Λακκούβες και λασπόνερα παντός καιρού

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

«Ποτέ μην αφήνεις τη λακκούβα να χαθεί στην ποίηση», μας άφησε παρακαταθήκη  η Αμερικανίδα ποιήτρια Βάλερι Ουόρθ,  «…γιατί, με πολλούς τρόπους, η λακκούβα είναι  ποίηση».  Έχουν, λοιπόν,  και οι φθινοπωρινές βροχές και οι χειμωνιάτικες πλημμύρες τις χάρες τους, κάθε χρόνο! Αποκαλύπτουν, εν πρώτοις,  αστοχίες κατασκευαστικές των δρόμων, των πεζοδρομίων και πολλών άλλων ανάλογων κατασκευών, για τους περισσότερους. Ειδικά όταν συνδυάζονται με τον κωδικό αριθμό 6 και τις δραπετεύσεις από το σπίτι που ακολουθούν! Για τους οδηγούς αυτοκινήτων προφανώς υπαινίσσονται καταστροφές των ελαστικών και άλλες μηχανικές, αλλά για τους αμέριμνους πεζοπόρους πιθανά διαστρέμματα και κατάγματα κάτω άκρων. Θυμάμαι να στέκομαι σε μια γωνιά του δρόμου, αφηγούταν ο Τζέιμς Μπόλντουιν,  μαζί με τον μαύρο ζωγράφο Μπόφορντ Ντελάνυ, κάτω στο Βίλλατζ της Νέας Υόρκης,  περιμένοντας να ανάψει το πράσινο φως της διασταύρωσης, και τότε εκείνος μου έδειξε προς τα κάτω και μου είπε, «Κοίτα»! Κοίταξα και το μόνο που είδα ήταν νερό. Και είπε πάλι, «Κοίτα  ξανά», το οποίο έκανα και είδα πως ήταν μια λακκούβα με  λάδια μέσα στο νερό και πως η πόλη αντανακλούσε  όμορφα μέσα στη λακκούβα. Ήταν μια μεγάλη αποκάλυψη για μένα. Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω, συνεχίζει ο μαύρος συγγραφέας. Με δίδαξε πώς να βλέπω και πώς να εμπιστεύομαι αυτό που βλέπω. «Οι ζωγράφοι συχνά δίδαξαν τους συγγραφείς πώς να βλέπουν», κατέληξε!
Μπορεί η έννοια του νερού, γενικώς,  στη ζωή και στη λογοτεχνία να είναι στην μεν πρώτη απαραίτητη στη δε δεύτερη τεκμηριωμένη, αλλά και οι λακκούβες των νερών των δρόμων με τα λασπόνερα αποδεικνύονται πολλαπλώς ωφέλιμες. Ένας μαγικός κόσμος απαρατήρητος στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αδιάφορος εν πολλοίς στους μικρούς οι οποίοι αρέσκονται στην περιπλάνησή τους σε αυτές και ειδικά χωρίς παπούτσια, αφού η όποια ελευθερία  προέχει και είναι σημαντικότερο πράγμα, ενοχλητικός στην πλειονότητα των περιπτώσεων για τους άλλους. Κι’ ο Γιώργος Χουλιάρας, στις δικές του ‘λακκούβες’ από τα  ‘Εικονομαχικά’ (1972), εμπνεόμενος και με σαφή ποιητική διάθεση, έγραφε, «Σήμερα βρέχει ρήματα/ωραίος καιρός — θαυμάσιος/ανοίγω τα παράθυρα/τα μάτια τα τετράδιά μου/βγαίνω στο δρόμο/τρέχω περπατώ χοροπηδώ/βυθίζω τα σκέλη μου/μες στο νερό/τσαλαβουτώ στις λακκούβες των λέξεων».

