Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΟΥΚΑ

Είναι καιρός πια να σταματήσουν  οι μεμψιμοιρίες, οι αμφιταλαντεύσεις και οι ενδοιασμοί σχετικά με το θέμα, αφού είναι γνωστό και αναμφισβήτητο, ότι ένα πιάτο γεμιστά είναι πάντα ένα πιάτο γεμιστά, αυτό δεν αλλάζει, έτσι δεν είναι; Το πράγμα αρχίζει να  περιπλέκεται  όταν ορισμένοι, από  ένα ασυγκράτητο πρωτοποριακό οίστρο, αναμιγνύουν δυσανάλογα  υλικά και  γεύσεις,  σε βαθμό  ώστε στο τέλος αμφιβάλεις αν ένα πιάτο γεμιστά είναι όντως ένα πιάτο γεμιστά.  Στην περίπτωση αυτή συνιστούμε ανεπιφύλακτα μια διφορούμενη δήλωση του τύπου: «Καλή γεύση, αν και δεν θυμίζει γεμιστά», ώστε αφενός κρατάτε αποστάσεις ασφαλείας, αφετέρου  δείχνετε την πρέπουσα μεγαλοψυχία στο ατυχές συμβάν.

Ερχόμαστε τώρα στην ουσία: Μια άποψη επιμένει σε μια παραδοσιακή μαγειρική,  «τα γεμιστά της μαμάς», «της γιαγιάς» ή «της θείας», σαν αξεπέραστο ορόσημο στην ιστορία της γαστρονομίας. Μια άλλη άποψη επιζητά την επιβεβαίωση με συνταγές νέου τύπου που ξεπερνούν κατά πολύ τα καθιερωμένα.

Δεν ξέρουμε τί από τα δύο είναι πιο  σωστό, ποια  η δική σας προτίμηση, σίγουρα είναι η ποιότητα, αλλά πάντως και οι δύο  σχολές οριοθετούνται σε σχέση με  το παρελθόν:  Αυτή η συνταγή ανακαλεί  γευστικές μνήμες και σχέσεις του παρελθόντος, εκείνη η συνταγή τις απωθεί. Έτσι εμφανίζονται τα γνωστά δίπολα «νέο-παλαιό»,  «παραδοσιακό-σύγχρονο»,  ή «αναρχοσοσιαλιστικό-συντηρητικό» στις παραδόσεις όπως το είδε ο Μπένγιαμιν, όπως εκδηλώνεται σε πολλές όψεις της ζωής.  Τότε μαζί με τη γεύση ή εξαιτίας της, φέρνεις στην επιφάνεια μνήμες που θέλεις να θυμάσαι ή να ξεχνάς…

…Πετούσαμε τη σχολική τσάντα μακριά: «Πάλι γεμιστά;».  «Έχουν περάσει πολλές μέρες. Σοκολατάκια και καραμέλες μόνο;  πάλι εξαφανίστηκαν..». «Εσείς δε γνωρίσατε κατοχή, τότε που…», άρχισε πάλι ο παππούς. Σταμάτησε μπροστά στα παγωμένα  βλέμματα αποδοκιμασίας για παρόμοιες συγκρίσεις. Ιεροτελεστία του σπιτικού τραπεζιού. Εικόνες τόπων, χρόνων και ανθρώπων που ανακαλούνται πολύ αργότερα, από μια  γεύση, όπως στο μυθιστόρημα του Προυστ.

Και με τί χαρά αναπολούμε  τότε παλιές γνώριμες καταστάσεις, εδώ ένα πεύκο φορτωμένο με  συζητήσεις της πλατείας, εκεί μια φιλόδωρη συκιά στη στροφή, πουρνάρια και βάτα στο δρόμο του βουνού, να η εχέμυθη  μουριά των   απόκρυφων ραντεβού, τα βουκολικά τοπία εκεί πέρα…

