Από το ανύπαρκτο “success story” σε μια ρεαλιστική συμφωνία

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΕΡΒΑ

Στην πιο κρίσιμη εβδομάδα της εισέρχεται η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους θεσμούς, καθώς όπως όλα δείχνουν στόχος και των δύο πλευρών είναι να υπάρξει, κατ΄αρχήν τουλάχιστον συμφωνία, έως το τέλος Μαίου.

Το επιθυμητό σενάριο για την κυβέρνηση είναι το αργότερο μέχρι την Παρασκευή(στη σύνοδο κορυφής της Ρίγα, 21-22 Μαίου), να έχουν καταλήξει, σε μεγάλο βαθμό οι συνομιλίες, τουλάχιστον σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων προκειμένου να συγκληθεί στις αρχές της άλλης εβδομάδας έκτακτο Eurogroup για να επικυρώσει με πολιτική απόφαση την συμφωνία.

Ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας, μιλώντας στο συνέδριο του Economist δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών, όσσν αφορά τις προθέσεις της κυβέρνησης. «Πρέπει να υπάρξει σύντομα συμφωνία, δεν υπάρχει αμφιβολία», είπε πριν θέσει τους διαπραγματευτικούς όρους του. Και αυτοί οι όροι αφορούν μικρά πρωτογενή πλεονάσματα, καμία μείωση σε μισθούς-συντάξεις, διευθέτηση του χρέους και αναπτυξιακό πρόγραμμα. Οροι που σχετίζονται με την επίτευξη της συνολικής συμφωνίας που θα επιτρέψει στη χώρα να ανασάνει και να προσχωρήσει στην ανάπτυξη.

Ωστόσο, το πρόβλημα ρευστότητας είναι τόσο ασφυκτικό για τη χώρα, με ευθύνη και επιλογή των δανειστών, που οποιαδήποτε παράταση της αβεβαιότητας πέραν του Ιουνίου,  μπορεί να προκαλέσει απρόβλεπτες καταστάσεις(δεδομένων και των υποχρεώσεων μας προς ΔΝΤ που ξεπερνούν το 1,5 δις ευρώ).

Πληροφορίες που ήρθαν στο φως χωρίς να διαψευσθούν από τη κυβέρνηση, έκαναν λόγο για επιστολές του κ. Τσίπρα προς την κ. Κ. Λαγκάρντ του ΔΝΤ, τον κ. Γιούνκερ(Κομισιόν) και τον Ντράγκι(ΕΚΤ) περί αδυναμίας της χώρας να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της χωρίς υλοποίηση της δανειακής σύμβασης καθώς και για ένα τηλεφώνημα του πρωθυπουργού προς τον αμερικάνο υπουργό Οικονομικών Τζάκ Λιού την περασμένη Κυριακή με το ίδιο περίπου περιεχόμενο.

Τελικά μπορεί να βρέθηκαν τα 740 εκατ. Ευρώ για να πληρωθεί το ΔΝΤ, όμως το πρόβλημα ρευστότητας παραμένει. Και προφανώς θα καθορίσει και την περαιτέρω στάση της νεοεκλεγείσας ελληνικής κυβέρνησης.

Το διπλό πολιτικό πρόβλημα του Αλ. Τσίπρα

Τα προβλήματα που καλείται να λύσει ο κ. Τσίπρας, με δεδομένη την οικονομική κατάσταση, είναι διπλό. Αφ ενός, αφορά τη διαχείριση της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους και αφ ετέρου τη διαχείριση της συμφωνίας που φέρεται να επιδιώκει, στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Και τα δύο είναι καθαρά πολιτικά προβλήματα. Και έχουν άμεση συνάφεια με την τακτική και στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η κυβέρνηση για να διατηρήσει τον ηγεμονικό πολιτικό και κοινωνικό ρόλο που απέκτησε με την λαική ετυμηγορία της 25ης Ιανουαρίου.  Ρόλο τον οποίο επιθυμούν διακαώς να της τον αφαιρέσουν ξένοι και εγχώριοι καλοθελητές, με σενάρια τύπου «αριστερής παρένθεσης», ωμούς εκβιασμούς, χρηματοδοτική ασφυξία  και απειλές για «πιστωτικά ατυχήματα».

