Του Ακρίτα Καϊδατζή*

Για τις ανάγκες των Βαλκανικών πολέμων 1912-1913 η κυβέρνηση Βενιζέλου επέταξε πλοία του εμπορικού ναυτικού. Ένας νόμος του 1913 όρισε μειωμένη αποζημίωση για τις επιτάξεις αυτές. Οι εφοπλιστές Εμπειρίκοι διεκδίκησαν δικαστικά πλήρη αποζημίωση για την επίταξη των πλοίων τους, αμφισβητώντας τη συνταγματικότητα του νόμου. Το πρωτοδικείο τούς δικαίωσε, αλλά η απόφαση ξεσήκωσε κατακραυγή. Θεωρήθηκε ύβρις, τη στιγμή που φτωχοί πολίτες είχαν δώσει και τη ζωή τους στον πόλεμο, πλούσιοι εφοπλιστές να μην αρκούνται στη μερική αποζημίωση, αλλά να ζητούν «να λάβωσι περισσότερα». Με την απόφαση 61/1914 ο Άρειος Πάγος θα επικυρώσει τη συνταγματικότητα του νόμου και θ’ αναιρέσει την πρωτόδικη κρίση.

Η θρυλική αγόρευση Χατζάκου

Έχει προηγηθεί η θρυλική αγόρευση του εισαγγελέα Χατζάκου, ο οποίος επισημαίνει την αναλογία μεταξύ στράτευσης και επίταξης: «Ως θεωρείται πολίτης ανάξιος εκείνος, όστις δεν σπεύδει καλούμενος να ταχθή υπό τας σημαίας, κατ’ ίσον λόγον πρέπει να θεωρήται ανάξιος εκείνος, όστις διατασσόμενος δεν παρέχει τα διά τον στρατόν απαιτούμενα». Σε μιαν αποστροφή του που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε λαϊκιστική εκφράζει την αγανάκτησή του: «Όταν από πτωχούς βιοπαλαιστάς αφηρέθησαν τα ζώα και τα μέσα της ζεύξεως, δι’ ων εκέρδαινον τον επιούσιον άρτον, και ηρκέσθησαν ούτοι αγογγύστως εις την μετρίαν αποζημίωσιν, την οποία εξησφάλισεν εις αυτούς ο νόμος, είναι τη αληθεία θαυμαστόν να έρχωνται εφοπλιστές τινές, υπέρ των οποίων επίσης έλαβε πρόνοιαν ο νομοθέτης, να συζητώσι περί αντισυνταγματικότητος του νόμου, διότι φρονούσιν ότι διά της οδού των τακτικών δικαστηρίων θα λάβωσι περισσότερα».

Η ιστορική αυτή δίκη έφερε μιαν επώδυνη συνειδητοποίηση. Τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν συνιστούν μόνον αξιώσεις απέναντι στο κράτος, όπως θέλει ο κλασικός φιλελευθερισμός. Ενίοτε συνεπάγονται βάρη για τρίτους ή για το κοινωνικό σύνολο. Μπορεί δηλαδή ν’ ασκούνται κατά τρόπον αντικοινωνικό. Κι αν αυτό λανθάνει σε «κανονικές» συνθήκες, βγαίνει στην επιφάνεια σε στιγμές κρίσης, σε έκτακτες περιστάσεις. Κάτι που κατεξοχήν φάνηκε με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα-μήτρα του κτητικού ατομικισμού. Καθόλου τυχαία, η ρήτρα πως η ιδιοκτησία δεν μπορεί να ασκείται εις βάρος του γενικού συμφέροντος καθιερώθηκε σε πολλά συντάγματα μετά από πολέμους – σε μας, με το σύνταγμα του 1975.

Περιστολή για λόγους δημόσιας Υγείας

Η υγειονομική κρίση που προέκυψε από την πανδημία του Covid-19 συνιστά μιαν «έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης» κατά την έννοια του άρθρου 44 του συντάγματος, που ρυθμίζει την έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Στις συνθήκες αυτές έγινε σε όλους σαφές ότι η άσκηση κάποιων δικαιωμάτων μας μπορεί να καταστεί αντικοινωνική. Την αίσθηση αυτή την επέτειναν τα έκτακτα μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση. Η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας ή της συνάθροισης υπολαμβάνεται ως αντικοινωνική, καθότι δημιουργεί κινδύνους για τη δημόσια υγεία, γι’ αυτό οφείλουμε να ανεχθούμε ακραίους περιορισμούς τους. Η εγγύηση εργασιακών δικαιωμάτων υπολαμβάνεται ως αντικοινωνική, ενόψει των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, γι’ αυτό οφείλουμε να ανεχθούμε τη μερική αναστολή τους. Κατά τραγική ειρωνεία, η ίδια η κοινωνικότητα υπολαμβάνεται ως αντικοινωνική. Τα δικαιώματα της κοινωνικότητας πρέπει να περισταλούν στο έπακρο – αυτό είναι το μήνυμα των μέτρων.

Παραδόξως, από τη δέσμη των μέτρων απουσιάζουν αντίστοιχης σοβαρότητας και έντασης περιορισμοί των δικαιωμάτων του κτητικού ατομικισμού: της ιδιοκτησίας και της οικονομικής ελευθερίας. Κι ας είναι ενίοτε η άσκησή τους εξίσου ή και περισσότερο επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία ή οικονομικά καταστροφική. Μπορεί να είναι αντικοινωνική συμπεριφορά ο περίπατός μου. Πολύ περισσότερο αντικοινωνική όμως είναι η αισχροκέρδεια σε υγειονομικά είδη ή το να παραμένει αμέτοχος ο ιδιωτικός τομέας Υγείας στην εθνική προσπάθεια αντιμετώπισης της πανδημίας.

Η μη αναλογικότητα λειτουργεί απονομιμοποιητικά

Κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα να επιβληθούν έντονοι, ακόμη και ακραίοι περιορισμοί στα δικαιώματα. Όσο πιο έντονοι οι περιορισμοί όμως, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη νομιμοποίησης έχουν. Διαδικαστικά, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επιβάλλονται μετά από ευρεία διαβούλευση, με την επιδίωξη συναινέσεων και με πλήρη διαφάνεια. Ουσιαστικά, ότι το βάρος της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης κατανέμεται ισότιμα, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός, και ότι το κράτος αξιώνει από όλους «την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης», όπως λέει το άρθρο 25 παρ. 4 του συντάγματος. Η απουσία μέτρων που επιβαρύνουν το κεφάλαιο κατά το μέρος που του αναλογεί (όπως η επίταξη υποδομών και υπηρεσιών του ιδιωτικού τομέα Υγείας ή η διατίμηση ειδών πρώτης ανάγκης) λειτουργεί απονομιμοποιητικά για τα μέτρα που έχουν ήδη επιβληθεί στον γενικό πληθυσμό και, εντέλει, υπονομεύει την αποτελεσματικότητά τους.

Όταν οι πολλοί -πολίτες, νοικοκυριά και επιχειρήσεις- υπομένουν αγόγγυστα βαρύτατους περιορισμούς στην προσωπική ελευθερία, τα εργασιακά δικαιώματα και το εισόδημά τους, είναι «τη αληθεία θαυμαστόν» σε κάποιους λίγους να επιτρέπεται να αισχροκερδούν ασύστολα πάνω στις ανάγκες των πολιτών ή να κρατούν για τους ίδιους αυτά που χρειάζεται επειγόντως το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

 

* Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι επίκουρος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Aπό Αυγή

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here