Ανασαίνω βγαίνοντας…

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Ο νεαρός γυμναστής που καθόταν πλάι μου έσκυψε με λίγο συνωμοτικό ύφος και με ρώτησε ψιθυριστά: τι θέλει δηλαδή να πει με το «η αγάπη είναι ο φόβος…»; Πώς το λέει μετά;
Λίγο πριν είχα πει στην ομήγυρη: όλα τα ορίζει η αγάπη, ας λέει ο ποιητής πως «η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους». Όσοι με άκουσαν φάνηκαν να δυσπιστούν· μάλλον να δυσφορούν. Δεν είχα προσέξει τον νεαρό. Έφταιγε η ελαφρά αναστάτωση από μιαν άλλη παρουσία -δεν είναι η ηλικία πια για τέτοια.
Ο νεαρός επέμεινε: τι εννοεί; Ήταν όλα πολύ ταχτοποιημένα εκεί στο μεγάλο στούντιο κι εμείς περιμέναμε τη σειρά μας στη σκιά πίσω από τις κάμερες και τους προβολείς.
Ένιωσα ηλίθιος. Ο γιατρός· περίκλειστος στα διανοουμενίστικα στερεότυπα του «καλαμαρά», που λέει κι ο φίλος μου ο Μπάμπης. Γυμναστής, νεαρός, άρα χωρίς πνευματικές ανησυχίες κλπ.
Πόσα τέτοια παληκάρια διψούν για έναν στίχο, μια σκέψη που η πολιτεία δεν αξιώνεται να τους μιλήσει έστω και μια φορά. Σε τούτα τα δήθεν σχολειά που προετοιμάζουν -πάντα, όχι τώρα- υπηκόους, μηχανές αναπαραγωγής του λάιφ-στάιλ. Ψυχές διψασμένες για κάτι πιο πάνω, πιο πέρα από το «ζήσε για πάρτη σου, γίνε νικητής!» Όπως αυτός εδώ ο παρουσιαστής που παλεύει να πείσει τον κόσμο όλο να έχει «ψυχολογία νικητή»… Πώς γίνεται να είναι όλοι νικητές; Πώς; Μα τρώγοντας ο ένας τα ρούχα πρώτα, τις σάρκες ύστερα, ρουφώντας για επιδόρπιο το μεδούλι του διπλανού. Η Κοινωνία που μεγαλώσαμε, ανεχτήκαμε, εμπεδώσαμε και παραδίδουμε, η μία στην άλλη γενιά. Ανήμποροι να σταθούμε απέναντί της, όρθιοι και αρνητές της για μια έστω στιγμή.
«Η αγάπη είναι φόβος που μας ενώνει με τους άλλους / Και τι τάχα κρατά το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν; /  Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά;»…
Έφυγα με τον ψίθυρο του γεμάτου λαχτάρα νεαρού παραμάσχαλα. Όπως η παράνομη εφημερίδα στον κόρφο κάτω από το σακκάκι αυτών που πίστεψαν σ’ έναν καλύτερο κόσμο σε πέτρινα χρόνια. Ίσως καλύτερα από τούτα σήμερα, αφού τότε άνθιζε η Ελπίδα.
Βγήκα έξω. Είχε πιάσει βροχή. Μια ανοιξιάτικη γλυκιά μπόρα. Η Ελπίδα δε θα κρυφτεί ποτέ κάτω από δειλές ομπρέλες, όπως αυτή που άνοιξα απόψε εγώ, ο φοβικός μεσήλικος της καθαρτήριας καταιγίδας. Η Ελπίδα θα βγαίνει πάντα στη βροχή. Είναι η Νεότητα της Ανθρωπότητας που αδημονεί πίσω από τους φράχτες και τα Τείχη. Είναι ο ωραίος νεαρός και η ευειδής νεαρή που άφησα μέσα στο στούντιο.
Ανασαίνω, βγαίνοντας, προς το Αίσιον.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here