Του Νίκου Τσούλια

 

 

Κανένας κοινωνικός θεσμός, καμιά εργασιακή δραστηριότητα, κανένα επάγγελμα δεν μπορούν να νοηθούν χωρίς την έρευνα. Και ο λόγος είναι απλός. Τα πάντα εξελίσσονται και αν δεν επηρεάζεις τη ροή των εξελίξεων, τότε τίθεσαι εκτός πραγματικότητας και περιθωριοποιείσαι. Και η έρευνα, ως αιχμή της γνώσης, αποτελεί το πεδίο στο οποίο σμιλεύεται το μέλλον των πραγμάτων.

Και αν αυτές οι διαπιστώσεις για την έρευνα είναι γενικές και καθολικές, για την εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς η έρευνα είναι ανάσα και πνοή για καθετί που συμβαίνει στο σχολείο. Χωρίς έρευνα όχι μόνο δεν μπορεί να νοηθεί σχολική λειτουργία, αλλά η διδασκαλία «κινδυνεύει» να δρα ακόμα και επιζήμια στο βασικό της ρόλο: στη μόρφωση, στην αγωγή, στην κοινωνικοποίηση των νέων. Γιατί το σχολείο μπορεί να διδάσκει γνώσεις του παρελθόντος αλλά το βλέμμα του είναι μόνιμα στραμμένο στο μέλλον.

Και αν δεν υπηρετεί αυτή τη βασική του αποστολή, μετασχηματίζεται σε ένα απλό αντηχείο των όσων έχουν συμβεί χωρίς να επηρεάζει τα δρώμενα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στις αρχές του 1930 ο John Dewey έδωσε μεγάλη ώθηση στην επιστημονική έρευνα αλλά και οι δικοί μας μεγάλοι παιδαγωγοί (Γληνός, Δελμούζος, Κουντουράς, Παπανούτσος…) ήταν εραστές της έρευνας.

Το σχολείο έχει έναν διαρκώς πιο σύνθετο ρόλο σε ένα όλο και πιο γρήγορα εξελισσόμενο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον. «Το έργο της εκπαίδευσης είναι ρευστό και παρατεταμένο, και η διδασκαλία απαιτεί μια κλίμακα δεξιοτήτων πολύ ευρύτερη από αυτή που απαιτείται από τους γιατρούς ή τους δικηγόρους» (W. Carr W., S. Kemmis, Για μια κριτική εκπαιδευτική θεωρία). Το πιο βασικό εφόδιο, κατά τη γνώμη μου, των εκπαιδευτικών πέραν των πανεπιστημιακών επιστημονικών σπουδών τους και της παιδαγωγικής τους επάρκειας είναι η κουλτούρα της έρευνας, η διαρκής συστηματική αναζήτηση των όλο και πιο νέων στοιχείων που εκ των πραγμάτων θέτει το σχολείο. Η σχέση των εκπαιδευτικών με την έρευνα έχει κάποιες όψεις.

 

α) Η προσωπική εμπλοκή τους στην προαγωγή της έρευνας, στοιχείο που σημαίνει ότι σε κάποια φάση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας – είτε προ προϋπηρεσίας είτε κατά την προϋπηρεσία τους – θα πρέπει να έχουν κάνει μια έρευνα σε αντικείμενο που θα έχει σχέση με τη διδασκαλία και τη σχολική λειτουργία. Μόνο όταν ο εκπαιδευτικός γίνει ενεργό υποκείμενο στην παραγωγή νέας γνώσης, μπορεί να συνειδητοποιήσει τη μεγάλη και αναντικατάστατη αξία της έρευνας, να ανακαλύψει την ομορφιά της και να την κάνει μόνιμο σύντροφό της.

Σε μια τέτοια εξέλιξη, θα υπηρετεί με αποτελεσματικό τρόπο την ανάλογη διδασκαλία στα διάφορα πρότζεκτ που εισάγει η πολιτεία, αφού θα είναι γνώστης κάποιων τεχνικών της και μεθοδολογιών της. Μπορώ να ισχυριστώ ότι ο εκπαιδευτικός αν δεν είναι ερευνητής, δεν μπορεί να αρτιώσει το εκπαιδευτικό του σχήμα. Και αυτό τεκμηριώνεται και από το εξής στοιχείο. «Το κίνημα των εκπαιδευτικών ως ερευνητών «εμφανίστηκε» σε μια περίοδο ταχύτατων μεταβολών των εκπαιδευτικών δομών και συστημάτων, η οποία κρίθηκε κατάλληλη για επαγγελματική απελευθέρωση» (W. Carr, S. Kemmis, Για μια κριτική εκπαιδευτική θεωρία).

 

β) Η διαρκής προσφυγή τους στα πορίσματα της εκπαιδευτικής έρευνας αξιοποιώντας την ιδιαιτέρως ακμάζουσα προαγωγή της γνώσης στα νέα ζητήματα που θέτει το σχολείο (διαπολιτισμικότητα και πολυπολιτισμικότητα, ειδική αγωγή, αγωγή υγείας, κοινωνικά προβλήματα, συγκρότηση ταυτοτήτων, νέες εκφράσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, διεθνοποίηση και παγκοσμιοποίηση, θεωρίες μάθησης, θεωρίες γνωστικής και συναισθηματικής ανάπτυξης, δυναμική της ομάδας, ατομικές διαφορές στην ικανότητα και στην προσωπικότητα, μοντέλα διαμόρφωσης στάσεων και αλλαγής συμπεριφοράς, θεωρίες κινήτρων κλπ).

Έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί οι εποχές που το πτυχίο καθοδηγούσε τους εκπαιδευτικούς καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Πέραν της συστηματικής επιμόρφωσης ή μετεκπαίδευσης είναι αναγκαία η διαρκής και συστηματική παρακολούθηση στους τόσους και τόσους τομείς που απαιτεί το σχολείο (κοινωνιολογία, επιστημολογία, ψυχολογία κλπ) πέραν του επιμέρους επιστημονικού πεδίου τους.

γ) Η ένθερμη και υπεύθυνη συμμετοχή τους σε έρευνες άλλων εκπαιδευτικών και ερευνητών που αφορούν την εκπαίδευση και την αντίστοιχη επιστήμη τους. Εδώ παρατηρείται μια αδράνεια ή και μια αδιαφορία που δεν κατανοούνται, ακόμα και στο να συμπληρώνονται κάποια ερωτηματολόγια. Γιατί ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι ενδεχομένως τα πορίσματα της έρευνας που τη σνομπάρουμε δεν θα μας είναι χρήσιμα στην εργασία μας και πάντως δεν θα επιστραφούν ως πολλαπλασιασμένο όφελος στην εκπαίδευση;

Η ενεργός σχέση των εκπαιδευτικών με την έρευνα θα έχει ένα μεγάλο όφελος για το επάγγελμά τους και για το σχολείο. Γιατί «η ιδέα του εκπαιδευτικού της πράξης ως ερευνητή θεωρείται ως ένα ιδεολογικό κίνημα που στοχεύει στον εκδημοκρατισμό της εκπαιδευτικής έρευνας, με μια κίνηση προς απομάκρυνση από την άποψη ότι μόνο οι ακαδημαϊκοί είναι οι νόμιμοι παραγωγοί της γνώσης, προς μια κατάσταση όπου είναι αποδεκτό για τους επαγγελματίες να ερευνούν το αντικείμενό τους» (G. Verma, K. Mallick, Εκπαιδευτική έρευνα).

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here