Aλεξάνδρα Μητσιάλη: «Ταξίδι με την Οδύσσεια»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Ενα ποιητικό παιχνίδι ανάμεσα σε ένα σύγχρονο δεκαπεντασύλλαβο, σε γνωστούς, κατά κανόνα, δεκαπεντασύλλαβους δημοτικών τραγουδιών και στην καθοριστική παρουσία του Σολωμού, του Παλαμά, του Ρίτσου και του Σεφέρη. Μια διαφορετική συνομιλία ανάμεσα σε ένα τωρινό λογοτεχνικό κείμενο, σε ένα κλασικό και σε όλα αυτά που παρεμβάλλονται ανάμεσά τους. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα καινούριο λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο με τη δική μου αισθητική και από τη δική μου οπτική γωνία».  Μιλάμε με την Αλεξάνδρα Μητσιάλη, συγγραφέα του «Ταξίδι με την Οδύσσεια»,  εκδόσεις Πατάκη. 

Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάζεται ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Ταυτόχρονα γράφει λογοτεχνία για μικρούς και μεγάλους. Βιβλία της ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας (Το Αστερόσπιτο, Με λένε Νιλουφέρ, Το υπόσχομαι… και Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο) καθώς και για άλλα βραβεία (Το Αστερόσπιτο και Η νύχτα των πυγολαμπίδων για το Βραβείο του Λογοτεχνικού Περιοδικού Διαβάζω 2008 και 2009 αντίστοιχα, Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και Αναγνώστης 2014, Κύριε Χρόνε, σου έχω πολλά παράπονα, Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 2015, Να με Αντέχεις, Αναγνώστης 2016).  Το μυθιστόρημά της Θα σε σώσω ό,τι κι αν γίνει βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για Νέους του 2014, ενώ το τελευταίο της μυθιστόρημα, Ξυπόλυτοι ήρωες, με το Βραβείο Νεανικού Μυθιστορήματος από το ελληνικό τμήμα της IBBY το 2017.

-Βασισμένο στις κλασσικές μεταφράσεις, με σύγχρονη απόδοση και ποιητικά δάνεια;

  • Όχι δε βασίστηκα στις μεταφράσεις ούτε προσπάθησα να αποδώσω το αρχαίο κείμενο. Το «Ταξίδι με την Οδύσσεια» δεν είναι μια μετάφραση-απόδοση της Οδύσσειας του Ομήρου, που έγινε με συστηματικό τρόπο σε όλη την έκταση του κλασικού κειμένου. Δεν αποτελεί μία φιλολογική μελέτη που έγινε επί τούτου για να γραφτεί αυτό το βιβλίο αλλά ό,τι είχε μελετηθεί, ό,τι υπήρχε μέσα μου ως απότοκο της μακρόχρονης σχέσης μου -βιωματικής και φιλολογικής- με το κείμενο αυτό λειτούργησε ως παρακαταθήκη, ως υλικό που αναδύθηκε αυθόρμητα. Με λίγα λόγια δεν έψαξα τόσο, όσο βρήκα τα  στοιχεία που χρειαζόμουνα στις διαθέσιμες εσωτερικές αποθήκες. Το Ταξίδι με την Οδύσσεια είναι κυρίως το αποτέλεσμα μιας λογοτεχνικής έμπνευσης που ταξίδεψε με φουσκωμένα τα πανιά σε ρότα που όριζαν οπωσδήποτε η θάλασσα του κλασικού κειμένου και οι ακτές του δεκαπεντασύλλαβου αλλά με πλοηγό τη λογοτεχνική ελευθερία· είναι το δικό μου ταξίδι με τη Οδύσσεια του Ομήρου. Νομίζω ότι σε τέτοια κείμενα λειτουργεί αυτό που ισχύει ως κριτήριο και για την υπόλοιπη λογοτεχνία, το αν μπορεί εν τέλει το κείμενο να προσφέρει στον αναγνώστη ένα «καινούριο» λόγο και μια αυθεντική συγκίνηση. Και αν με αυτό τον τρόπο τον κάνει να λύσει κάβους, να ανοίξει πανιά για το δικό του ταξίδι, για την δική του Οδύσσεια, με πλώρη την ουτοπία όποιας Ιθάκης…Το «κύρος» ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν μπορεί ποτέ να πηγάζει από τις πηγές και τις βιβλιογραφικές αναφορές του ή από τον καταμετρημένο χρόνο της συγγραφής. Όλα αυτά καταξιώνονται μόνο από το λογοτεχνικό αποτέλεσμα.

