Η σύγχρονη καπιταλιστική ιδεολογία και η κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα, στην  ‘Πόλη των θαυμάτων’ του Εντουάρντο Μεντόθα (1943- )

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

‘Το θάνατο της Δελφίνα στα 1925, είχε ακολουθήσει ο θάνατος του πεθερού του δον Ουμπέρτ Φίγκα υ Μορέρα, στις αρχές του 1927, κι’ αυτόν τον δεύτερο θάνατο, ο θάνατος του αδελφού του Χοάν στο τέλος της ίδιας αυτής χρονιάς, κάτω από συνθήκες ελάχιστα ξεκαθαρισμένες. Καθένας απ’ αυτούς τους θανάτους τού φαινόταν σαν ένα δυσοίωνο προμήνυμα…’, μας αφηγείται ο  Εντουάρντο Μεντόθα προς το τέλος ενός βιβλίου του ‘προσπαθώντας’ να διεισδύσει στις βαθύτερες σκέψεις και συναισθήματα του κεντρικού του χαρακτήρα.

Το τέταρτο και αρκούντως ογκώδες μυθιστόρημα ‘Η πόλη των θαυμάτων’ (La ciudad de los prodigios, 1986) του γεννημένου στη Βαρκελώνη, Καταλανού συγγραφέα Εντουάρντο Μεντόθα (1943- ), ανήκει στα βιβλία που γράφονται με υψηλούς και απαιτητικούς στόχους, αλλά που είναι ταυτόχρονα αναγκασμένα να διαχειριστούν και να εξισορροπήσουν ανάμεσα σε έναν μεγάλο όγκο λεπτομερειακών ιστορικών, πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων.  Οι περισσότεροι των Ισπανών συγγραφέων στην μεταφρανκική περίοδο, προσπάθησαν, σε γενικές γραμμές,  να βρουν το νέο τους στίγμα και να κινηθούν λογοτεχνικά προς εκείνο το είδος που θα συνδύαζε διάφορα άλλα μοτίβα, μεταξύ των οποίων τον μοντερνισμό, τον ρομαντισμό και το μελόδραμα, παρακάμπτοντας τον κοινωνικό ρεαλισμό της δεκαετίας του 1950. Η επιστροφή των συγγραφέων σε μορφές που εξαρτιόνταν  από τη χρονική εξέλιξη και τους αγωνιστικούς χαρακτήρες, μπορεί να λεχθεί ότι προωθούσε μια μυθική και συλλογική συνείδηση ​​της ιστορικής εποχής στην οποία προσέφυγαν. Σε παράλληλη πορεία βρισκόταν και η προϊούσα αυτογνωσία της ισπανικής κοινωνίας, όταν δηλαδή η χώρα προσπαθούσε να αποκτήσει στέρεες βάσεις και να αναπτύξει εκείνους τους πολιτικούς θεσμούς οι οποίοι ήταν απαραίτητοι για τη σταθεροποίηση και την περαιτέρω επέκταση του οικονομικού μοντέλου που είχε υιοθετηθεί την δεκαετία του 1960.

Η Ισπανία των τεχνοκρατών, όπως ονομάστηκε η χώρα κατά τη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας του 1960, έθετε ήδη τα στηρίγματα για την ανάπτυξη που είχαν ακολουθήσει  και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν εισέλθει στο νέο στάδιο του καπιταλισμού που έγινε γνωστό ως μετα-βιομηχανική κοινωνία.  Αυτό το στάδιο διέφερε  από το προηγούμενο στο γεγονός ότι η οικονομική εκμετάλλευση  της εργασίας δεν μπορούσε πλέον να απομονωθεί από ευαίσθητους κοινωνικούς στόχους που δεν καθορίζονταν, όμως, πάντοτε από το κριτήριο του κέρδους.

Χαρακτική απεικόνιση της Βαρκελώνης, κατά τη δεκαετία του 1890, που δείχνει το λιμάνι, ένα πλοίο και κάποιους πολίτες της.

