Η Σώτη Τριαναταφύλλου, ο ρατσισμός και τα δικά της όρια στην ελευθερία του λόγου

Το να μηνύεις συγγραφέα ειναι απόπειρα λογοκρισίας και η καταγγελία εναντίον της  συγγραφέως Σώτη Τριανταφύλλου από τον   Παναγιώτη Δημητρά του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι εχει γίνει αντικείμενο μεγάλης συζήτησης, τόσο για την ουσία της υποθεσης (ή υπάρχει ελευθερία λόγου ή όχι), οσο και για τον τύπο (επειδή επικαλέστηκε φράση που είπε ο Μάρκο Πόλο εναντίον των φανατικών ισλαμιστών ενώ ο τυχοδιώκτης εξερευνητής μάλλον δεν την είπε)

Το αρχικό κείμενο ειναι στο τέλος αλλά η φράση που απομονώθηκε για την καταγγελία είναι:

* «όπως έλεγε ο Μάρκο Πόλο, «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι».

Κάποιος πρωτοδίκης θα πρέπει να λύσει αυτό το μέγα θέμα, αν το είπε ο Πόλο ή όχι, αλλά η ουσία ακόμα κι αν δεν είπε ποτέ τη φράση, ειναι αλλού -απλώνεται πολύ πιο πέρα από τη Σώτη και τους αντιρατσιστικούς νόμους που στρέφονται παρεμπιπτόντως και κατά της ελευθερολογίας. Η ουσία είναι αν έχει κάποιος δικαίωμα ή όχι να λέει τη φράση -οιαδήποτε φράση, κατ εμέ, την ασήμαντη γραφιά.  Επίσης αγγίζει την ουσια το γεγονός ότι ο Μάρκο Πόλο άνοιξε το δρόμο για τον Κολομβο και την εκμετάλλευση του «τρίτου κόσμου» της εποχής, την δουλεία και τους φόνους και τους βιασμούς και τις εκτελέσεις και τον πολεμο του οπίου και για αμαρτίες ων ουκ εστι αριθμός, πλην ομως κανείς δεν διανοείται να κατηγορήσει τον Μάρκο Πόλο για όλα τα αποκιοκρατικα δεινά. Οταν φέρνεις  κάτι σε ύπαρξη, ή απλά το ανασύρεις στην επιφάνεια (από τις εμπειρίες σου ή το μυαλό σου) το τι θα κάνει ο άλλος με δαύτο, ειναι δική του υποθεση. Το αυτον πρέπει να ισχύει και για την εκφορα του λόγου -το «υποκινώ» σε βία ή παρανομία με όσα λέω ή γράφω  ανοίγει ασκούς που κανείς εκτος από τους ψευτοκεντρώους  δεν θέλει να ανοίξουν. Και λέω ψευτοκεντρώους, γιατί όλοι αυτοί οι φιλήσυχοι σχεδόν ουδέτεροι, άχρωμοι και άοσμοι  πολίτες γίνονται απολύτως ακραίοι αν τύχει να πατήσεις τον δικό τους κάλο

Η Σώτη που θυμάμαι

Θυμάμαι τη Σώτη προσωπικά γιατί ξεκινήσαμε μαζί και είχαμε διευθυντή τον Αλέκο τον Φιλιππόπουλο τότε στο «Εθνος». Ακόμα τη βλέπω μπροστά μου ένα ξανθό ατίθασο κορίτσι με λαμπερό βλέμμα και εκείνον να της λέει  (επειδή ήταν αεράτη και δυναμική) «εσύ είσαι φτιαγμένη για άλλα, μεγάλα  πράματα». Νόμιζα ότι την ειρωνευόταν (ίσως επειδή ζήλεψα).  Ομως νά που ήταν πράγματι φτιαγμένη για κάτι σημαντικότερο από όσα ήμουν πλασμένη να υλοποιήσω εγώ. Εγινε σπουδαία και τρανή και παρότι ξεμάκραινε όσο πέρναγε ο καιρός από τις δικές μου  πολιτικές απόψεις, την καμάρωνα. Είχε γίνει κάποια και την έβλεπα πάντα με συμπάθεια.

