανάμεσα στις γενιές, και ειδικά εκείνο που αφορά τη μετάβαση της εξουσίας από τη  γενιά των «μπέϊμπι μπούμερ»  (baby boomers, γεν. μεταξύ 1946 και 1964) στην επόμενη «Γενιά Χ» (Generation X, γεν. μεταξύ 1965 και 1980), ή και ακόμα στους «millenials» ή παιδιά της χιλιετίας (γεν. μεταξύ 1981 και 1996) και στην «Γενιά Ζ» (Generation Z, γεν. μετά το 1997), είναι πεδίο πρόσφορο για ανελέητο σχολιασμό με την ανάλογη ειρωνική διάθεση  ανάμεσα στα κοινωνικά δίκτυα, χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Πρόεδρος Τραμπ,  με τα οποία τόσο καλά εξοικειωμένες δείχνουν οι επόμενες γενιές, συγκριτικά πάντα βέβαια με τις προηγούμενες. Στους «μπέϊμπι μπούμερ», όμως, πρέπει να αποδοθεί το γεγονός ότι κατάφεραν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο να  διατηρήσουν την ειρήνη στον δυτικό κόσμο, παρά τη μακροχρόνια ένταση του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις δυό υπερδυνάμεις εκείνης της εποχής. Όμως τους προσάπτουν τις κατηγορίες ότι δημιούργησαν πολλαπλά προβλήματα στο περιβάλλον με την προϊούσα οικολογική καταστροφή της οποίας τα αποτελέσματα γίνονται ορατά και αισθητά ολοένα και συχνότερα με δραματικό τρόπο, την κοινωνία και την οικονομία, τα  οποία τώρα   αυτοί  θα βρουν   μπροστά τους και θα είναι αναγκασμένοι να επιλύσουν. Οι πολλαπλές ακτιβιστικές ενέργειες νεαρών ατόμων εμπίπτουν σαφώς σε αυτή την κατηγορία αντίδρασης των νεότερων των «μπούμερ» γενεών. Σε αρκετές χώρες, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η δική μας, η παράδοση των σκήπτρων από τη γενιά των «μπέϊμπι μπούμερ», έχει ήδη  συντελεσθεί.  Η «γενιά του Πολυτεχνείου», σε εμάς, όπως παραδοσιακά αποκαλείται, είναι στην ουσία το αντίστοιχο των «boomers», για τον ελληνικό χώρο. Η γενιά αυτή βίωσε τους σκληρούς αγώνες για την πτώση της επτάχρονης δικτατορίας, την ξένη εισβολή, την  καταστροφή και τον διαμελισμό της Κύπρου, αλλά ταυτόχρονα είδε τον ορίζοντα μπροστά της ελπιδοφόρα ανοιχτό.

Όλοι όσοι απ’ αυτούς είχαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ανάμιξη στις πολιτικές διεργασίες και τεκταινόμενα  για αρκετές δεκαετίες, γεννήθηκαν μεταξύ των ετών 1946 και 1964. Πολλοί απ’ αυτούς αναμίχθηκαν ενεργά με την πολιτική, αρκετοί εξαργύρωσαν τους όποιους αγώνες με τρανταχτές καριέρες, στη συνέχεια, μεγάλο ποσοστό ακολούθησε πιστά τις ακτίνες του ανατέλλοντος σοσιαλιστικού ήλιου, και εν τέλει σεβαστό μέρος τους προκάλεσε πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα, μπήκε σε φυλακές, ενώ εκκρεμούν ακόμα πολλά, χωρίς όμως διάθεση από κανέναν να συνεχίσει την έρευνα σε μεγαλύτερο βάθος.   Υπάρχει σαφέστατα ένας εμφανής παραλληλισμός των τεκταινομένων  στη χώρα μας με όλα όσα λαμβάνουν χώρα στο διεθνές στερέωμα, όσον αφορά  την ηγεσία των πολιτικών κομμάτων μετά την αποχώρηση των ελληνικών «boomers», αφού αμφότεροι οι πολιτικοί των τελευταίων βασικών κυβερνητικών σχημάτων, δηλαδή οι  Αλέξης Τσίπρας (γεν. 1974 –  ) και Κυριάκος Μητσοτάκης (γεν. 1968- ),  ανήκουν σε νεότερες γενιές  των «μπέϊμπι μπούμερ» γενιές και συγκεκριμένα στην «Γενιά Χ»  σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, όπου όπως ελέχθη ανήκουν όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1965 και 1980.

Σε παγκόσμιο τώρα επίπεδο, μπροστά μας θα βρίσκονται ομάδες κοινωνικές που έως τώρα ήταν απενεργοποιημένες, για διάφορους λόγους,  και  στα μετόπισθεν. Η πολύχρονη πατριαρχική διευθέτηση και η γνωστή παραδοσιακή ανδρική ταυτότητα, δίνουν τη θέση τους σε γυναίκες, σε παιδιά των «boomers»,  σε άλλες κοινωνικές ομάδες και ταυτότητες που αποκλίνουν από τα ισχύοντα μέχρι τώρα. Για τις ΗΠΑ, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, απετέλεσε ένα δείγμα αυτής της αντίστασης στο καινούργιο, με ότι συνεπάγεται αυτό.  Αναμφίβολα η παράδοση της εξουσίας ανάμεσα στις γενιές πάντα δημιουργούσε προβλήματα, αλλά στις μέρες μας φαίνεται πως έχει πάρει χαρακτήρα μαζικό. Το πως και που θα καθιζήσει η αιωρούμενη στην ατμόσφαιρα σκόνη από τις πολυποίκιλες πολιτικές διεργασίες, εντός και εκτός της χώρας,  και τι προβλήματα θα δημιουργήσει στο πολιτικό στερέωμα, αναμένεται φυσικά να το δούμε να ξετυλίγεται προσεχώς μπροστά μας.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here