Ανάκληση στιγμών  απ’ το ‘Σπίτι των Αναμνήσεων’ της Ρανγκούν

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

 

Ετούτη η χώρα έχει, κατά καιρούς, εισπράξει από τη διεθνή κοινότητα ουκ ολίγα επίθετα. Κοινωνικά εξαθλιωμένη, εγκαταλειμμένη, υποδεέστερη, παρίας, περιθωριακή, απόβλητη και πολλά άλλα.  Τα Ηνωμένα Έθνη και διάφοροι άλλοι οργανισμοί  και οργανώσεις έχουν αναφερθεί διαχρονικά σε  συνεχόμενες και συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας θρησκευτικά αλλότριων, τη χρήση παιδιών ως στρατιωτών, τους  συστηματικούς βιασμούς, την παιδική εργασία, τη δουλεία, την  εμπορία ανθρώπων, καθώς  και την έλλειψη  ελευθερίας του λόγου. Παρ’ όλα αυτά μετά από τη μερική άρση του ελέγχου του στρατού στην κυβέρνηση και την απελευθέρωση της πασίγνωστης ακτιβίστριας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Αούνγκ  Σαν Σου Κίι (Aung San Suu Kyi), το 2011, η κυβέρνηση βελτίωσε γρήγορα τις σχέσεις της με τις μεγάλες δυνάμεις, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα την σχετική χαλάρωση των σχετικών κυρώσεων που είχαν επιβληθεί στη Βιρμανία ή Μυανμάρ ή Μπούρμα, όπως ήταν γνωστή παλιότερα.

Από το κέντρο της πόλης. Δεξιά το Δημαρχείο της Γιανγκόν.

Δυστυχώς ξαναήρθε στην επικαιρότητα αφού εδώ και δύο εβδομάδες ο στρατός ανέλαβε εκ νέου την διακυβέρνηση της  χώρας, και μάλιστα  τη στιγμή  που η νέα κυβέρνηση που προέκυψε από τις προηγηθείσες εκλογές θα αναλάμβανε το πηδάλιο της. Μολονότι απαιτείται πολύωρη και στην πλειονότητα των περιπτώσεων κάποιες νυχτερινές  πτήσεις για να φτάσει κάποιος έως εδώ, στη μεγαλύτερη πόλη και το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο ετούτης της χώρας, ακόμα θυμάται πως Γιανγκόν, επίσης γνωστή ως Ρανγκούν, στην κυριολεξία σημαίνει το  ‘τέλος της διαμάχης’, κάτι που φαντάζει άπιαστο όνειρο για τις τωρινές πολιτικές της συνθήκες και καταστάσεις. Είναι η πρώην πρωτεύουσα της Μπούρμα και σήμερα η πρωτεύουσα της περιφέρειας της Γιανγκόν. Παρά το γεγονός, όμως, ότι η στρατιωτική κυβέρνηση μετέφερε επίσημα την πρωτεύουσα της χώρας στη νεόχτιστη και αραιοκατοικημένη Νάι Πι Τάου (Naypyidaw),  από τον Μάρτιο του 2006, η Γιανγκόν, με πληθυσμό άνω των έξι περίπου εκατομμυρίων ψυχών, συνεχίζει να είναι η μεγαλύτερη πόλη και το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο ετούτης της χώρας.

Συνηθισμένη εικόνα στο  εσωτερικό της χώρας.

 