 

Η ιδεολογική λειτουργία του καπιταλισμού σε μια κοινωνία που δεν ελεγχόταν, ούτε κατευθυνόταν  πλέον καθαρά από μια οικονομική τάξη, αλλά από  εκείνους που ήλεγχαν τα μέσα της κοινωνικής μεταμόρφωσης, υπήρξε η νεοκαπιταλιστική φόρμουλα με το άρμα της οποίας η Ισπανία πέτυχε τη επιθυμητή μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Ως νεοκαπιταλισμός, γενικώς, αναφέρεται η οικονομική θεωρία που συνδυάζει ορισμένες έννοιες του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Αυτός ο τύπος καπιταλισμού ήταν αναμφίβολα νέος, τότε, αφού εμφανίστηκε στις δεκαετίες του 1950 και 1960, συγκριτικά βέβαια με τον καπιταλισμό που υπήρχε πριν από τον Δεύτερο  Παγκόσμιο Πόλεμο. Αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων συγγραφείς, χρησιμοποίησαν τον όρο για να περιγράψουν τον καπιταλισμό της ηπειρωτικής Ευρώπης που χαρακτηριζόταν από μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, διευρυμένο κράτος πρόνοιας και επιλεκτική παρέμβαση του κράτους και εκεί όπου τα εργατικά συνδικάτα σε συνεργασία με την κυβέρνηση και την ιδιωτική βιομηχανία συμφωνούσαν σε ένα γενικό επίπεδο μισθού και κρατικών δαπανών στην οικονομία, ώστε να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες σε όλους απεργίες.

Ο θάνατος του δικτάτορα Φράνκο (1892-1975) αποτέλεσε σίγουρα μια εμβληματική ημερομηνία για μια νέα εθνική εικόνα της χώρας και μια σοβαρότερη αντίληψη της ιστορίας της. Η ενσωμάτωση της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το 1992, αποτελούσε το δεύτερο μυθικό ορόσημο της ιστορίας της χώρας, που υποσχόταν να διαλύσει τις κοινωνικές επιπτώσεις της μακράς ιστορικής απόκλισης του έθνους, με τη ρητορική της οικονομικής ανάπτυξης. Τόσο η λογοτεχνική όσο και η κυβερνητική αποκατάσταση, φυσικά, ήταν τυπικές εκφράσεις των βαθύτερων αλλαγών που επηρέαζαν ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό. Αν παρατηρήσει κάποιος αναδρομικά την κατάσταση, θα διαπιστώσει ότι ο μετασχηματισμός της ισπανικής κοινωνίας κατά τις τρεις δεκαετίες μεταξύ του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του θανάτου του Φράνκο το 1975, ήταν αδιαμφισβήτητη μετατροπή προς τον καπιταλισμό αλλά με κάποιες  δυσκολίες  καθ’ οδόν, όπως με την  απογοήτευση, για παράδειγμα, πολλών από τα ανεκπλήρωτα ιδεώδη που δημιούργησε το χρονικό διάστημα αντιπολίτευσης στο καθεστώς του Φράνκο. Η τεχνολογική επανένταξη στην οικονομία της αγοράς, στην οποία κυριαρχούσαν   κυβερνητικοί τεχνοκράτες με καθολική ιδεολογία, ξαφνικά έγινε ένας νεωτεριστικός τρόπος ζωής που σύντομα θα μετονομαστεί σε ‘μετανεωτερικότητα’. Ως όρος, η τελευταία,  επικεντρώνεται στα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα του δυτικού κόσμου, καθώς και τις καινοτομίες σε διεθνές επίπεδο από το 1960 και μετά, ενώ ως  ‘μεταμοντερνισμό’, εννοούμε το πολιτισμικό και πνευματικό φαινόμενο, το οποίο χρονολογείται κυρίως από τα νέα κινήματα στην τέχνη της δεκαετίας του 1920.

Παγκόσμια έκθεση του 1888, στη Βαρκελώνη.

 