Αυτά για να απολογηθώ για τη συμπάθεια που εξακολουθώ να νιώθω και ίσως με επηρεάζει στο γραφτό μου. Ομως ο προβληματισμός μου (ότι δεν πρέπει να διώκονται συγγραφείς για τις απόψεις τους) δεν έχει να κάνει με το ξανθό κορίτσι που ειμαστε «σειρά» στον αφιλόξενο (για τις γυναίκες) στρατό της δημοσιογραφίας. Εχει να κάνει με την ουσία.

Το «ναι μεν αλλά…» είναι η αρχή του «όχι»

Πάντα θεωρουσαμε ότι άπαξ και αρχίσουν τα «ναι μεν, αλλά» στην ελευθερία του λόγου, το θέμα τελειώνει και την χάνουμε. Τι άλλαξε και δεχόμαστε κάποια όρια; Και είναι «από αριστερά» άραγε όλα αυτά τα politically incorrect; Γιατί τα ίδια όρια έχει και ο Σόρος και οι ΜΚΟ του….

Οι κόκκινες γραμμές στην ελευθερία του λόγου ειναι του καθενός μας το μετερίζι για τη  δημοκρατία, κάθε τι εναντίον τους κινείται άμεσα ή έμμεσα (συνηθως το δεύτερο για να ειναι ευπεπτο) εναντίον της παιδείας και των κοινωνικών δικαιωμάτων, ακόμα κι αν το «πάτημα» ειναι ένας φαινομενικά πολύ δημοκρατικός νόμος που φαινεται να υπερασπίζεται δίκαια θέματα

Μέγα θέμα οπου ίσως το τελευταίο πρόβλημα ειναι αν κάποιος συγγραφέας ειναι ρατσιστής ή όχι.  Καθότι συγγραφείς πολλοί, όμως μία ειναι η αληθινή δημοκρατία

Γιατί για πολλους από εμας, το θέμα ειναι αν έχει το δικαίωμα ακόμα και ο ρατσιστής να εκφέρει άποψη -και όσο υπάρχει δημοκρατία και ελευθεροτυπία, πρέπει ασφαλώς να την έχει με το παλιό (ξεχασμένο μάλλον) αξίωμα  «μπορεί να διαφωνώ με την άποψή σου, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να την  λές» (φράση που αποδίδεται στο Βολταίρο κατά λάθος και ανήκει στη βιογράφο του Μπέατρις Χολ και το διευκρινιζω μπας και κάποιος μου καταλογίσει ότι σαν τη Σώτη κακώς ξεπλένω τις απόψεις μου με τον δικό μου Μάρκο Πόλο)

H Σώτη Τριανταφύλλου σε άρθρο της στα «Νέα» γράφει για το θέμα πολλά, για τα οποία επίσης πολλοί μπορεί να έχουν ενστάσεις. Κατά βάθος έχει και η ίδια ενστάσεις εναντίον του εαυτού της, γιατί όταν πριν από καιρό ανέβηκε θεατρικό με γραφτά του Ξηρου της  17Ν η ίδια απέδειξε ότι έχει κι εκείνη τα δικα της όρια στην καλλιτεχνική ελευθερία αλλα ουσιαστικά και στην ελευθερία του λόγου. Είχε πει τότε ότι ο καλλιτέχνης έχει ευθύνη και κακώς χρησιμοποιήθηκαν γραφτά του Ξηρού. Ομως και πάλι για εμένα το θέμα δεν είναι αν η ίδια η Σώτη έχει κατανοήσει σε βάθος ποιος της φταίει (τα ρίχνει όλα στην αριστερά και στους  σταλινικους) ή αν θέλει τα δικά της όρια στην ελευθερία της έκφρασης. Πρέπει (κατ εμέ) να ισχύει  το «θα υπεραπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμα να λες την άποψή σου, όσο κι αν διαφωνώ με αυτήν», ακόμα κι αν η άποψή σου είναι ότι πρέπει να υπάρχουν όρια στην ελευθερία έκφρασης

