Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Με ζορίζουν, όπως πάντα, αυτές οι μέρες του Θείου Πάθους που προεκτείνεται στους αιώνες.
Επειδή αυτούσιο ανακυκλώνεται το χυμένο αίμα των πολυώνυμων αθώων -«αίμα αρχέγονο τρισύλλαβο / αίμα χυμένο / των ανθρώπων Σήμα»…
Σήμερα όμως ξύπνησα χωρίς εκείνο το επίμονο από τα παιδικάτα μου θάμπωμα στα μάτια.
Κοιτάζω γύρω· χρώματα απροσμέτρητα.
Κι αυτή η πανώρια με το κάτασπρο φουστάνι τι κάνει εκεί πέρα ανάμεσα στα αγριολούλουδα;
Σκυμμένη μοιάζει να σφουγγίζει κόκκινες κηλίδες στο χώμα και τα πλακόστρωτα των αυλών.
Ναι, αυτό κάνει· με τα φαρδιά ολόκευκα μανίκια της καθαρίζει χαμογελώντας τα ίχνη της αιματοχυσίας.
Η σφαγή που συντελείται στο όνομά της, για την απελευθέρωση της -από ποιον;
Περνά, παστρεύει τα αίματα και ίχνος κόκκινο πάνω στο λευκό της ρούχο δε μένει.
Ύστερα ακηλίδωτη σηκώνεται.
Βαδίζει αγέρωχη καταπάνω στον Ορίζοντα που φωτίζεται στον ερχομό της.

Το ‘χει στο ριζικό της η Άνοιξη να ξεπλένει·  νωπά και ξεραμένα αίματα, κάθε προηγούμενο έγκλημα και να προσπερνά.
Να σβήνει με ένα νεύμα την επώδυνη Ανάμνηση.
Να προχωρεί στην επανάληψη του ίδιου κύκλου.
Άνθρωποι με τη Μνήμη εξαχνωμένη, είδος ανεξέλικτο στους Δαρβίνειους χωροχρόνους.

Χρειάζεται όμως και η Αμνησία, αλλιώς πώς να την αντέξεις τη ζωή; …»la farce à mener par tous»
Ως κι εγώ λοιπόν, σήμερα χαμογελώ.

Άνοιξη ξανά επελαύνει, αναντίρρητη.
Εισβολέας καλόδεχτος.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here