Ανάπαυλα στο  ‘παγκάκι’ της Ντίνας Παγιάση- Κατσούρη

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

‘Το παγκάκι’ είναι η τελευταία ποιητική συλλογή της Κύπριας ποιήτριας Ντίνας Κατσούρη. Αυτό που έχει ίσως περισσότερη σημασία εδώ, πριν από οτιδήποτε άλλο, είναι να πούμε ότι  αφιερώνεται στον Γιάννη Κατσούρη, τον σύζυγό της. Αποτελεί μια θύμηση, ένα μνημόσυνο,  τρόπον τινα, για εκείνον που έφυγε από κοντά της, πριν από οκτώ-εννέα  περίπου χρόνια,  στις 5 Ιουλίου, συγκεκριμένα, του 2010. Ήταν ένας άνθρωπος βαθιά μορφωμένος και πολιτισμένος, ο οποίος άφησε το στίγμα του απ’ όπου κι αν πέρασε στο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών της μεγαλονήσου, όπως στα ‘Κυπριακά Χρονικά’, στο χώρο της  εκπαίδευσης και σε κάποιους αντίστοιχους τομείς του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.  Έτσι ποιήτρια ούσα, η Ντίνα Κατσούρη, επέλεξε να μας τον θυμίσει, ή να μας τον γνωρίσει, αναλόγως, με τι άλλο παρά με μια συλλογή τριάντα εννέα ποιημάτων (‘Το παγκάκι’. Εκδόσεις Άνευ. Λευκωσία, 2017).

Το περιεχόμενο αυτών είναι το αποτέλεσμα έμπνευσης της ποιήτριας από τις μακρόχρονες στιγμές που έζησε μαζί του, τόσο στο σπίτι τους στη Λευκωσία, όσο και στο εξοχικό τους στο Μενεού, κοντά στη Λάρνακα.  Η Κατσούρη συνδέει τους στίχους της με τα χρόνια που έζησε μαζί του, με τα αντικείμενα που απέκτησαν στην κοινή τους ζωή, και κυρίως με ένα παγκάκι το οποίο αποτελεί τον κοινό παρονομαστή όλων των ποιημάτων της συλλογής και βρίσκεται πολύ κοντά, κάποιες δεκάδες μέτρα,  στο εξοχικό της οικογένειας  στην παραλία του Μενεού. Οι πληροφορίες λένε πως σε αυτό κάθονταν εκείνος και η ποιήτρια τα βράδυα απολαμβάνοντας τη συντροφιά τους, την ηρεμία της νύχτας, το φεγγάρι που έπεφτε πάνω στα νερά της θάλασσας και την παραλία της περιοχής, ενώ προφανώς αποτελούσε και τόπο περισυλλογής και έμπνευσης του ίδιου όσο  και της Ντίνας Κατσούρη.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής (‘Τίποτα πια δεν ήταν  το ίδιο’, /1η Αυγούστου 2010) γράφτηκε σχεδόν ένα μήνα από την ημέρα της απώλειας του συζύγου της, αφού η ποιήτρια είχε τη συνήθεια να σημειώνει την ημέρα που έγραφε το κάθε ποίημα. Διαβάζουμε:

Τίποτα πια/ δεν ήταν το ίδιο/εκεί στο Μενεού./Τα παγκάκια/γύρισαν την πλάτη/στη θάλασσα./Τα ψάρια/αυτομόλησαν στη στεριά./Οι βουκεμβίλιες/αρνούνται να αναρριχηθούν./Τα κότερα και τα άλλα πλεούμενα/χωρίς τιμονιέρη./Η ανατολή να μην ανατέλλει/και η δύση/να μη ρίχνει τα πέπλα της./Μόνο κατά ένα περίεργο τρόπο/η θάλασσα/ήταν απόλυτη ήρεμη/λες και την είχε χαϊδέψει/ένα αγαπημένο χέρι.

