Άννα Κοντολέων – Φωτεινή Στεφανίδη: «Πάρτι για τρεις»

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Η γιαγιά έχει άρωμα μιας άλλης εποχής καθώς φοράει το καλό καμηλό παλτό της, ο τροχονόμος είναι εκείνος που πανηγυρίζαμε όταν τον βλέπαμε στις διασταυρώσεις, ή περιμέναμε πως και πώς να περάσουμε από το Σύνταγμα ή την Κηφισιά για να τον δούμε στο «βαρέλι» του, το αγόρι με το κόκκινο μπαλόνι έχει σαφή αναφορά στην ταινία «Το κόκκινο μπαλόνι», το αυτοδιαχειριζόμενο τσίρκο και ο ελέφαντας που φοβάται μην βρεθεί στην Ανταρκτική έχουν σαφείς αναφορές στο «Μαδαγασκάρη» και στα σύγχρονα είδη τσίρκου όπως το «Cirque de Soleil», τα ψηφοδέλτια των ψηφοφόρων είναι ήδη σημαδεμένα κατά τη συνήθη σε όλους μας πρακτική, η ορχήστρα παίζει ένα παλιό φοξ τροτ…» Κουβεντιάζουμε με την Άννα Κοντολέων και τη Φωτεινή Στεφανίδη για το νέο βιβλίο που έγραψε η Άννα και εικονογράφησε η Φωτεινή και που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα γι’ αυτό το πάρτι, Άννα;

Η ιδέα για το πάρτι ανήκει στο γιο μου. Ήταν γύρω στα 2,5 όταν έφτιαξε μια ζωγραφιά (από αυτές που εμείς οι μεγάλοι αποκαλούμε συνήθως μουτζούρες) και στην ερώτησή μου τι είχε ζωγραφίσει μου περιέγραψε την αρχική σκηνή του βιβλίου: μια γάτα, ένα σκύλο και ένα άλογο να γιορτάζουν τα γενέθλια της γάτας μέσα στη φαγάνα ενός εκσκαφέα πίνοντας μπίρες. Μου φάνηκε τόσο σουρεαλιστική αυτή η σκηνή που άρχισα να σκέφτομαι τι έγινε μετά. Κι έτσι προέκυψε το παραμύθι.

 

Φωτεινή, τι ένιωσες όταν το πρωτοδιάβασες;

Στην αρχή ήρθε ένα χαμόγελο. Στην επόμενη παράγραφο η έκπληξη, μετά έως και αγωνία αλλά και σιγουριά. Δεν μπορεί, έλεγα, η Άννα θα τους βοηθήσει. Η περιπέτεια σκαλί σκαλί κορυφωνόταν. Και όπως αγωνιούσαν και διέσχιζαν την Αθήνα, συναντούσαν την καθημερινότητα, τη διασκέδαση, τις μετακινήσεις, τη χαρά και την απογοήτευση, συναντούσαν εμάς στη ζωή μας. Εντάξει, δεν ακούγαμε τι μας έλεγαν, αλλά μας έδωσαν την ευκαιρία να σκεφτούμε.

Πώς και τοποθέτησες την ιστορία στην Αθήνα, Φωτεινή; Η Άννα αφήνει απροσδιόριστη την πόλη.
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά, πώς να κρυφτείς από τον εαυτό σου. Ναι, είναι βιβλίο ταξιδιάρικο, παντού πηγαίνει αυτή η φαγάνα με τους τρεις απίθανους φίλους. Όταν ετοίμαζα τη σκηνή με την κυρία στο σταθμό του τρένου, χρειάστηκε να μετακινηθώ με κανονικό τρένο από την Αθήνα και είχα φυσικά τη δουλειά μαζί μου. Μόλις στάθηκα σε σχεδιαστήριο και έφτιαξα το σχέδιο του σταθμού, κρέμασα την επιγραφή «ΑΘΗΝΑ / ATHENS» για ισορροπία, αντί ήλιου ή πετάμενου πουλιού ή αεροπλάνου όπως έκανα στις άλλες εικόνες που ο σχεδιασμός τους λέει να αγκαλιάζουν το κείμενο. Ας πούμε ότι η μαγική αυτή φαγάνα περνώντας απ’ τον κόσμο πέρασε και από Αθήνα, και κάπου εκεί συναντηθήκαμε. Η λογική περιορίζεται στο παράλογο των ερωταπαντήσεων στη γλώσσα του παραμυθιού.