Αλλά  με τί οδύνη, μέχρι δακρύων,  ανακαλύπτουμε ότι είναι πλέον ένας κόσμος που χάνεται αμετάκλητα, ανάλγητες κρατικές υπηρεσίες  ισοπεδώνουν με «μπουλντόζες της ανάπτυξης»  για κάποια δημόσια  έργα,  αυτά τα μικρά, καθημερινά εγκλήματα που ακρωτηριάζουν το συναισθηματικό μας κόσμο, τη ζωή μας όλη, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται, ενώ   καραδοκούν και πάλι «μπουλντόζες των επενδύσεων», αυτή τη φορά στις παράκτιες ζώνες..από τις ανοικτές παραλίες, στις πολυδιαφημισμένες   ριβιέρες  των  νέων εγκλεισμών,  στο όνομα της αύξησης των δεικτών εθνικού προιόντος, επενδύσεων και δημοσίων έργων,  χωρίς να λογαριάζονται άλλοι δείκτες ανθρώπινης ευζωίας και ψυχικής ευεξίας..

…Ας μην υπερβάλλουμε.  Ας μην παρασυρόμαστε από συναισθήματα, αλλά τί να κάνουμε όταν στις μέρες μας, όσα λέμε, όσα βλέπουμε και διαβάζουμε, είναι  προσανατολισμένα  σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, απέναντι στην κατάσταση καραντίνας, απο κρίση σε κρίση πάμε.

Ακόμα και η ακραία φτώχεια της περασμένης ζωής, τώρα μετατρέπεται σε ντεκόρ για να τονισθεί η απλότητα και  γνησιότητα των ανθρώπινων σχέσεων τότε, σύμφωνα με μια άγραφη δοξασία  ότι ο  ενάρετος βίος είναι συνάρτηση του βιοτικού  επιπέδου, όσο πιο κάτω τόσο πιο ενάρετοι, τόσο πιο διάπλατα ανοίγεται ο δρόμος προς τον μετασχηματισμό της κοινωνίας συνολικά, σύμφωνα και με δηλώσεις κυβερνητικής αξιωματούχου.

Τελοσπάντων, τελοσπάντων,  να μην παγιδευτούμε  στη γλυκιά νοσταλγία. Έχετε συλλογιστεί  τί θα έγραφαν σήμερα ένας Παπαδιαμάντης, ένας Βιζυηνός, ένας  Ροίδης, ένας Κάφκα ή ένας Τζόυς, ώστε να αφήσουν ανεξίτηλο έργο;  Να δούμε λοιπόν κα  την άλλη όψη, το παρελθόν   αλλά με το βλέμμα στραμμένο  στο μέλλον, όλες εκείνες τις   προσπάθειες να ανοίξουν καινούργιοι δρόμοι και προοπτικές, σήραγγες και γεφύρια παντού, επεκτάσεις μετρό και  εθνικών λεωφόρων, τεχνολογίες  διαδικτύου και υπολογιστικού νέφους για υποθέσεις γραφειοκρατίας και όλα αυτά.

Και ας αποδώσουμε κάποτε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στους τολμηρούς εκείνους που δεν δίστασαν να πρωτοπορήσουν ανακατεύοντας υλικά, γεύσεις, ονόματα, γνώσεις, αναμνήσεις από το παρελθόν και το μέλλον, για  να συναντήσουν πολλές φορές εκείνη την παραλυτική καχυποψία: «Περιμέναμε κάτι διαφορετικό..θα ήταν καλύτερο αν..»,..Αν οι αναλογίες ήταν αλλιώς, αν είναι περισσότερο  ή λιγότερο λαδερά, αν τα λαχανικά είναι βιολογικά και ντόπια,  αν το ψήσιμο, αν, αν… Ποιες εικόνες, ποιες μνήμες ανακαλούν, ποιες ταυτότητες του εαυτού μας και των άλλων..

Και τί ακριβώς επιδιώκουμε: Να αλλάζουμε κρατώντας την ύπαρξή μας σταθερή ή να μένουμε σταθεροί αλλάζοντας ύπαρξη; Μπορεί και να  είναι ένα ταξίδι αναζήτησης προς μια πληρέστερη συνταγή, προς ένα καλύτερο μέλλον που να ανακαλεί ένα χαμένο παρελθόν.