‘Η πόλη των θαυμάτων’, για να έρθουμε τώρα σε αυτό το πολυσέλιδο βιβλίο του Εντουάρντο Μεντόθα, αποτελεί έναν συνδυασμό ιστορικού ρεαλισμού και μαγικού ρομαντισμού. Παρ’ όλο που είναι φαινομενικά αντιθετικά, αυτά τα είδη φαίνεται πως ‘συγκλίνουν’ στις χρονολογίες 1888 και 1929, τις ημερομηνίες τουτέστιν των δύο παγκοσμίων εκθέσεων που πραγματοποιήθηκαν στην πόλη της Βαρκελώνης, και στις οποίες αναφέρεται με μεγάλη έκταση ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του. Το πρόβλημα ήταν η αποκατάσταση του ρομαντισμού, ή πιο συγκεκριμένα, ο συνδυασμός της ρεαλιστικής ιστορικής αφήγησης και του περιπετειώδους ρομαντισμού σε μια κοινωνία η οποία χαρακτηριζόταν από τη συγχώνευση των θεωρητικά ανίκανων να συνυπάρξουν ιδεολογιών του οικονομικού φιλελευθερισμού και της γραφειοκρατικής κεντρικής συγκέντρωσης, κοινωνικούς μηχανισμούς των οποίων η διαφοροποίηση, σύμφωνα με τον Γερμανό κοινωνιολόγο και  πολιτικό οικονομολόγο Μαξ Βέμπερ (Max Weber, 1864-1920) σηματοδοτεί μια σύγχρονη κοινωνία. Στην μεταφρανκική Ισπανία οι ιδεολογίες αυτές συμφωνήθηκαν ή πιο σωστά συντέθηκαν, μάλλον, με την έννοια της διαλεκτικής θεωρίας του Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ  (1770-1831),  στον νέο και ανώτερο κύκλο του πολυεθνικού εταιρικού και κρατικού καπιταλισμού. Το μεταφρανκικό καθεστώς κληρονόμησε μεγάλο όγκο   αντιφάσεων που εμφιλοχωρούσαν μεταξύ μιας άκαμπτης κεντρικής διοίκησης και των πολυποίκιλων απαιτήσεων της οικονομικής ανάπτυξης που βρισκόταν μπροστά, στον ανοιχτό ορίζοντα. Αυτές οι αντιφάσεις επέζησαν όχι μόνο σε συμβολικό επίπεδο, στη γειτνίαση του νέου καθεστώτος μέσω της αποκατάστασης της μοναρχίας παρά της σύγχρονης νομιμοποίησης, αλλά και πιο αποφασιστικά στο σημείο συνάντησης και τον γεωμετρικό τόπο της ιδιωτικής ή της συνεταιριστικής πρωτοβουλίας και του σεβαστού διοικητικού ελέγχου. Η εν λόγω  σύγκρουση, τοποθετημένη σε ιστορική προοπτική, θέτει το υπόβαθρο και το σκηνικό για τη δράση στο πολύπλευρο μυθιστόρημα του Εντουάρντο Μεντόθα και υπαινίσσεται και προτείνει μια σωστή διαλεκτική των μορφών του.  Περιορισμένη και πλαισιωμένη από γεγονότα που λειτουργούν ως ιστορικοί δείκτες, η πλοκή του μυθιστορήματος ιχνηλατεί την άνοδο της Καταλανικής αστικής τάξης σε ιστορικό πρωταγωνιστή και την εξαφάνισή της πέρα ​​από τον ιστορικό ορίζοντα κάτω από συνθήκες που η ίδια συνέβαλε στη δημιουργία τους. Ο Εντουάρντο Μεντόθα φέρνει την εξέλιξη αυτή στο προσκήνιο μέσω φανταστικών χαρακτήρων, γεγονότων και καταστάσεων που εντοπίζουν τις περιπέτειες της μετακινούμενης αστικής τάξης στις πολλαπλές μεταμορφώσεις και τις  ιστορικές  αποφάσεις του πρωτοπόρου και ρηξικέλευθου  ήρωα του μυθιστορήματος,  του Ονόφρε Μποουβίλα. Αυτή η ξέφρενη άνοδος του συγκεκριμένου χαρακτήρα από την κοινωνική ασάφεια στην απεριόριστη οικονομική δύναμη, προκαλεί, την ίδια στιγμή,  το ήθος της παραδοσιακής προ-καπιταλιστικής ισπανικής κοινωνίας. Μόλις ο Ονόφρε Μποουβίλα εισέλθει στη μητροπολιτική δυναμική, συνειδητοποιεί γρήγορα την πρόοδο ως απαραίτητη αλληλεπίδραση της κοινωνικής κινητικότητας και της ιστορικής ύπαρξης. Άλλωστε γρήγορα συνειδητοποίησε πως διάσπαρτες στην κοινωνία της Ισπανίας υπήρχαν δυνάμεις που δρούσαν φυγόκεντρα σε κάθε προσπάθεια αλλαγή των πραγμάτων προς κάτι καλύτερο:

‘… οι μικρές συντηρητικές δυνάμεις που αποτελούνταν από αριστοκράτες, γαιοκτήμονες και μερικά στοιχεία του Στρατού και του Κλήρου, ασκούσαν μια αποφασιστική επιρροή αντίστροφου χαρακτήρα στην πολιτική ζωή του έθνους: δεν παρέμβαιναν  σε τίποτα παρά μόνο για να εμποδίσουν να δημιουργηθούν αλλαγές. Περιορίζονταν στο να κρατούν εδραιωμένη την κοινωνική τους ύπαρξη και στο να προειδοποιούν την κοινή γνώμη για το τι θα μπορούσε να συμβεί (κάτι τραγικό) αν τυχόν απειλούνταν η γερά θεμελιωμένη και ακλόνητη τάξη πραγμάτων…’.

Άποψη της παγκόσμιας έκθεσης του 1888, στη Βαρκελώνη.