Η αλήθεια είναι ότι η διαπραγμάτευση για συνολική, βιώσιμη διευθέτηση του ελληνικού προβλήματος, δεν εξαντλείται στους 3 μήνες της νέας διακυβέρνησης, λένε πολιτικοί αναλυτές που γνωρίζουν καλά και τα ευρωπαικά πράγματα. «Θα ήταν άλλωστε αφελής να πιστεύει κανείς ότι μια νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς και να επιβάλει αλλαγή παγιωμένων πολιτικών μέσα σε 100 ημέρες», πρόσθεταν με νόημα.

Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούν στη κυβέρνηση, ότι θα ήταν κρίμα κυριολεκτικά, να αποσβεσθεί το τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης και να μπεί η χώρα στη δίνη ενός «πιστωτικού γεγονότος», κάτω από τους εκβιαστικούς όρους των δανειστών και χωρίς να έχουν εξαντληθεί όλα τα διαπραγματευτικά της όπλα.

Και κυρίως τη στιγμή που όλοι προσδοκούν σύντομα μια συνολική διευθέτηση του ελληνικού προβλήματος και επιστροφή στην ανάπτυξη με λογικές δίκαιης κοινωνικής αναδιανομής.

Οι αναφορές των κυβερνητικών στελεχών σε αμοιβαία επωφελή συμφωνία, σε συνολική συμφωνία-λύτρωση, σε συμφωνία για βιώσιμη, ρεαλιστική λύση με σεβασμό στη λαική εντολή, αντανακλούν την προσπάθεια να υπάρξει έντιμος συμβιβασμός, με αμοιβαίες τακτικές υποχωρήσεις, ώστε να κερδηθεί χρόνος, χρήμα και εν δυνάμει συμμαχίες. Σε κάθε περίπτωση όπως τονίζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, η κυβέρνηση δεν πρόκειται να υπογράψει νέο μνημόνιο, αλλά θέλει να ρυθμίσει το χρηματοδοτικό πρόβλημα στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας μεν τους εταίρους.

Με βάση τα παραπάνω, η επιλογή του δημοψηφίσματος είναι μεν μια δημοκρατική επιλογή και μια δυνατότητα σοβαρή της κυβέρνησης, όμως με βάση τις επείγουσες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας, δεν  φαίνεται να είναι εφικτή χρονικά. Και σε κάθε περίπτωση, εάν υπάρξει ενδεχόμενο δημοψηφίσματος, αυτό θα σημαίνει ότι έχει απομακρυνθεί  η αποδοχή της συμφωνίας.

Το εσωτερικό μέτωπο

Όλα αυτά, ενισχύουν τις διαφορετικές φωνές στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ , από στελέχη που αντιδρούν σε συμφωνία που δεν θα τηρεί τις αμιγείς προεκλογικές δεσμεύσεις του κόμματος.

Η συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη εβδομάδα, η σκληρή κριτική που ασκήθηκε στους χειρισμούς της κυβέρνησης και προσωπικά στον παρόντα αντιπρόεδρος της Γ. Δραγασάκη και μάλιστα από τη Πρόεδρο της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου, δείχνει μια τάση που επικρατεί.

Η κ. Κωνσταντοπούλου σε χθεσινή της συνέντευξη, διευκρίνισε πάντως ότι εμπιστεύεται τον πρωθυπουργό καθώς θεωρεί ότι δεν θα υπογράψει μια συμφωνία που θα παραβιάζει τη δημοκρατία.

Αλλά και άλλες, τάσεις του κόμματος, με αρθογραφία και δηλώσεις στελεχών τους, υποστηρίζουν ότι είναι «επικίνδυνη παγίδα η εμμονή της κυβέρνησης σε πάση θυσία συμφωνία».

Ωστόσο όπως δηλώνει, σε μια έκρηξη πολιτικού ρεαλισμού ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Ν. Φίλης, «όποια συμφωνία φέρει στη Βουλή η κυβέρνηση θα περάσει».  Γιατί όπως εξηγεί δεν πρόκειται να προκαλέσουν οι βουλευτές του πολιτικό πρόβλημα παίζοντας το παιγνίδι αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος.