-Με πυξίδα τον δεκαπεντασύλλαβο;

  • Ο δεκαπεντασύλλαβος αποτέλεσε για μένα το μέσο και ταυτόχρονα το πεδίο. Στην αρχή λειτούργησε ως τρόπος για να γράψω το κείμενό μου και προχωρώντας μετατράπηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Με συνεπήρε δηλαδή η σύνθεση των δικών μου δεκαπεντασύλλαβων με τους κλασικούς δεκαπεντασύλλαβους της δημοτικής και λόγιας παράδοσης σε ένα ενιαίο κείμενο, τόσο ενιαίο που, αν κάποιος  δεν είχε διαβάσει ποτέ του τον Σολωμό και τον Ρίτσο ή Το Γεφύρι της Άρτας και Το τραγούδι του νεκρού αδερφού κι αν εγώ δεν φιλοξενούσα τους στίχους αυτούς με πλάγια γράμματα στο κείμενο μου για να διακρίνονται, να θεωρούσε ότι ήταν δικοί μου. Γιατί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο φαίνεται πόσο ο δεκαπεντασύλλαβος είναι εν τέλει ο ρυθμός της ελληνικής γλώσσας και πόσο η έμμετρη παράδοση της δημοτικής γλώσσας είναι αφάνταστα πλούσια σε εκφραστικότητα και στη διαχρονικότητά της όμορφη και δυνατή.

-Και τα δημοτικά του Γιώργου Ιωάννου;

  • Διάβασα τα δημοτικά τραγούδια της συλλογής του Γιώργου Ιωάννου και επέλεξα από αυτά εκείνους τους στίχους που αφενός ξεχώριζαν για τη δύναμη και την ομορφιά τους και που αφετέρου μπορούσα να αξιοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο στο δικό μου κείμενο. Κάποιες φορές τροχοδρόμησα με τέτοιο τρόπο την αφήγηση ώστε να χωρέσουν στα λόγια των προσώπων μερικοί από τους στίχους που μου φάνηκαν τόσο συναρπαστικοί ώστε η παρουσία τους στο κείμενό μου να φαντάζει επιβεβλημένη. Πώς μπορεί για παράδειγμα η Ναυσικά, όταν εκφράζει τα συναισθήματά της στον Οδυσσέα, να μη μιλήσει συμπεριλαμβάνοντας στα λόγια της τους παρακάτω δύο στίχους από το δημοτικό τραγούδι «Χωρισμός»: να γένω κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου/εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα; Η πώς μπορεί η Πηνελόπη να μιλήσει στον ίδιο τον Οδυσσέα, που εμφανίζεται μπροστά της μεταμορφωμένος σε ζητιάνο, για την προσπάθειά της να κρυφτεί όλα αυτά τα χρόνια από τους μνηστήρες, χωρίς να βάλει στο στόμα της τους στίχους από του Τραγούδι του νεκρού αδερφού κατά τι προσαρμοσμένους: στα σκοτεινά με λούζανε, στ’ άφεγγα με χτενίζαν/στ’ άστρι και στον αυγερινό έπλεκαν τα μαλλιά μου; Ή πώς θα μπορούσα να αποδώσω καλύτερα τα κάλλη της Πηνελόπης παρά αξιοποιώντας τους δύο στίχους από την παραλογή της Ζερβοπούλας: Έλαμπαν τα μανίκια της κι άστραφτε η φορεσιά της/άσπρα λουλούδια πέφτανε απ’ την περπατησιά της;

-Με την τεχνική του αναχρονισμού βάλατε και στοιχεία του σήμερα στην αφήγησή σας;

  • Ναι βέβαια, γιατί αφενός μου το επιτρέπει ο Όμηρος που αξιοποίησε, μπορεί αναγκαστικά μπορεί κι ηθελημένα, την τεχνική αυτή αφετέρου όμως το επιχειρώ «ποιητική αδεία», για να μπορέσω να εκφράσω δικές μου σημερινές σκέψεις και συναισθήματα μέσα από την παλιά ιστορία.

-Ενα ταξίδι ιστορικό και σύγχρονο;

  • Ένα ταξίδι εν κατακλείδι λογοτεχνικό. Τα λογοτεχνικά ταξίδια νομίζω ότι είναι με κάποιο τρόπο ταυτόχρονα ιστορικά και σύγχρονα και με την έννοια ότι χωρίς να το καταλαβαίνει ο λογοτέχνης ενυπάρχει τόσο στη γλώσσα που χρησιμοποιεί όσο και στα περιεχόμενά με τα οποία ασχολείται μια ιστορικότητα, αφού και η γλώσσα και τα θέματα ενός λογοτέχνη έχουν μια ιστορική διαδρομή και κουβαλούν μέσα τους ταυτόχρονα το παρόν αλλά και το παρελθόν τους, πόσο μάλλον στην περίπτωση του βιβλίου αυτού, που είναι η επιτομή της διακειμενικότητας και της διαχρονικότητας.