Είναι εμφανής η ψυχική και συναισθηματική κατάσταση της ποιήτριας, στην οποία εμφανίζονται στοιχεία ενός κόσμου που παραπαίει, μιας κατάρρευσης των σταθερών έως τότε  μεταβλητών της, κάτι όμως που φαίνεται πως ανατρέπεται προς το τέλος του ποιήματος, όταν κάνει την εμφάνισή του ένα ‘αγαπημένο χέρι’ που χαϊδεύει και ηρεμεί τα πάντα στον περίγυρο. Είναι ξεκάθαρο πια, ότι τα ποιήματα δεν γράφτηκαν με σκοπό την περιγραφή μιας προσωπικής κατάστασης όπου εμφιλοχωρεί σαφέστατα η επώδυνη απώλεια, αλλά περισσότερο για να υμνήσει τις αναμνήσεις της, τη διαρκή παρουσία εκείνου δίπλα της.  Έτσι οι αναμνήσεις της προσφέρουν την επιθυμητή  διάρκεια, την αιωνιότητα, αφού σε ετούτο τον κόσμο όλα τα υλικά κάποια στιγμή φθείρονται και εξαϋλώνονται. Στο ομώνυμο ποίημα (‘Οι αναμνήσεις’), πέντε χρόνια μετά την εκδημία εκείνου (23 Ιουλίου, 2015), η Ντίνα Κατσούρη είναι σαφής και άκρως εξομολογητική:

Οι αναμνήσεις είναι σκληρές/και επώδυνες/δε σου επιτρέπουν/να αμφιβάλλεις/να αμφισβητείς/να αντιστέκεσαι./Οι αναμνήσεις/έχουν μπολιάσει αμετάκλητα/τις υπόγειες διαδρομές/της ύπαρξής σου./Οι αναμνήσεις/ιδιαίτερα εκείνες/που έχουν να κάμουν/με το Μενεού και το παγκάκι/είναι πολύτιμοι θησαυροί/και θα πρέπει να τις διαφυλάξεις/ως κόρην οφθαλμού.

Όπως είπαμε παραπάνω, όλα τα ποιήματα της συλλογής περιστρέφονται γύρω από εκείνο το υπαρκτό παγκάκι. Γράφτηκαν σε μια χρονική περίοδο επτά περίπου ετών, από το 2010 έως το 2017, και παρά το μακρύ διάστημα, το ύφος και το περιεχόμενό τους είναι σταθερό, ξεχειλίζει τουτέστιν από αγάπη και συναίσθημα, χωρίς μελοδραματικούς υπαινιγμούς, και φυσικά με έκδηλη ελπίδα ενσωματωμένη στους στίχους της. Στο ολιγόστιχο ποίημα ‘Το μήνυμα’ ( 3η Ιουνίου, 2015), φαίνεται ξεκάθαρα η θέσης της ποιήτριας, εν προκειμένω:

Και μου μήνυσε το παγκάκι:

Μην ανησυχείς

εγώ θα βρίσκομαι εδώ και θα σε περιμένω

Τέτοια όμως σύντομα ποιήματα, υπάρχουν κι’ άλλα μέσα στην συλλογή, όπως για παράδειγμα, το ‘Μίλησε πάλι το παγκάκι’ :

Το παγκάκι τους φώναξε/πως τα βράδια/θα πρέπει να κοιμούνται με ανοικτά παράθυρα/για να νοιώθουν/την ανάσα της θάλασσας./Και μετά γύρισε να κοιμηθεί.

Το αντικείμενο κάποιων ποιημάτων αναφέρεται ταυτόχρονα και σε κάποια αγαπημένα αντικείμενα εκείνου, του Γιάννη Κατσούρη. Σε αυτά ανήκουν και μερικά ομοιώματα καραβιών, μια αξιόλογη συλλογή η οποία του  υπενθύμιζε συχνά το ταξίδι και την περιπέτεια. Στο ποίημα ‘Τα καράβια’, η Κατσούρη δίνει το σχετικό στίγμα:

Καθισμένος όπως πάντα/στο γνωστό παγκάκι/έβλεπε με αγωνία/τη μεγάλη αναταραχή στο λιμάνι./Να συνωστίζονται εκεί/κάθε είδους πλεούμενα./Ψαρόβαρκες, κότερα, πολεμικά πλοία/κρουαζιερόπλοια, ψαροκάικα, ταχύπλοα σκάφη./Όλα να αγωνιούν για την αναχώρηση/μα κανένα να μη φεύγει/να μένουν καθηλωμένα στο λιμάνι/με τους ναύτες να απειλούν και να βρίζουν/και τους καπετάνιους/ανήμπορους να αντιδράσουν./Μετά την απρόσμενη ομίχλη/κανένα πλεούμενο/δεν ήταν πια στο λιμάνι./Βρέθηκαν ως μινιατούρες/στα ράφια ενός εξοχικού/εκεί στο Μενεού.