 

Ζώντας σε δανεισμένο χρόνο μέσα στην προστατευμένη κατάσταση των ευχάριστων απολαύσεων, αυτοί οι άνθρωποι έχουν εξαντλήσει το χρόνο τους σε μια μελλοντική ύπαρξη χωρίς διακριτά   χαρακτηριστικά. Η γοητεία και ειδικά η δαιμόνια σκέψη του Ονόφρε  Μποουβίλα  με αυτή τη ζωή, αποκαλύπτει ότι η ευχαρίστηση είναι η αναμενόμενη εκπλήρωση και  η κατάργηση της εμπειρίας του χρόνου που γεννήθηκε από την επιτηδευμένη φύση της επιθυμίας. Ο Ονόφρε διασώθηκε από τη διαχρονικότητα της απόλαυσης ακριβώς από εκείνη την ανικανότητά του να αφομοιώσει τη δική του εικόνα στις μελλοντικές εικόνες του υπόκοσμου της Βαρκελώνης. Ξεκινώντας σαν ένα φτωχό παιδί του δρόμου, ο Ονόφρε αναδύεται με την πάροδο του χρόνου σε τρανταχτή δύναμη, αποκτώντας επιρροή και υπέροχο πλούτο, χάρη στην οξυδερκή νοημοσύνη και τον ανελέητο κυνισμό που διέθετε.

Αναφερόμενος στη νηπιακή ηλικία του Ονόφρε, ο Μεντόθα εκθέτει μια κατάσταση απόλυτης ενσυναίσθησης μεταξύ μητέρας και παιδιού, κατά την οποία η φαντασίωση του παιδιού μεγαλώνει, ξεδιπλώνει και εξαπλώνει ανεξέλεγκτα και το βασικότερο επικίνδυνα. Αν και η απόκτηση γης συγκαταλέγεται στις πολλές επιχειρήσεις με τις οποίες αυξάνεται η περιουσία του Ονόφρε, η σταδιακή οικειοποίηση του χρόνου συμβολίζεται με διαφορετικό τρόπο. Στο τέλος, ο Ονόφρε  ταυτίζεται με ολόκληρη την χρονική περίοδο που εξετάζεται από το μυθιστόρημα. Δεν παραβλέπει καθ’ οδόν ο συγγραφέας να μας υπενθυμίσει, όμως, ότι από το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, τότε που είχε πραγματοποιηθεί η βιομηχανική επανάσταση,  είχε αλλάξει η έννοια του χρόνου, και σταδιακά ‘… ο καθορισμένος χρόνος εργασίας είχε κάνει τη ζωή πιο ευχάριστη,  είχε εξαφανίσει πολλές ταραχές, είχε ξεκαθαρίσει πολλά αξεδιάλυτα ως τότε πράγματα…’.

Κάθε μία από τις πολλαπλές δραστηριότητες του βασικού χαρακτήρα και πρωταγωνιστή, όπως η παράδοση κρυφίως αναρχικών φυλλαδίων σε εργαζόμενους, η εμπορία λοσιόν για τόνωση των  εξασθενημένων μαλλιών, ο πολυεπίπεδος γκανγκστερισμός, η άκρατη κερδοσκοπία αγοράζοντας και πουλώντας  ακίνητα σε υποβαθμισμένες αλλά πολλά υποσχόμενες περιοχές του ευρύτερου γεωγραφικού ιστού της Βαρκελώνης, η παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών και όπλων, η πολιτική συνωμοσία για έλεγχο της εξουσίας, καθώς και η προστασία και εγγύηση της τεχνολογίας, αντιστοιχούν και παραπέμπουν σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της σύγχρονης ιστορίας της Βαρκελώνης.

