Του ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΟΡΔΙΛΗ

Ο εξαιρετικός συγγραφέας κ. Θανάσης Αθανασίου αφηγείται* – στο αποκαλυπτικό βιβλίο του με τίτλο ‘‘Ο Δρόμος που Περπάτησα’’ – την σύλληψή του από τη χούντα των συνταγματαρχών. Εκ των πρωταγωνιστών της αφήγησης είναι ο κτηνώδης αρχιβασανιστής της χούντας διαβόητος Ευάγγελος Μάλλιος που εκτελέστηκε στις 14/12/1976 από τη 17Ν.

Με προσοχή η ανάγνωση:

Ο δρόμος ήταν ερημικός, πυκνό σκοτάδι στο στενάκι. Άρχισα να περπατάω με γρήγορο βήμα, χωρίς να τρέχω, και γυρίζω απότομα πίσω να δω τι γίνεται και βλέπω τον ασφαλίτη να έχει φτάσει τρέχοντας, ακριβώς πίσω μου, σε απόσταση δυο-τριών μέτρων με το πιστόλι προτεταμένο. Τώρα, τον είδα καλά, ήταν μετρίου αναστήματος, καλοντυμένος με μια έκφραση άγριου πεινασμένου ζώου που ορμάει στη λεία του, έκφραση που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Ήταν ο διαβόητος Μάλλιος, από τα πιο αδίστακτα μούτρα της ασφάλειας – τον οποίο μετά τη μεταπολίτευση δολοφόνησε η οργάνωση 17 Νοέμβρη.

Άρχισα να τρέχω χωρίς δισταγμό και σε λίγα δευτερόλεπτα να τον έχω αφήσει πίσω μερικές δεκάδες μέτρων όταν, εκείνος, βλέποντας ότι κινδυνεύει να με χάσει, αδίστακτα, άρχισε να πυροβολεί κατ’ επάνω μου, οι σφαίρες βροχή να σφυρίζουν γύρω μου, εγώ να κάνω συνεχείς ελιγμούς σαν άλλος κασκαντέρ…

Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις δεν γνωρίζεις εκ των προτέρων ούτε πώς αντιδράς, ούτε τα συναισθήματα που θα σε κυριεύσουν. Εμένα, πάντως, μου φαινόταν γελοίο να σκοτωθώ τόσο ‘τζάμπα’, χωρίς να έχω καταφέρει να έχω κάνει κάτι που να ‘αξίζει’ μια τέτοια εξέλιξη. Δηλαδή, σκεφτόμουν ότι είναι διαφορετικό να σκοτωθείς δίνοντας μια μάχη και διαφορετικό να ‘πας’ σαν το σκυλί στ’ αμπέλι! Έλεγα μέσα μου ‘καημένε Θανάση, πας χαμένος, τζάμπα, τίποτα δεν έκανες’!

Ομολογώ ότι σκέψη αυτή μου προκαλούσε λύπη. Η καταδίωξη κρατούσε ώρα και οι σφαίρες να είναι καταιγιστικές κι εγώ να απομακρύνομαι όλο και περισσότερο. Εν τω μεταξύ, από το χαμό που γινόταν, οι γύρω κάτοικοι των πολυκατοικιών έβγαιναν στα πεζοδρόμια, άνοιγαν πόρτες και παράθυρα, περίεργοι να δουν τι γίνεται και όταν ο Μάλλιος είδε ότι πλέον με έχανε φωνάζει στον κόσμο – αδίστακτος όπως ήταν – ‘κλέφτης, κλέφτης… πιάστε τον’.

