Του Νίκου Τσούλια

Γραμματέα του Τομέα Παιδείας

του Κινήματος Αλλαγής

 

Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Η αιτιολογία δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση και η συνακόλουθη δημοσιονομική πειθαρχία. Υπάρχει αδιαφορία της πολιτείας ακόμα και στην απλή στοιχειώδη λειτουργία των σχολείων, ενώ παράλληλα παρατηρείται σοβαρό έλλειμμα στον στρατηγικό σχεδιασμό της στο νέο έντονα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά στις διάφορες χώρες λόγω των αντικειμενικών συνθηκών – με την περίπτωση της Γερμανίας να έχει μεγαλύτερη ανάπτυξη λόγω του μεγάλου αριθμού μαθητών και τις περιπτώσεις των πέραν του Ατλαντικού χωρών να έχει πιο ήπιες μορφές.

Διακρινόταν πάντα σε δύο βασικές μορφές: στα αμιγή ελληνικά σχολεία (στα οποία υπάρχει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της χώρας μας) και στα ενταγμένα στην εκπαίδευση της φιλοξενούσας χώρας τμήματα (στα οποία υπάρχει συμπληρωματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού) – και αυτά διαμορφώνονταν με βάση τις επιλογές των άμεσα ενδιαφερομένων, μαθητών και γονέων αλλά και με τις αντικειμενικές δυνατότητες για κάθε περίπτωση. Η εκπαίδευση αυτή προορίζεται όχι μόνο για μαθητές ελληνικής καταγωγής αλλά και για κάθε μαθητή που θέλει να την παρακολουθήσει.

Η μεταξύ τους σχετική αναλογία κλίνει προϊόντος του χρόνου προς τα ενταγμένα τμήματα, και αυτό οφείλεται κυρίως ότι οι απόφοιτοι των σχολείων προσανατολίζονται για την επαγγελματική τους εξέλιξη περισσότερο προς τη χώρα υποδοχής. Με δεδομένο άλλωστε το φαινόμενο του brain drain στους κόλπους των νέων της Ελλάδας η τάση αυτή γίνεται όλο και πιο ισχυρή.

Οι βασικοί διαχρονικοί στόχοι της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό έχουν εθνικό χρώμα: τη διατήρηση της γλώσσας μας και του πολιτισμού μας στις νέες γενιές και τη διάχυση αυτών των στόχων στο ευρύτερο περιβάλλον των ξένων κρατών. Τώρα μπορεί η Ελλάδα να βρίσκεται σε πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας αλλά έχουν αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό οι νέες τεχνολογίες, που προσδίδουν πρωτόγνωρη δυναμική στους θεσμούς της εκπαίδευσης και της μάθησης. Αλλά η ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας συνολικά στα σχολεία μας είναι στάσιμη από το 2011.

Τέσσερις είναι οι βασικές προκλήσεις της: α) η διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των σχολείων φροντίζοντας ιδιαίτερα την «παρουσία» των εκπαιδευτικών από την αρχή της σχολικής χρονιάς, β) η διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής λαμβάνοντας υπόψη την ευρωπαϊκή ενοποίηση – για την ήπειρό μας -, τον ψηφιακό κόσμο (με τις πολλαπλές δυνατότητές του) και την όλο και πιο έντονη διεθνή συνεργασία μεταξύ των κρατών, γ) η δημιουργία διαφοροποιημένων εκπαιδευτικών πολιτικών, προσανατολισμένων στο εκπαιδευτικό στάτους των χωρών υποδοχής και δ) η συστηματική προαγωγή της ευρωπαϊκής διάστασης της εκπαίδευσης, όσον αφορά τις περιπτώσεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρώτα βήματα για μια σωστή διαμόρφωση εκπαιδευτικής πολιτικής είναι η άρτια χαρτογράφηση του σχετικού εκπαιδευτικού σκηνικού (σχολεία, μαθητές, εκπαιδευτικοί…) και η ανάπτυξη ερευνών για τις τάσεις που υπάρχουν στις ελληνικές κοινότητες για το μέλλον των σχολείων και της εκπαίδευσης γενικότερα. Δυστυχώς ενώ η προσφυγή στην έρευνα – σε αυτή την περίπτωση που το στάτους είναι ιδιαίτερα αχαρτογράφητο – είναι απόλυτα αναγκαία, δεν υπάρχει ούτε καν ως σκέψη στους αρμόδιους θεσμικούς παράγοντες.

Πέραν τούτων, είναι κρίσιμο ζήτημα η εξωστρέφεια των ελληνικών σχολείων στις κοινωνίες των κρατών με την ανάπτυξη μορφωτικών και πολιτιστικών πρωτοβουλιών, καθώς επίσης και η καλλιέργεια της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης γλώσσας στα μη ελληνικά σχολεία. Αλλά μπορεί η ελληνόγλωσση εκπαίδευση του εξωτερικού να υπηρετήσει αυτή την προτεραιότητα όταν είναι παραμελημένη, όταν λείπουν εκπαιδευτικοί ακόμα και για τη διδασκαλία των πανελλαδικώς εξεταζόμενων μαθημάτων στο μεγαλύτερο μέρος της σχολικής χρονιάς;

Ο νέος νόμος του ΥΠΑΙΘ δυστυχώς δεν έθεσε ούτε καν τις βάσεις για την αντιμετώπιση όλων αυτών των ζητημάτων. Οι παρεμβάσεις του έχουν απλά ένα διοικητικό χρώμα – όπως άλλωστε και για την συνολική εκπαίδευση της χώρας μας. Δεν αγγίζουν τα μεγάλα προβλήματα και τις πολλαπλές προκλήσεις της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης του εξωτερικού.

Κι όμως… Είναι επιτακτική εθνική ανάγκη να διαμορφωθεί ένα μακρόπνοο πρόγραμμα γενικής αναβάθμισής της σε ένα διεθνές περιβάλλον, που γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστικό αλλά και πιο εξωστρεφές στους θεσμούς της μάθησης. Ας αναστοχαστούμε και ας προβληματιστούμε.

Πόσο όμορφο είναι να έχουμε ελληνική εκπαίδευση σε πολλές πόλεις της Γερμανίας, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια, στον Καναδά, στις Η.Π.Α., στο Ναϊρόμπι, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία, στην Αυστραλία, στον Λίβανο, στην Κωνσταντινούπολη, στη Ζιμπάμπουε κλπ. Και ακόμα, πόσο σημαντική είναι η ανάπτυξής της για τον απόδημο ελληνισμό και για τη διεθνή παρουσία του ελληνικού πολιτισμού.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here