Ο συγγραφέας μας δίνει, από την αρχή σχεδόν του κειμένου, το στίγμα της πόλης του: ‘…Η Βαρκελώνη υπήρξε πάντοτε, και ήταν τότε ακόμα, μια πόλη λιμανίσια: είχε ζήσει από τη θάλασσα και για τη θάλασσα. Τρεφόταν από  τη θάλασσα και παράδινε στη θάλασσα τους καρπούς των κόπων της. Οι δρόμοι της Βαρκελώνης έφερναν τα ίχνη από τα βήματα του θαλασσοπόρου και από τη θάλασσα επικοινωνούσε η πόλη με τον υπόλοιπο κόσμο. Από τη θάλασσα γεννιούνταν η ατμόσφαιρα και το κλίμα της, η όχι πάντοτε ευχάριστη μυρωδιά και η υγρασία, και το αλάτι που σκέβρωνε τους τοίχους.  Ο θόρυβος της θάλασσας νανούριζε τις σιέστες  των κατοίκων της… η θάλασσα τροφοδοτούσε τα σοκάκια με τύπους ξεστρατισμένους… ανθρώπους με αβέβαιο μέλλον και σκοτεινό παρελθόν… αυτούς που αποφεύγανε την τσιμπίδα της δικαιοσύνης, εκείνους που το ’σκαζαν    αφήνοντας πίσω τους σπαραχτικές κραυγές μέσα στη νύχτα και ατιμώρητα εγκλήματα…’. Ταυτόχρονα, μέσα από τον Τύπο της εποχής μας κάνει κοινωνούς της εικόνας της πόλης λίγο πριν την έναρξη της παγκόσμιας έκθεσης του 1888. Μας πληροφορεί για τις ελλείψεις στο χώρο της ασφάλειας, για τη στενότητα των δρόμων ειδικά της παλιάς πόλης, την έλλειψη μεγάλων πλατειών και δρόμων περιπάτου, τον μικρό αριθμό μουσείων, βιβλιοθηκών, νοσοκομείων, φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, φυλακών, για το αιωνίως ανοιχτό πρόβλημα αντιπαράθεσης με την πρωτεύουσα της χώρας, Μαδρίτη, το δημόσιο στολισμό, την εξασφάλιση ανέσεων στους επισκέπτες, την προσωπική ασφάλεια των επισκεπτών, το αποχετευτικό σύστημα της παλιάς πόλης, τον κίνδυνο για υπερβολικό κέρδος από τους ντόπιους,  την προσπάθεια των αρχών να ‘καθαρίσουν’ τη Βαρκελώνη από τα ανεπιθύμητα άτομα,  κ.λ.π., αλλά την ίδια στιγμή μας δίνει και κάποιες οικονομικές παραμέτρους  της παγκόσμιας έκθεσης στους πολίτες της: ‘… το χρέος για το στήσιμό της υπήρξε τεράστιο και επιβάρυνε την τοπική διοίκηση για πολλά χρόνια. Μαζί με το χρέος έμεινε και  η ανάμνηση των ημερών  λαμπρότητας και η σταθερή ιδέα ότι η Βαρκελώνη μπορούσε, αν ήθελε, να ξαναγίνει κοσμοπολίτισσα…’, με μια κοινωνία, όμως, στημένη πάνω στην αμάθεια, την αδικία, τη νωθρότητα και τον παραλογισμό! Άλλωστε, ο συγγραφέας μέσω ενός άλλου χαρακτήρα του, δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει χιλιοειπωμένες αλήθειες που ίσχυαν και στη δική του Βαρκελώνη, εκείνης της εποχής: ‘… οι άνθρωποι είστε έτσι. Δεν θέλετε να σας λένε  ότι δεν σας αρέσει ν’ ακούτε. Θέλετε να ακούτε μονάχα όσα σας αρέσουν, έστω κι αν ξέρετε ότι αυτά που ακούτε δεν είναι αυτό που πραγματικά σκέφτεται ο κόσμος…’.

Από οποιαδήποτε οπτική γωνία κι’ αν παρατηρηθεί, η πολύπλευρη ζωή του πρωταγωνιστή του βιβλίου, όπως και το τέλεια κομμένο διαμάντι Ρέτζεντ, αντικατοπτρίζεται  με τη συλλογική ζωή της πόλης. Το διαμάντι είναι από αυτή την άποψη μια συμπύκνωση του χρόνου που μας αφορά, εν προκειμένω. Εκφράζει την καθαρή στιγμή και επομένως την τελειότητα του χρόνου. Ο Ονόφρε,  ενώνει τις δυνάμεις και αντλεί δύναμη από τον υπόκοσμο μέσω ενός συμβολικού μεσολαβητή, δηλαδή των χρημάτων που διαθέτει. Τα χρήματα τον προσελκύουν αρχικά στον υπόκοσμο και αυτά στη συνέχεια τον τραβούν προς τα πίσω. Όταν το πλήθος   στην παγκόσμια έκθεση του κόσμου του 1929 βλέπουν τον Ονόφρε  να ανεβαίνει πάνω από την πόλη, από τους πολιτικούς και τον βασιλιά, ανακαλούν το μύθο του, διερωτώμενοι αν μπορεί να είναι αλήθεια ότι  τα έκανε όλα αυτά μόνος του, με το ένα χέρι, ξεκινώντας στην πραγματικότητα από το μηδέν, οπλισμένος μόνο με το θάρρος, την εξυπνάδα και την πονηριά του.  Είναι πρόθυμοι να πιστέψουν στη συλλογική πραγματοποίηση της επιθυμίας, διότι στην ίδια τους την ύπαρξη έχουν απορριφθεί οι ιδέες τους. Τα χρήματα, πλέον, είναι τα μόνα μέσα με τα οποία επιτυγχάνονται τα σύγχρονα θαύματα! Αλλά η οικουμενικότητα των χρημάτων συνεπάγεται επίσης ότι οι εχθροί κάποιου μπορούν να αξιοποιήσουν την ίδια πηγή εξουσίας για να προωθήσουν τους δικούς τους εχθρικούς σκοπούς.  Σε συνεννόηση  με τον βασιλιά, ο Ισπανός δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα (Primo de Rivera, 1870-1930) καταφεύγει στα χρήματα της Καταλανικής μπουρζουαζίας για να βοηθήσει τις ελλιπείς δυνάμεις για την υποστήριξη της μοναρχίας. Ο απεριόριστος χαρακτήρας των χρημάτων είναι αναμφισβήτητα ο λόγος για τον φαινομενικά ακατάσχετο εγωισμό και την ανάλογη συμπεριφορά του.