Πραγματικά, μια μάζα ανθρώπων κινείται εναντίον μου να με συλλάβει και μπροστά στον κίνδυνο αυτόν φωνάζω με όση δύναμη είχα ‘δεν είμαι κλέφτης είμαι πατριώτης’ και ακούω, δεν βλέπω, ακούω τη μάζα αυτή των ανθρώπων να μένει κοκαλωμένη εκεί όπου ήταν, να μη κάνει βήμα παραπάνω, ήταν τρομερά συγκινητικό, μου ερχόντουσαν δάκρυα στα μάτια που ο κόσμος έδειχνε τη στιγμή εκείνη τα αντιδικτατορικά του αισθήματα πρόσωπο με πρόσωπο με τον αδίστακτο χουντικό ασφαλίτη. Βλέποντας ο Μάλλιος αυτή την απρόσμενη αντίδραση του κόσμου πυροβολεί στον αέρα και φωνάζει ‘όλοι μέσα, όλοι μέσα’ και, κρακ-κρακ, πόρτες και παράθυρα να μανταλώνονται, ο κόσμος να εξαφανίζεται, ο δρόμος να ερημώνει και να παραμένω πάλι εγώ με το Μάλλιο σε μια αναμέτρηση άνιση γιατί, στο μεταξύ, είχαν μαζευτεί ένα σωρό αυτοκίνητα της αστυνομίας, περιπολικά ή με συμβατικές πινακίδες, που είχαν κυκλώσει την ευρύτερη περιοχή.

Έτσι, παγιδευμένος όπως ήμουν, αποφασίζω να το παίξω ‘κορώνα-γράμματα’ και ό,τι γινόταν. Οι πυροβολισμοί συνεχίζονται κι εγώ μπαίνω μέσα σε μια τεράστια ανεγειρόμενη οικοδομή με την ελπίδα μήπως και μπορούσα, με κάποιον τρόπο, να βγω στο πίσω τετράγωνο και ξέφευγα. Όμως αυτό, όπως πολύ γρήγορα διαπίστωσα, στάθηκε αδύνατον. ….
Ύστερα από λίγο, μπαίνει ο Μάλλιος μέσα με μια κουστωδία ασφαλιτών, πάντα με το πιστόλι προτεταμένο αλλά, τώρα, ‘ενισχυμένος’ και με μια σιδερένια γροθιά. Πρώτη φορά έβλεπα σιδερένια γροθιά. Πρόκειται για ‘εργαλείο’ πραγματικά θανατηφόρο. Με συνέλαβαν και με οδήγησαν σε ένα από τα περιπολικά.

Έμοιαζαν με κανιβάλους που βρίσκονται σε ιεροτελεστική έξαψη, μεθυσμένοι από την επιτυχία να χοροπηδούν και να έχουν μετακομίσει σε άλλες σφαίρες του επιστητού! Σε λίγο, αφού, εννοείται, μέσα στο περιπολικό εξάσκησαν τις γροθιές τους – ευτυχώς όχι σιδερένιες – φτάσαμε στη διαβόητη Γενική Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας όπου, ειδοποιημένα ήδη, τα μεγάλα ‘μαχαίρια’, με ‘υποδέχτηκαν’ σε ‘επίσημη’ παράταξη οι Λάμπρου, Μπάμπαλης, Καραπαναγιώτης (με εκείνο το γλοιώδες αποκρουστικό ημι-χαμόγελο), Κραβαρίτης, Καλύβας. Όλοι, παλιοί ‘γνώριμοι’ σε μένα κι εγώ σε κείνους.

Σε λίγο είχαν αναλάβει ‘δουλειά’. Το ‘έργο’ γνωστό, οι ‘ηθοποιοί’ τέλειοι, επαγγελματίες σωστοί…

*ΥΓ: «Ο Μάλλιος δεν ήταν βασανιστής, μολονότι, όπως πολλοί άλλοι στη θέση του, είχε μάλλον χαστουκίσει κρατούμενους στη διάρκεια των ανακρίσεων»: Ευάγγελος Αβέρωφ, υπουργός εθνικής άμυνας της δημοκρατικής κυβέρνησης Καραμανλή του Α! και μετέπειτα πρόεδρος του δεξιού κόμματος Νέα Δημοκρατία του οποίου επίτιμος (πρόεδρος) ανακηρύχτηκε το 1981 και ως τέτοιος παραμένει και θα παραμένει ως τον αιώνα τον άπαντα.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here