Να τονίσουμε, με την ευκαιρία, ότι παρά τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα, για όποιον την έχει γνωρίσει, είναι μια συμπαθέστατη χώρα με ανθρώπους καλοκάγαθους, πρόσχαρους  και φιλόξενους. Πέρα από τα συνήθη αξιοθέατα τα οποία δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να χάσει ο επισκέπτης, ορισμένα, λίγα στον αριθμό, υποψιασμένα ταξιδιωτικά γραφεία που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της Γιανγκόν, συστήνουν ανεπιφύλακτα και ετούτη την  επίσκεψη. Αναφέρομαι στο ‘Σπίτι των Αναμνήσεων’, House of Memories, όπως έμεινε γνωστό και αποκαλείται στην αγγλική γλώσσα. Αυτό το κτίριο δυτικού στυλ φτιαγμένο από ξύλο τικ αποτελούσε κάποτε την έδρα του στρατού ανεξαρτησίας του στρατηγού Αούνγκ Σαν (1915-1947). Είναι κρίμα φυσικά που εδώ και καιρό, το ισόγειό του έχει μετατραπεί σε  εστιατόριο δημοφιλές για την παραδοσιακή βιρμανική κουζίνα που σερβίρει φυσικά για λόγους καθαρά  οικονομικούς. Έχει ακόμη εμφανιστεί σε αρκετά τηλεοπτικά προγράμματα, μπροσούρες, ενημερωτικά φυλλάδια  και ταξιδιωτικούς οδηγούς.  Για ένα τόσο γνωστό εστιατόριο και κυρίως για ένα τόσο σπουδαίο οίκημα, περπατώντας στην αχανή πόλη δεν βρίσκει κάποιος εύκολα κατευθυντήριες  πινακίδες, και ειδικά σε κάποια γλώσσα που είναι πιθανόν να γνωρίζει. Παρ’ όλα αυτά, με λίγη προσπάθεια βρίσκουμε ένα  κομψό κτίριο που βρίσκεται σε μια σχετικά ήσυχη και κρυμμένη περιοχή. Οι σερβιτόροι είναι σαφέστατα υποψιασμένοι και μόλις εμφανισθεί εκεί κάποιος διστακτικός τουρίστας, καταλαβαίνουν τον σκοπό της επίσκεψης και τον καθοδηγούν με χειρονομίες στον πάνω όροφο.

Το γραφείο του στρατηγού  Αούνγκ Σαν, σήμερα.

 

Εκεί, δηλαδή, που  ήταν κάποτε το γραφείο που χρησιμοποίησε ο στρατηγός Αούνγκ Σαν (Aung San) κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο είναι πλέον ανοιχτό για το κοινό. Κατά την είσοδο, παρατηρούμε  μια παλιά γραφομηχανή πάνω από ένα μεγάλο γραφείο, και πίσω από το γραφείο μια καρέκλα. Με ένα χαμόγελο και  λίγη προσπάθεια σε αφήνουν να εισέλθεις σε αυτό και ακόμα να καθίσεις στην ιστορική καρέκλα παίρνοντας την όποια έκφραση σού ταιριάζει με την περίσταση. Κρεμαστά στους τοίχους διάφορες φωτογραφίες και έγγραφα που δίνουν μια ιδέα της ζωής του στρατηγού Αούνγκ Σαν, ο οποίος  δολοφονήθηκε στα μέσα του αγώνα για την ανεξαρτησία της Βιρμανίας.

 

Μεταξύ των φωτογραφιών βρίσκονται αναρτημένα στους τοίχους οικογενειακά πορτραίτα που τραβήχτηκαν κατά την παιδική ηλικία της κόρης του στρατηγού Αούνγκ, Σαν Σου Κίι (Aung San Suu Kyi, 1945- ), η οποία οδήγησε τη Μυανμάρ στο δρόμο ώστε να γίνει  το δημοκρατικό έθνος, έστω αυτό που είναι έως τώρα. Έμοιαζαν με συνηθισμένες φωτογραφίες μιας ευτυχισμένης οικογένειας.

Πιθανότατα ήταν αδύνατο τότε να φανταστεί κανείς τη στιγμή που τραβήχτηκαν αυτές οι φωτογραφίες ότι αυτός ο συγκεκριμένος πατέρας και η μετέπειτα διάσημη κόρη του θα συνέχιζαν για μακρό ακόμα χρονικό διάστημα  να ζουν τέτοιες δραματικές και ταραχώδεις στιγμές  καθοδηγώντας το έθνος τους προς την ανεξαρτησία, τον εκδημοκρατισμό και την πολυπόθητη ανάπτυξη.