Για να γίνει κατανοητό αυτό το φαινόμενο, αυτός ο πυρετός, λέει ο Εντουάρντο Μεντόθα, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο λαός της Βαρκελώνης ήταν μια εξαιρετικά εμπορική φυλή και ότι για πολλούς αιώνες οι κάτοικοί της είχαν συνηθίσει να ζουν όλοι στρυμωγμένοι σαν ψείρες. Δεν έκαναν τίποτα για τα σπίτια και τις  ανέσεις τους, αλλά η προοπτική του γρήγορου κέρδους τούς γοήτευε σαν το τραγούδι μιας γοργόνας. Ο Μεντόθα παρουσιάζει τη μαγική διάσταση του καπιταλισμού ως το παγκόσμιο μέσο για την καταγραφή της επιθυμίας και των παραγωγικών μετατοπίσεων ή των σχετικών περιπέτειών της.

Ο Ονόφρε αναλαμβάνει την κολοσσιαία επιχείρηση να επιβλέπει με την παραμικρή λεπτομέρεια την ανακατασκευή ενός ερειπωμένου αρχοντικού, προσποιούμενος έτσι την ακύρωση των καταστροφών του χρόνου. Το ιστορικό μέγαρο δεν είναι μια οντότητα, αλλά ένα προσωρινό αντικείμενο που δεν έχει δικό του χαρακτήρα εκτός ίσως από τη μνήμη. ‘…Μεταφρασμένο σε ώρες εργασίας, ένα μεγαλόπρεπο σπίτι σαν αυτό, προϋπόθετε τη θυσία ολόκληρης της ζωής πολλών ανθρώπων…’.  Έτσι, το σπίτι ανακατασκευάζεται μόνο από τα σχέδια που υπάρχουν στη μνήμη ενός παλιού υπηρέτη. ‘…Γι’ αυτό το ξαναστήσιμο δεν διέθετε ούτε περιγραφή ούτε σχέδιο του σπιτιού ούτε άλλον οδηγό παρά μονάχα τις υπαγορεύσεις της λογικής και την αβέβαιη μνήμη του ανθρώπου με το σκυλάκι’. Αν και η ανακαίνιση ήταν τέλεια, υπήρχε κάτι ενοχλητικό σε εκείνη την τελειότητα, κάτι τόσο πομπώδες και απαρχαιωμένο σε αυτή την υπερβολική πιστότητα σε ένα παρελθόν που ωστόσο όμως  δεν ήταν δικό τους. Αυτές οι απομιμήσεις ζωγραφικής, τα αγγεία, τα ρολόγια και τα αγαλματίδια, τα οποία δεν ήταν ούτε δώρα ούτε κειμήλια, των οποίων η παρουσία δεν ήταν το αποτέλεσμα ευρημάτων ή φαντασιών και τα οποία δεν είχαν προσωπική ιστορία πίσω από την απόκτηση τους, εκτός από μια ψυχρή και εμπεριστατωμένη βούληση, ήταν όλα ψεύτικα και καταπιεστικά, κι’ όλα αυτά την εποχή που ‘το φάντασμα του μπολσεβικισμού τους έκοβε τον ύπνο’.