Σε κάποια τέλος ποιήματα, η Κατσούρη μας γνωρίζει τα εγγόνια της, τον Γιάννη και τη Θάλεια, θέλοντας έτσι να μας υπενθυμίσει ότι η ζωή συνεχίζεται, παρά τις όποιες απώλειες, αναμενόμενες ή μη, δικών μας ανθρώπων. Χαρακτηριστικά είναι τα ποιήματα ‘Ο Γιάννης και το παγκάκι’ και ‘Ή Θάλεια και το παγκάκι’:

Ο Γιάννης και το παγκάκι

Τον λέγανε Γιάννη/ήτανε δεν ήτανε/ενός χρόνου./Ένα φθινοπωριάτικο απόγευμα/βρέθηκε καθισμένος/στο γνωστό παγκάκι./Ξαφνικά/άρχισαν να περνούν από μπροστά του/κρουαζιερόπλοια, φορτηγά/ψαρόβαρκες και φρεγάτες./Αυτός τα χαιρετούσε/τσιρίζοντας και χασκογελώντας/ενώ εκείνα σε ανταπόδοση/σφυρίζανε παθιασμένα/και ακατάπαυστα./Όσο για τους ναύτες/σκαρφαλωμένοι στην κουπαστή/και στην πρώρα/χειροκροτούσαν με πάθος και αγαλλίαση./Τον λέγανε Γιάννη./Και δεν ήτανε/ενός χρόνου.

Η Θάλεια και το παγκάκι

Τη λέγανε Θάλεια/ήτανε δεν ήτανε/ενός χρόνου./Με τη γλώσσα, λοιπόν, των διδύμων/έστειλε στον αδελφό της μήνυμα/πως και αυτή/είχε δικαιώματα στο παγκάκι./Ήθελε και αυτή/να χαιρετά τα καράβια/και να χασκογελά με τους ναύτες./Ήθελε και αυτή/να κουβεντιάζει με τη γοργόνα/την αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου/και ακόμα να ψαχουλεύει όλα εκείνα τα χειρόγραφα/και τα βιβλία/που γυρόφερναν το παγκάκι./Τη λέγανε Θάλεια/ήτανε δεν ήτανε/ενός χρόνου.

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Ντίνας Παγιάση-Κατσούρη με τον τίτλο ‘Το παγκάκι’ είναι το αποτέλεσμα μιας συμβίωσης σαράντα τριών χρόνων της ποιήτριας με τον σύζυγό της,  Γιάννη Κατσούρη. Ίσως εδώ μέσα, ξεχειλίζει ο λυρισμός λόγω του περιεχομένου και των ειδικών κινήτρων και ερεθισμάτων  της ποιήτριας. Σε προηγούμενα όμως ποιήματά της, αναφέρεται σε προβλήματα του τόπου της αλλά και του κόσμου, γενικότερα.  Η Ντίνα Κατσούρη γεννήθηκε στην  κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο, το 1941, και  μετά την αποφοίτησή της από το γυμνάσιο της γενέτειράς της, σπούδασε δημοσιογραφία στην Αθήνα. Με την επιστροφή της στην Κύπρο το 1962, συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, διορίστηκε αρχικά στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών και από το 1969 ως το 2000 εργάστηκε στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου,  κάνοντας μια επιτυχημένη καριέρα. Δημοσίευσε τα πρώτα της κείμενα στο περιοδικό Κυπριακά Χρονικά, ενώ από το 2001 είναι εκδότρια του γνωστού και υψηλού επιπέδου Περιοδικού Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού, ‘Άνευ’, το οποίο σήμερα βρίσκεται αισίως στο τεύχος 67-68.  Έχει εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές, όπως  ‘Ποιήματα’ (1964), ‘Σύνθεση’ (1966), ‘Ο ηγεμόνας’ (1969), ‘Υπομνήματα’ (1978),  ‘Αντιθέσεις’ (1987), ‘Μ’ ακουουούς’ (1996), ‘Της Αφροδίτης και του Άδωνη’ (2006), ‘Πενήντα παρά μια ανατροπές’ (2011), και ‘Τα Ποδοσφαιρικά’ (2013).  Παρά το γεγονός ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και λυρισμό, εν τούτοις δεν λείπουν και τα στοιχεία, ειδικά σε κάποιες συλλογές της, αμφισβήτησης, θυμού, πολιτικής  και επαναστατικότητας. Καθηλωμένη σε τροχοκάθισμα τα τελευταία χρόνια, παραμένει ακμαία και ενεργητική τόσο σε εκδοτικό  όσο και στο λογοτεχνικό της έργο.

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here