Ξέρουμε ένα μοναστήρι στα βάθη του νησιού, όπου λέγεται ότι κρύβεται το μυστικό των αιώνιων γεμιστών. Λέγεται ότι το μυστικό το κατέχει ο ηγούμενος της μονής, καταχωνιασμένο σε κάποια σελίδα ενός ιερατικού κειμένου. Πλήθη κόσμου κάθε κατηγορίας και ηθικής υπόστασης συνέρρεαν στη μονή για να μάθουν το μυστικό, στο οποίο μάλιστα απέδιδαν μυθικές διατροφικές-υγειονομικές ιδιότητες,  ελιξήρια νεότητας και  μακροζωίας.

Όλα αυτά δεν επιβεβαιώθηκαν, δε βρέθηκε η συνταγή. Το μοναστήρι έκλεισε και το πλήρωμα εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση, παίρνοντας μαζί του το μυστικό. Ίσως, όπως λέγεται, το μυστικό να έχει υποκλαπεί ή παραχωρηθεί σε γνωστούς βαρώνους πολυεθνικών, κυκλοφορεί ήδη στην αγορά, διαφημίζεται από πολλούς διεκδικητές της πατρότητας, αλλά πώς να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το ψέμα αυτούς τους καιρούς. Δύσκολο πλέον να πεις τί είναι πραγματικό και τί φανταστικό.

Εξάλλου υπάρχει μια μόνο αυθεντική συνταγή και σε ένα μόνο τόπο; Γιατί να μη υπάρχει σε πολλά μοναστήρια, σε πολλά σπίτια, εστιατόρια, μαγειρεία, μεταφερόμενη και εξελισσόμενη συνταγή από γενιά σε γενιά, αλλά τότε θα χρειαστεί μια τεχνολογία συγκέντρωσης όλων των δεδομένων από παντού και μετασχηματισμού τους σε μια ταξινόμηση που θα δώσει έναν αλγόριθμο για  μια «συνταγή των συνταγών» που θα περιλαμβάνει όλες  τις πληροφορίες και θα δώσει μια οριστική λύση στο πρόβλημα της παγκόσμιας διατροφής.

Πάλι άγονες αναζητήσεις.  Πάλι αυτή η ιστορία να ψάχνουμε  για μια τυποποιημένη υπερ-συνταγή ομοιομορφίας που θα αποκαλύψει  δήθεν όλα τα μυστικά, θα είναι το τέλος της γαστρονομίας, το τέλος της εξέλιξης-η υπόσχεση  αιωνιότητας! Μετά διαψεύσεις.

Ένας άλλος σύνθετος δρόμος, αν θέλετε να ξέρετε, κατευθύνεται αντίθετα, προς την πολυμορφία-ενότητα,  την πολλαπλότητα-εναλλακτική δυνατότητα, σαν συνδυασμός εμπειριών-δεδομένων-πληροφοριών-σχέσεων-αναγνωσμάτων, αυτό δεν είναι  ο καθένας  από μας; αυτό δεν είναι  ζωή;.

Τώρα όλα αυτά,  λένε,-  θα αναδιατάσσονται συνεχώς με συνδυασμούς νέου τύπου-«Μεγάλα Δεδομένα», «Τεχνητή Νοημοσύνη», «Βαθιά Μάθηση» και δεν ξέρουμε τί  άλλο.   Πολλά ερωτήματα, πολλά   διλήμματα για αναδιατάξεις και  συνταγές κάθε είδους.  Μια μέρα, μπορεί και να βρεθούν απαντήσεις.

Μέχρι τότε, ας περιοριστούμε να γευτούμε ήσυχα-ήσυχα, χωρίς προκαταλήψεις και αποκλεισμούς, κάθε συνταγή γεμιστών, παραδοσιακή ή νεωτερική, αυτή  που μας ταιριάζει εννοείται.  Ίσως με κάποια ίχνη παρελθόντος και μια ενατένιση  μέλλοντος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here