-Τι ήταν για σας τελικά αυτό το βιβλίο;

  • Ένα κέντημα λέξη λέξη και στίχο στίχο  που ανακατεύοντας διαρκώς τις κλωστές του και τροποποιώντας τα μοτίβα του για να πετύχω το καλύτερο αποτέλεσμα, θα μπορούσα να μην το τελειώσω ποτέ (νομίζω ότι μετά από αυτό κατάλαβα κάπως καλύτερα πώς ένιωθε ο Σολωμός με τα σχεδιάσματά του). Ήταν μια απολαυστική περιπλάνηση στο κλασικό κείμενο, στη νεοελληνική γλώσσα και στην ποίηση. Ήταν επίσης το συγκινητικό ξετύλιγμα ενός νήματος που ξεκινούσε από την παιδική μου ηλικία, όταν ο παππούς μου μού αφηγούνταν την Οδύσσεια «σαν» ή «ως» παραμύθι. Όταν χρόνια αργότερα πήγα στην Α΄ Γυμνασίου κι ανοίξαμε στην τάξη το βιβλίο της Οδύσσειας κι αρχίσαμε το μάθημα, εξεπλάγην γιατί όλα αυτά που διαβάζαμε εγώ τα ήξερα πολύ καλά. Δεν μπορούσα να καταλάβω, όμως, από πού. Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω ότι όσα μας διάβαζε και μας δίδασκε η φιλόλογος ήταν το αγαπημένο μου παραμύθι. Είναι γνωστό πως οι παλιές καταγραφές έχουν πολύ μεγάλη σημασία στη ζωή ενός ανθρώπου είτε με το αρνητικό είτε με το θετικό τους πρόσημο, των λογοτεχνικών μη εξαιρουμένων.

 

Ραψωδία ψ

Τρέχει η Ευρύκλεια βιαστική να πει της Πηνελόπης

πως γύρισε ο άντρας της και πως την περιμένει.

 

Από τον ύπνο την ξυπνά που ’τανε βυθισμένη

μ΄ ακόμα την κρατούν σφιχτά τ’ ονείρου τα πλοκάμια

που κυβερνούν τα μάτια της κι ορίζουν την ψυχή της

και κάνουν την πεντάμορφη να πει αυτά τα λόγια:

-Είδα τον ουρανό θολό και τ’ άστρι ματωμένο,

είδα την μπόρα που άστραψε και το φεγγάρι εχάθη

και στης Ιθάκης τα βουνά νεροχαλάζι πέφτει.*

 

Τα λόγια της Ευρύκλειας μόλις ακούει πετιέται

σαστίζει η δόλια, αλλοφρονεί κι αλλοπαρμένη φεύγει

έξω απ’ την κάμαρη χιμά με πρόχειρο φουστάνι

με τα μαλλάκια ξέπλεκα, στις πλάτες της ριμμένα.**

 

Μα ούτε στιγμή όσ’ άκουσε δεν πίστεψε γι’ αλήθεια.

Μία κουβέντα σαν κι αυτή χρόνια τη λαχταράει

μα λόγια τέτοια μένουνε πάντα μια ουτοπία

απατηλά σαν όνειρα, θολά σαν την ομίχλη

κι άφταστα σαν τρελά πουλιά που πίσω δε γυρνάνε.

 

Ο Οδυσσέας της χάθηκε στους δρόμους του πελάγου

στα σταυροδρόμια των θεών, στα τρίστρατα της μοίρας

μες σ’ αγκαλιές ξεχάστηκε σαν κρίνα μυρωμένες

μέσα σε πλούσια δώματα, μαντήλια μεταξένια

και κήπους όπου τραγουδούν μαργιόλικα αηδόνια.

 

Και τότε ξάφνου σταματά, τον βλέπει εκεί μπροστά της.

Στέκεται ωραίος και την κοιτά, ψηλός και την προσμένει

καθώς αόρατη η Αθηνά που παραδίπλα στέκει

τον στόλισε σε μια στιγμή μ’ όλη την ομορφιά του.

 

Κρύος ιδρώτας έλουσε τα πορφυρά της ρούχα.

Μην την γελούν τα μάτια της, μην είν’ οφθαλμαπάτη;

Μην είναι κάποιο όραμα, μια οπτασία της μέρας,

πλάσμα της φαντασίας της και της τρελής ανάγκης;

 

Στην άκρη κοντοστέκεται, σφίγγεται η ψυχή της

μανταλωμένη καρτερεί, φυλακισμένη βλέπει

κι αυτή νιώθει τον πόνο της και σιωπηλά ρωτάει:

-Καρδιά, με δεκαοχτώ κλειδιά τι στέκεις κλειδωμένη;

Για δε γελάς, για δε γλεντάς, για δε χαροκοπιέσαι;***

 

Και ο Δυσσέας της μιλά, μια ιστορία της λέει

κάτι για χρόνους και καιρούς που πέρασαν και πάνε

για μέρη που δε γνώρισε, για ανθρώπους που δεν είδε

γι’ αναποδιές που ήρθανε, για σφάλματα συντρόφων

και για θεών σκληρές βουλές που θάνατο σκορπίσαν.