Πες μας λίγο από την ιστορία, Άννα. Τι συμβαίνει; 

Η ιστορία ξεκινάει την επομένη του πάρτι, νωρίς το πρωί, όταν τα ζώα έχουν αποκοιμηθεί μέσα στη φαγάνα και ο οδηγός μπαίνει μέσα στον εκσκαφέα, σηκώνει ψηλά τη φαγάνα και βάζει μπρος για το εργοτάξιο. Τα τρία ζώα τρομοκρατημένα προσπαθούν να ζητήσουν βοήθεια από τους περαστικούς ώστε να σταματήσουν τον οδηγό και να κατεβούν κάτω. Όμως λόγω του βουητού και της απόστασης οι περαστικοί παρακούν, διαστρεβλώνουν τα λόγια τους και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ένα σωρό παρεξηγήσεις.

 

Φωτεινή, πώς μπήκες μέσα στην ιστορία εικαστικά;

Κατ’ αρχήν μπήκα στη φαγάνα. Αυτό το φθαρμένο κίτρινο έδωσε τον τόνο σε όλες σχεδόν τις ζωγραφιές. Και για ν’ αντέξει, ζητούσε χρώμα δίπλα του, πολύ χρώμα. Έτσι σχηματίστηκε μια παράδοξα έγχρωμη πόλη, ίσως ξεκάθαρη στο τι ζητά, ίσως παρεξηγημένη στο αν την ακούν σωστά. Κλείνει μέσα της όμως η πόλη αυτή την περιπλάνηση της κάθε μέρας και προσωπικά βιώματα και εικόνες.

Φανταζόσουν έτσι το βιβλίο, Άννα;

Και ναι και όχι. Όταν παραδίδεις ένα χειρόγραφο δεν έχεις συνήθως ιδέα πως θα μορφοποιηθεί εικαστικά το παραμύθι. Τον τελευταίο λόγο τον έχει ο εικονογράφος. Νιώθεις πάντα μια έκπληξη όταν βλέπεις τους ήρωες σου να έχουν πάρει σάρκα και οστά μέσα από τη ματιά ενός άλλου. Όταν υπάρχει σύμπνοια μεταξύ των δύο συντελεστών, το συναίσθημα είναι υπέροχο και αποκαλυπτικό. Βλέπεις να φωτίζονται στοιχεία που δεν είχες προσέξει ή σκεφτεί, να αποδίδονται ιδιότητες που δεν είχες καν συλλάβει. Η εικόνα έχει μια ελευθερία και χρησιμοποιεί συμβολισμούς που απογειώνουν ένα κείμενο.

Από την άλλη ο συγγραφέας έχει πάντα κι εκείνος κάτι στο μυαλό του. Και μέσα του προσδοκά να το δει να πραγματώνεται. Αν κάτι είχα στο μυαλό μου, αυτό ήταν σκηνές καθημερινότητας με μπόλικες δόσεις ανατροπής. Κάτι που είχα τη χαρά να διακρίνω στην εικονογράφηση της Φωτεινής. Γι’ αυτό θεωρώ ότι υπήρξε σύμπνοια μεταξύ μας. Ο συγγραφέας δίνει και παίρνει. Αν δεν δώσει δεν θα πάρει. Και αντίστροφα…

 

Πώς αποδίδεται μια τόσο σύγχρονη ιστορία και στον λόγο και στην εικόνα σήμερα;

Άννα: Η ιστορία είναι μεν σύγχρονη, αλλά όχι ρεαλιστική. Το σουρεαλιστικό στοιχείο μου έδωσε μιαν υπέροχη ελευθερία. Δεν δημιούργησα μιαν αποτύπωση της πραγματικότητας, αλλά μια φανταστική εκδοχή της. Οι ήρωες, οι τόποι είναι καθημερινοί, αλλά υπάρχουν παντού κρυμμένες αναφορές. Η γιαγιά έχει άρωμα μιας άλλης εποχής καθώς φοράει το καλό καμηλό παλτό της, ο τροχονόμος είναι εκείνος που πανηγυρίζαμε όταν τον βλέπαμε στις διασταυρώσεις, ή περιμέναμε πως και πώς να περάσουμε από το Σύνταγμα ή την Κηφισιά για να τον δούμε στο «βαρέλι» του, το αγόρι με το κόκκινο μπαλόνι έχει σαφή αναφορά στην ταινία «Το κόκκινο μπαλόνι», το αυτοδιαχειριζόμενο τσίρκο και ο ελέφαντας που φοβάται μην βρεθεί στην Ανταρκτική έχουν σαφείς αναφορές στο «Μαδαγασκάρη» και στα σύγχρονα είδη τσίρκου όπως το «Cirque de Soleil», τα ψηφοδέλτια των ψηφοφόρων είναι ήδη σημαδεμένα κατά τη συνήθη σε όλους μας πρακτική, η ορχήστρα παίζει ένα παλιό φοξ τροτ… Φυσικά, όλα αυτά, δεν τοποθετήθηκαν επί τούτου στην ιστορία, εκ των υστέρων τα αποκωδικοποίησα κι εγώ, αλλά οπωσδήποτε είναι οι δικές μου συνειρμικές αναφορές στον τρόπο που αντικρίζω τον κόσμο. Δεν περιμένω βέβαια να τις αναγνωρίσουν τα παιδιά, όχι όλες και οπωσδήποτε όχι με τη λογική τους, ξέρω όμως ότι θα γράψουν κάπου μέσα τους και θα αναδυθούν κάποια στιγμή στο μέλλον.