Διότι, ήδη ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ν,Δ Κυρ. Μητσοτάκης έσπευσε να δηλώσει ότι αν πάνω από 13 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν ψηφίσουν τη συμφωνία(που εννοείται μπορεί να ψηφίσει η ΝΔ), τότε θα υπάρχει πρόβλημα δεδηλωμένης για τη κυβέρνηση, η οποία θα φαίνεται να έχει απολέσει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Ο κ. Μητσοτάκης λέει το αυτονόητο, αλλά πάντα έχει σημασία ποιος και πότε το λέει.

Για όσους ξέρουν καλά τα πως και τα γιατί στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, οι εντάσεις, οι συγκρούσεις εμπεριέχονται στη κουλτούρα συνεργασιών και συλλογικών αποφάσεων που  καθόρισαν την μέχρι τώρα φυσιογνωμία του.

Συμφωνία-λυση υπό πίεση και αναγκαίοι συμβιβασμοί

Η πίεση ρευστότητας όμως που υφίσταται η ελληνική κυβέρνηση, παρατηρούσαν πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές, δεν την βοηθά στην τελική ευθεία της διαπραγμάτευσης, να επιβάλει κάποιους από τους όρους και τις κόκκινες γραμμές της.

Γιατί, ναι μεν φαίνεται να μην υπάρχει αλλαγή επι τα χείρω στα εργασιακά και να παραπέμπονται στο προσεχές, όχι μακρινό μέλλον, οι βαθιές τομές στο ασφαλστικό, ωστόσο η κυβέρνηση και σε αυτά έχει κάνει τους «συμβιβασμούς» της.

Αναγνωρίζοντας ότι το ασφαλιστικό δεν είναι βιώσιμο(Βαρουφάκης στον Economist), δέχεται και συζητά ήδη στο ασφαλιστικό παρεμβάσεις όπως, σαρωτικές ενοποιήσεις ταμείων, περιορισμό των πρόωρων συντάξεων, θέσπιση αντικινήτρων για παραμονή στην εργασία. Το αντάλλαγμα είναι να μην εφαρμοσθεί άμεσα η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος στις επικουρικές, εάν βρεθούν ισοδύναμα έσοδα 326 εκατ. ευρώ για το 2015. Όμως σε αυτή την περίπτωση, το συγκεκριμένο βάρος-έλλειμμα σε ανταπαδοτικές επικουρικές συντάξεις, γίνεται δημοσιονομικό πρόβλημα για το σύνολο των πολιτών.

Στο θέμα των εργασιακών επιδιώκεται ένας συμβιβασμός μέσω της έναρξης διαβούλευσης για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων-συμβάσεων με ενεργό συμμετοχή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας(ILO) και σταδιακή επαναφορά του κατώτατου μισθού. Το ερώτημα εδώ είναι θα προωθηθεί στη Βουλή το έτοιμο νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας που προβλέπει πληρη επαναφορά στα 751 κατώτερο μισθό το 2016.

Συμφωνία φαίνεται να έχει επέλθει, με ελληνικές υποχωρήσεις, στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά με μεγαλύτερη συμμετοχή του δημοσίου στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας που παραχωρείται σε ιδιώτες.

Κοινωνική δικαιοσύνη και έμμεσοι φόροι

Ένα από τα πιο δύσκολο κομμάτια της συμφωνίας είναι το φορολογικό το οποίο συνδέεται με τη τελική συμφωνία για τα πρωτογενή πλεονάσματα και το χρηματοδοτικό κενό.

Η διαβεβαίωση των κυβερνητικών παραγόντων είναι πάντως ότι δεν υπάρξει γενική επιβολή φόρων αλλά στόχευση ώστε να επιβαρυνθούν όχι τα συνήθη υποζύγια όπως γίνεται ως τώρα αλλά εκείνοι που δεν έχουν πληρώσει για τη κρίση.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πως θα το καταφέρει αυτό με την ενοποίηση των συντελεστών του ΦΠΑ, που είναι ο βαρύτερος έμμεσος κα άρα άδικος φόρος που έχει επιβληθεί τη κοινωνία. Οι μαθηματικές ασκήσεις της κυβέρνησης  στο θέμα αυτό θα έχουν πραγματικά πολύ ενδιαφέρον.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here