 

Τα λόγια του βουίζουνε σαν έντομα στ’ αυτιά της

τα μάτια της δε βλέπουνε, ο νους της ταξιδεύει

μαύρα έχει ανοίξει τα πανιά για θλιβερό ταξίδι 

ταξίδι κακορίζικο αμφιβολίες γεμάτο.

Είναι αυτός ο άντρας της ή μήπως ένας ξένος;

Κι αν είν’ αυτός κι αν γύρισε, την αγαπάει ακόμα;

 

Και τότ’ εκεί που στέκεται στην άκρη μουδιασμένη

κι έχει ένα κόμπο στο λαιμό, μια πέτρα στο στομάχι

νιώθει ψυχής φτερούγισμα στο μάγουλό της δίπλα

που μοιάζει αύρα της αυγής, χάδι μιας πεταλούδας

της μοίρας άλαλη φωνή που ένα σημάδι στέλνει. 

 

Κι η Πηνελόπη εκστατική νιώθει το άγγιγμά της

και μαγεμένη ορθώνεται και την ακολουθάει.

Βγαίνει απ’ το δώμα γρήγορα, τη σκάλα ανεβαίνει

τη σκαλισμένη πόρτα της μπρος της παραμερίζει

μπαίνει μέσα στην κάμαρη και σαν υπνωτισμένη

στου γάμου το κρεβάτι της πλαγιάζει το κορμί της.

 

Και με τα μάτια ορθάνοιχτα τη νιώθει να πλησιάζει

να μπλέκει μέσα στα μαλλιά, στα τσίνορα να παίζει

να ψηλαφεί τα χείλη της, το διάφανο λαιμό της.

Κι έτρεχαν τα ματάκια της σαν μαρμαρένια βρύση

κι έτρεμε κι η ψυχούλα της σαν μήλο μαραμένο****.

 

Τότ’ η ψυχή του άντρα της απλώνει τις φτερούγες

και με τα χέρια σα φτερά και τα φτερά σα χέρια

της Πηνελόπης την ψυχή έρχεται κι αγκαλιάζει.

Κι αυτή κλείνει τα μάτια της ν’ αφουγκραστεί το χτύπο

τα μέλη της μουδιάζουνε, διαλύονται οι σκέψεις.

 

Και συντονίζοντ’ οι ψυχές και φτιάχνουν μελωδία

π’ απλώνεται σαν ψίθυρος, σαν αύρα κυματίζει

και τα κρυμμένα μυστικά τραβάει απ’ τις κρυψώνες·

από τα μαύρα της μαλλιά χίλια μικρά σπουργίτια

από το στήθος τ’ απαλό χρωματιστές κορδέλες

κι από τα χείλη τα γλυκά τα παρακάτω λόγια:

 

-Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου*****

αγαπημένε άντρα μου, χρόνια σε περιμένω

την αδειανή μου αγκαλιά να την ξαναγεμίσεις

και τη ζωή  μου τη μισή ολόκληρη να κάνεις.

Πέρασες βάσανα πολλά, έζησες στενοχώριες

την άβυσσο συνάντησες, απάντησες τον Χάρο

έχασες τους συντρόφους σου, μάτωσες την ψυχή σου

μα κι αν τα πέρασες αυτά, χαλάλι όλα ας είναι

γιατί είν’ η αγάπη μαγική κι αξίζει το ταξίδι.

Είπε κι αγκαλιαστήκανε και μείνανε σφιγμένοι

ώρες πολλές κι ατέλειωτες μέχρι την άλλη μέρα.

*στίχος από το δημοτικό τραγούδι «Του κυρ-Βοριά» «…και στης Αττάλειας τα βουνά νεροχαλάζι πέφτει» (παραλογή)

**στίχος από το δημοτικό τραγούδι  «Ξενιτεμός από αγάπη» (της ξενιτιάς)

***στίχος από το δημοτικό τραγούδι  «Χωρίς απάντηση» (της ξενιτιάς)

****στίχοι από το δημοτικό τραγούδι «Ήλιε μου και τρισήλιε μου»(του Κάτω Κόσμου)

*****στίχοι από το δημοτικό τραγούδι «Ήλιε μου και τρισήλιε μου»(του Κάτω Κόσμου)

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here