Φωτεινή: Τα είπε σχεδόν όλα η Άννα. Το ίδιο συμβαίνει και με την εικόνα. Ξεκινάς και επάνω στην υλοποίηση έρχονται οι ιδέες, μιλάει το παρασκήνιο, φωτίζονται οι λεπτομέρειες… Και μάλλον είμαστε οι τελευταίοι που το συνειδητοποιούμε πολλές φορές και όταν ανοίξουμε ξανά το βιβλίο μετά από καιρό.

 

Έχετε βρεθεί σε πάρτι με τρεις;

Άννα: Χμ, πάρτι με τρεις… δεν νομίζω ότι έχω βρεθεί ποτέ… βέβαια στα γυμνασιακά μου χρόνια κάναμε κάτι μικρά μεταμεσονύχτια πάρτι με δυο φίλες μου… μια ακόμα συνειρμική αναφορά ίσως;

Όπως και να’ χει, είμαστε μια τριμελής οικογένεια και πολλές φορές καταφέρνουμε να εμποτίζουμε την αρκετά δύσκολη και απαιτητική καθημερινότητά μας με μπόλικες δόσεις παιχνιδιού και χιούμορ. Οπότε υπό αυτή την έννοια έχουμε συχνά την αίσθηση ότι αυτό που ζούμε είναι ένα πάρτι για τρεις!

Φωτεινή: Ναι, Άννα! Όταν τα κορίτσια από δυο γινόντουσαν τρία, σταματούσαν οι εκμυστηρεύσεις και ερχόταν το πάρτι. Με το τίποτε, όπως το δικό σου. Και κρατούσε πολύ!
Το πιο όμορφο όμως, το ανεπανάληπτο, είναι απολύτως το δεύτερο…

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαιρετική συνέντευξη! Θαυμάσιο το πάρτι των τριών φίλων. Φίλοι ανόμοιοι- και γιατί όχι; έχει μια σπάνια γοητεία αυτό- και αν κρίνω από το εξώφυλλου του βιβλίου το οποίο με ενθουσίασε, ακολουθεί μεγάλο γλέντι.
    Να είσαστε καλά, κορίτσια να ζείτε την χαρά και τον χρωματιστό κόσμο, και με τον τρόπο σας, να τον δωρίζετε στα παιδιά μα και στους μεγαλύτερους. Σας συγχαίρω για όλη την προσφορά σας μέχρι τώρα

    • Πάντα καλά Ελένη μου, πολύ σ’ ευχαριστούμε, ήταν περιπέτεια για όλους μας το πάρτι, μόνο για καλό. Πολύ ωραία συνεργασία. Σε φιλώ με αγάπη, και αναμένουμε όλοι το νέο σου έργο

  2. … μπαίνοντας στη φαγάνα έκανα ωραιότατα τσουλήθρα, και θα συνέχιζα για πολύ αν δε με συγκρατούσαν οι … παρευρισκόμενοι! Εκείνοι κοιτούσαν τον κόσμο από ψηλά κι εγώ έβλεπα την αγωνία τους να ακουστούν! Διάβαζα ως ενήλικας, μα έζησα τούτο το «μετα -πάρτι” απολύτως παιδικά… Δηλαδή ρεαλιστικότατα! Με τους «φίλους” που ξέμειναν και άθελά τους βρέθηκαν στα ψηλά. Η ματιά των παιδιών = η φαντασία τους! Για κείνα αλήθεια και πραγματικότητα, για μας σουρεαλισμός και παραμυθία! Για τούτο το έξοχο πάντρεμα θερμά μπράβο στις δυο δημιουργούς! Καλό δρόμο να χει το βιβλίο!

    • «Ξεμείναμε εκεί ψηλά». Πού καλύτερα; Έτσι κι αλλιώς, φωνή βοώντος, ώσπου κάποιο παιδάκι ν’ ακούσει. Σ’ ευχαριστούμε, Αργυρώ μου!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here