Ο Εντουάρντο Μεντόθα, όπως και πολλοί άλλοι Καταλανοί συγγραφείς, δεν παραλείπει σε τούτο το έργο του να υπενθυμίζει την υποτροπιάζουσα  επιθυμία, που σε τακτά χρονικά διαστήματα έρχεται στην επιφάνεια, των κατοίκων της πόλης για κάπου είδους ανεξαρτησία ή αυτονομία από το κέντρο: ‘… είχε υποσχεθεί να παραχωρήσει στην Καταλωνία μια κάποια περιορισμένη ανεξαρτησία ή κάτι τέτοιο, να της παραχωρήσει ένα καθεστώς που φαινόταν να είναι απομίμηση αυτού του καθεστώτος που ίσχυε ή ισχύει ακόμα στις Ινδίες σε σχέση με το βρεττανικό στέμμα’.

Οι παγκόσμιες εκθέσεις ανοίγουν και κλείνουν το εκτεταμένο μυθιστόρημα, υποδηλώνοντας έτσι τον κυκλικό χαρακτήρα του παντοδύναμου χρόνου. Με την καθιέρωση της παγκόσμιας έκθεσης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992, η πόλη παρείχε ένα συσχετισμό για τις ανανεωμένες κερδοσκοπικές περιπέτειες και για την αέναη προσπάθεια να κατακτήσει μια μυθική ταυτότητα για να αντισταθμίσει την παράδοση βαθύτερων πολιτικών φιλοδοξιών. Να έρθει επιτέλους κάποια στιγμή απέναντι στις άλλες εμβληματικές πόλεις της γηραιάς ηπείρου, όπως ας πούμε του Λονδίνου και του Παρισιού! Το 1992, σηματοδότησε όχι μόνο τα πεντακόσια χρόνια  της πασίγνωστης περιπέτειας του Κολόμβου, αλλά και την πλήρη ενσωμάτωση της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Πεζόδρομος κεντρικής Βαρκελώνης (2019).

 

Το χρήμα εν τέλει αποδεικνύεται ότι είναι ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο αληθινός, μοναδικός και μελλοντικός βασιλιάς, που υπόκειται σε επιστροφές και αποκαταστάσεις με τη μορφή κεφαλαίου. Οι Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες του  1992, στον προηγούμενο, φευ, αιώνα, γνωστοί και ως Αγώνες της 25ης Ολυμπιάδας, διοργανώθηκαν   στη Βαρκελώνη, την πόλη η οποία επιλέχθηκε τελικά ανάμεσα από πολλές άλλες. Το τι άφησε εκείνη η διοργάνωση, μεταξύ πολλών άλλων, οι τακτικοί και υποψιασμένοι επισκέπτες της μπορούν να το διαπιστώσουν ιδίοις όμασι!

Αναφερόμενο στις μεγαλύτερες μεταμορφώσεις της ισπανικής κοινωνίας το μυθιστόρημα του Εντουάρντο Μεντόθα προσφέρει με το φανταστικό του περιεχόμενο, την σύγχρονη καπιταλιστική ιδεολογία και κοινωνική και ιστορική κατάσταση και πραγματικότητα, που ξεδιπλώνεται ήδη διάπλατα μπροστά μας!  Ότι ίσχυε στο βιβλίο του Μεντόθα για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται μέσα στο  ‘Η πόλη των θαυμάτων’, ισχύει και σήμερα! ‘…  Η πρώτη απ’ αυτές τις κινήσεις είχε  τα μάτια στραμμένα στο παρελθόν, κατά προτίμηση στον Μεσαίωνα, ενώ η δεύτερη κίνηση τα είχε στραμμένα στο μέλλον. Η πρώτη ήταν ιδεαλιστική και ρομαντική. Η δεύτερη ήταν υλιστική και σκεπτικιστική…’. Σε ολόκληρο το κείμενο ο συγγραφέας πέρα από τις ιστορικές λεπτομέρειες της πατρίδας του και ειδικότερα της πόλης του, μας συνδέει με αναπόσπαστα γεγονότα που αφορούσαν φαινομενικά την Ευρώπη, καθώς και την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, γνωστού όντος του καθεστώτος των ισπανικών κτήσεων. Ο ανατέλλων φασισμός στη γηραιά ήπειρο έρχεται και ξανάρχεται μπροστά σαν φάντασμα που απειλεί ανθρώπους, ιδέες και καθεστώτα. Πέρα απ’ τις παγκόσμιες εκθέσεις της Βαρκελώνης, η ιστορία της πόλης ξεδιπλώνεται με μαεστρία, αν και ορισμένες λεπτομέρειες ξεφεύγουν του του σκοπού τους. Το μετρό της Βαρκελώνης, η επέκταση του σχεδίου της πόλης, η ανάπλαση του λόφου του Μονχουίτς με τα πολύτιμα κτίσματά της, το Πουέμπλο Εσπανιόλ, τα φωτεινά σιντριβάνια της έκθεσης και οι περίφημες ατραξιόν της, οι δρόμοι και οι κεντρικές της πλατείες, μέσα σε όλα τα άλλα,  έρχονται παράλληλα με την αλλαγή νοοτροπίας των κατοίκων της, σε διαχρονική βάση. Ο χρόνος φυσικά υπερίπταται όλων των γεγονότων και καταστάσεων, στο μυθιστόρημα, με τον δικό του υφέρποντα και σατανικό τρόπο. Σε δεδομένη στιγμή άκρατης περισυλλογής, ο βασικός χαρακτήρας, μονολογεί: ‘…όταν ήμουν νέος και είχα όλη τη ζωή μπροστά μου, τότε όλα μου φαίνονταν επείγοντα. Αντίθετα, τώρα που ο λίγος καιρός που μου μένει πετάει σαν πουλί, δε βιάζομαι. Έμαθα να περιμένω…. Τώρα πια δεν βρίσκω νόημα παρά μόνο στην αναμονή. Κι’ ωστόσο, τώρα είναι που τα πράγματα βιάζουν…’!