Είναι πιθανόν, έτσι, βέβαια, αν διαβάσουμε ετούτες τις αράδες, να βρούμε τρόπο να  δικαιολογήσουμε και κάποιες δημοτικές αρχές οι οποίες παρακάμπτουν την εν λόγω υποχρέωσή τους προς  τους δημότες.  Στον ‘Χειμώνα’ της Άλι Σμιθ, το δεύτερο μυθιστόρημα του ‘Κουαρτέτου των Εποχών’ της, ο νεαρός Αρτ μετά από έναν τσακωμό με την κοπέλα του κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητο δυτικά έξω από την πόλη, το Λονδίνο συγκεκριμένα,  με σκοπό να εντοπίσει νερόλακκους στην άγρια φύση, αφού εκείνοι της πόλης τον είχαν κουράσει αφάνταστα, καθώς δεν του έφερναν καμιά ανάμνηση από  την παιδική του ηλικία. Δηλαδή νερόλακκους όχι σαν εκείνους έξω από τα καταστήματα σε αστικές περιοχές, αλλά «… σαν εκείνους που έρχονται τα πουλιά για να ξεδιψάσουν, όπως περιγράφουν οι άνθρωποι του παλιού καιρού… κι όχι τα αστικά ποιήματα που μιλούν για τους νερόλακκους όπου πίνουν και λούζονται τα πουλιά της πόλης…» Και λίγο πιο κάτω, συνεχίζει την αφήγησή του, «…κοίταξα το καστανόμαυρο υγρό που είχε απομείνει απ’ τη βροχή στην επιφάνεια του μονοπατιού και ένοιωσα πως επιτέλους η παιδική μου ηλικία είχε καταλήξει να σημαίνει κάτι περισσότερο από αυτό που σήμαινε νωρίτερα την ίδια μέρα… Στεκόμουν λοιπόν στην άκρη εκείνου του νερόλακκου στο λυκόφως του έτους… κι’ ένοιωσα να επιστρέφει μέσα μου η ίδια η ζωή τόσο έντονα όσο τη βίωνα τότε που ήμουνα εκείνο το αγόρι…». Θυμόταν τα νεανικά του χρόνια που δεν έζησε τόσο, όσο και όπως  ήθελε, τις σχέσεις εκείνων των χρόνων που δεν βίωσε έντονα, τον ψεύτικο κόσμο του σήμερα ατενίζοντας εκείνον που χάθηκε οριστικά και ανεπιστρεπτί.

‘Στους κήπους της έπαυλης’, από τις ‘Ωδές στον Πρίγκιπα’ (Εκδόσεις Ύψιλον, 1981), ο λυρικός ποιητής μας Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, υπενθυμίζει  στον δικό του Πρίγκιπα, πως η  θέση του είναι στην Αθήνα, εξηγώντας ότι, «…Το όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά/και οι πικροδάφνες σου φυλλοροούν στο πέτρινο/κλιμακοστάσιο σε ξινίζουν/ακούς τα παραδείσια πουλιά μες τις λακκούβες του νερού/χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της  πόλης…». Ο Γιάννης Κοντός παλιότερα, είχε συναίσθηση της ιδιόρρυθμης κατάστασης και θέσης του κάθε ποιητή,  των δικών του επικίνδυνων δρόμων που έπρεπε να διανύσει, και στο ‘Ράλι’, από τη συλλογή «Δωρεάν Σκοτάδι», (Κέδρος, 1989), μας λέει πως  όχι μόνο τα σήματα της τροχαίας ήταν αλλαγμένα, αλλά  και «…οι λακκούβες είναι στρωμένες/ με βαμβάκι η ορατότητα αρίστη…/ όλα… με οδηγούν/ στην επόμενη στροφή που περιμένει/ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση». Οι ‘λακκούβες’ δεν φαίνεται να έχουν τελειωμό αφού και ο νομπελίστας του 2019, Πέτερ Χάντκε, στο ‘Ποίημα για τη μεγάλη διάρκεια’ (Βακχικόν, 2020), αναφέρεται σε αυτές με κάποια εμφανή νοσταλγία: «…Τη λίμνη στο Γκρίφεν, δεν την ξέρουν παρά μόνον ντόπιοι /και ακόμα κάποια παιδιά του χωριού μου/δεν γνωρίζουν σήμερα πια…/Και αυτή λοιπόν η επιχωματωμένη λακκούβα/που σύντομα εντελώς θα εξαφανιστεί/–έτσι σκέφτονται αυτοί που χαράζουν αυτοκινητόδρομους–/είναι για μένα ένας μεγάλος τόπος της Διάρκειας…». Το χέρι του ποιητή εδώ είναι όργανο μνήμης, εκείνο που παλινδρομεί την ηλικία του, έτσι ώστε κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια να διακρίνουμε εκείνο το παιδί που ήταν κάποτε…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here