Το γραφείο του στρατηγού είναι σχετικά εύκολα προσβάσιμο.

 

Η Μυανμάρ ανοίχτηκε στη συνέχεια  στον κόσμο,  ξεκινώντας μια ελπιδοφόρα πορεία προς την ανάπτυξη στην οποία εξέχουσα θέση έχει και ο τουρισμός ο οποίος για την ώρα βρίσκεται σε εμβρυικά στάδια.

Τα πρόσφατα γεγονότα στην Μυανμάρ, πάλι, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για το δημοκρατικό μέλλον της χώρας ετούτης, που ξεκίνησε με ελπίδες πολλές στα 2015. Ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, Μιν Αούνγκ Χλέινγκ, επέβαλε πριν λίγες μέρες,  την 1η Φεβρουαρίου,  ‘κατάσταση έκτακτης ανάγκης’ για ένα έτος, και διόρισε κυβέρνηση αποτελούμενη κατ’ αποκλειστικότητα από στρατιωτικούς.

 

Να υπενθυμίσουμε πως στις πρόσφατες εκλογές του Νοεμβρίου το κόμμα της Αούνγκ Σαν Σου Κίι έλαβε υψηλότατο ποσοστό, αλλά ο στρατός με τη σειρά του, δήλωσε ότι έγινε εκτεταμένη νοθεία.

 

Το στρατιωτικό πραξικόπημα, κατά τα ειωθότα και γνωστά από άλλες περιπτώσεις και χώρες, επέβαλε τον γνωστό και αποτελεσματικό για την περίσταση κατ’ οίκον  περιορισμό για καλύτερο έλεγχο των περισσότερων πολιτικών στελεχών. Για την κόρη όμως του στρατηγού Αούνγκ Σαν, δεν ήταν η πρώτη φορά που θα παραμείνει έγκλειστη, αφού είχε υπάρξει σε αυτό το καθεστώς  για αρκετά χρόνια, από το 1989 συγκεκριμένα έως το 2010. Η χώρα, επίσης, βρισκόταν υπό στρατιωτικό καθεστώς από 1962 μέχρι το 2011, τότε που φάνηκαν στον ορίζοντα τα πρώτα σημάδια  εκδημοκρατισμού της Μυανμάρ.

Αν πάμε λίγο πίσω στην ιστορία και σε κάποιες βασικές λεπτομέρειες,  η Αούνγκ Σαν Σου Κίι είναι κόρη του γνωστού ήρωα της ανεξαρτησίας και ιδρυτή του στρατού της πρώην Βιρμανίας, του Αούνγκ Σαν, με βραβείο Νόμπελ Ειρήνης (1991) στο βιογραφικό της σημείωμα «για τον ειρηνικό και μη-βίαιο αγώνα της κατά της στρατιωτικής δικτατορίας»,  και με σπουδές σε διάφορα πανεπιστήμια του Λονδίνου και της Οξφόρδης. Εξελέγη πρωθυπουργός το 2015, αλλά πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι είναι αρκετοί εκείνοι που τής καταλογίζουν την άγρια καταδίωξη και τον εκδιωγμό  εκατοντάδων  χιλιάδων μουσουλμάνων Ροχίνγκια, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων  κατευθύνθηκε προς τη γειτονική χώρα του  Μπαγκλαντές.  Πρωταγωνιστής της όλης μεθόδευσης εναντίον αυτών, ήταν ο στρατηγός Χλέινγκ, αλλά πολλοί επιρρίπτουν  ευθύνες και στην Αούνγκ Σαν Σου Κίι, ότι δηλαδή όχι μόνο ανέχθηκε τηρώντας σιωπηρή στάση, αλλά και στήριξε την όλη διαδικασία του στρατού. Μαζί με αυτά, όμως, διαφαίνεται εδώ και καιρό και κάποια προσπάθεια του αναφερόμενου στρατηγού για μελλοντικές πολιτικές φιλοδοξίες.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here