Μετά από τρία μυθιστορήματα στο βιογραφικό του (‘Η αλήθεια για την υπόθεση Σαβόλτα’, ‘Το μυστήριο της μαγεμένης κρύπτης’ και ‘Ο λαβύρινθος με τις ελιές’), ο Εντουάρντο Μεντόθα αποφάσισε να ασχοληθεί και να μας παραδώσει, στα 1986,  ετούτο το τέταρτο (Η πόλη των θαυμάτων), που στην ουσία αποτελεί ένα είδος ύμνου στην γενέθλια πόλη του, τη Βαρκελώνη, και το οποίο αποτέλεσε σπουδαιότατο εκδοτικό γεγονός και όχι μόνο για τα δεδομένα της Ισπανίας. Είχε ήδη ζήσει σε διάφορα μέρη του κόσμου, και κυρίως στην Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε ως διερμηνέας του Ο.Η.Ε.  (από το 1973 έως το 1982), έχοντας αποκτήσει και ενστερνισθεί την απαραίτητη κουλτούρα και των πλεονεκτημάτων των μετακινήσεων από τόπο σε τόπο, και φυσικά από ‘χρόνο σε χρόνο’ με τον δικό του πάντα βαθύτερο σκεπτικισμό! Για να γράψει την ‘Πόλη των θαυμάτων’, εξομολογήθηκε, αναγκάστηκε να συγκεντρώσει μεγάλη έκταση ντοκουμέντων,  πολυποίκιλες πληροφορίες, κι’ ύστερα αφέθηκε στα φτερά της φαντασίας του, με απώτερο στόχο να γράψει ένα μυθιστόρημα χιλίων σελίδων, ένα μυθιστόρημα υψηλών στόχων,  εάν και κατά πόσο θα αποδεικνυόταν ικανός να χειρισθεί τον τρομακτικό όγκο δεδομένων μια εποχής την οποία βεβαίως ο ίδιος δεν έζησε, αλλά την διερεύνησε δεόντως. Δεν διστάζει μέσα στις σελίδες του να αναφερθεί σε γραπτές μαρτυρίες της εποχής που τον ενδιέφερε, όπου αυτό ήταν αναγκαίο  κατά τη γνώμη του, ανάμεσα δηλαδή στην Παγκόσμια Έκθεση του 1888 και στην Παγκόσμια Έκθεση του 1929, μια χρονική περίοδο κατά την οποία η Βαρκελώνη διεκδικούσε, πάντοτε μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της Βιομηχανικής Επανάστασης, παγκόσμια προβολή. Η παράθεση παράπλευρων ιστοριών και γεγονότων, ίσως μακραίνει κάπως το κείμενο, αλλά παρά το γεγονός ότι για κάποιους είναι επιθυμητό, δεν παύει να βαραίνει και να αποπροσανατολίζει κάποιες στιγμές τον αναγνώστη από την κύρια πλοκή. Η γραφή του μυθιστορήματος είναι ευθύγραμμη, με ελάχιστες παλινδρομήσεις και φλας μπακ.

Ίσως να μην κατάφερε, για πολλούς, ο Μεντόθα να φτάσει και να δημιουργήσει  ένα μεγάλο πραγματικά έργο, αλλά για τους περισσότερους, αναγνώστες και κριτικούς, αναμφίβολα πλησίασε πολύ. Σίγουρα δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι μας άφησε μια λογοτεχνική παρακαταθήκη και ιστορική ανασκόπηση των ελπίδων, των ανησυχιών και των οραμάτων μισού περίπου αιώνα ισπανικής ζωής.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here