Γράφει συγκεκριμένα στο νέο της άρθρο τα εξής:

«Η αιτία μηνύσεων όπως αυτή που ασκήθηκε εναντίον μου είναι η εκκαθάριση της κοινωνίας από τον ενοχλητικό δημόσιο λόγο σύμφωνα με κάποια αυταρχικά κριτήρια που παρουσιάζονται ως ανθρωπιστικά. Από τότε που ο μαρξισμός καθαγίασε το κοινωνικό μίσος, οι διάφοροι σωτήρες και προστάτες των αδυνάτων το καλλιεργούν ως κοινωνική αρετή. Οσο για τη δική μου δίωξη πρόκειται για αποτέλεσμα τακτικής λιντσαρίσματος η οποία σήμερα έχει αντικείμενο εμένα, αύριο θα έχει κάποιον άλλον. Οποιος ενοχλεί την αριστερά και τους καλοθελητές των δήθεν ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να σωπάσει. Ας πάρουμε σειρά ένας-ένας…

Το κίνημα της πολιτικής ορθότητας είναι άσκηση βίας στις συνειδήσεις και στη διατύπωση της σκέψης. Και δεν αφορά όλους τους ανθρώπους και όλες τις εθνότητες. Οι αριστεροί κατηγορούν τους Αμερικανούς για ηλιθιότητα και κανείς δεν τους μηνύει για ρατσισμό. Από μια άποψη δικαίως: οι κοινότητες με αυτοπεποίθηση δεν φοβούνται την αποδοκιμασία. (Το ίδιο και τα άτομα…) Για παράδειγμα, όσοι Εβραίοι δεν είναι συμπλεγματικοί λένε τα καλύτερα εβραϊκά αστεία. Η εμμονική ενασχόληση με τα «δικαιώματα» αφαιρεί τις υποχρεώσεις, συρρικνώνει τις κοινότητες στη θέση του θύματος και προσπαθεί να ισοπεδώσει τη σκέψη. Παραλλήλως, δημιουργεί ρατσιστική αναδίπλωση: όσο πιέζουμε για ενιαία σκέψη, για επιβολή ενός υποτιθέμενου ψευτο-Καλού, τόσο θα αναπτύσσεται αντίδραση η οποία μπορεί να πάρει βίαιες διαστάσεις και να προκαλέσει πολιτικά ατυχήματα.
Είναι επιτρεπτό και μάλλον «επαναστατικό» να επιτίθεσαι στον χριστιανισμό αλλά όχι στο Ισλάμ μολονότι το Ισλάμ δεν δημιουργεί πολιτισμό. Αντιθέτως, τον καταστρέφει. Το ότι γίνονται δίκες για βλασφημία το 2017 μάς δείχνει ότι έχουμε παραβλέψει τον ρόλο της θρησκείας στην εποχή της νεοτερικότητας. Το Ισλάμ, η επιθετική του πολιτική, μας θυμίζει ότι η κοσμική κοινωνία είναι ευσεβής πόθος. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν ανήκουν σε θρησκείες, επαναλαμβάνουν τα ίδια τελετουργικά. Τα αυταρχικά κόμματα και οι αυταρχικές ομάδες έχουν αδυσώπητα θρησκευτικά τελετουργικά: ανεπίγνωστα, υιοθετούν θρησκευτικές αξίες περί Καλού-Κακού, σωτηρίας, Επέκεινα, προδοσίας, αμαρτίας, τιμωρίας, λύτρωσης και τα λοιπά.
Ο νόμος περί άσκησης βίας ήταν αρκετός: ο αντιρατσιστικός νόμος όχι πως περιττεύει αλλά σηματοδοτεί μια πνευματική στενοχωρία. Εχουμε μπει στον δρόμο που χάραξε ο Στάλιν. Οποιος διαφωνεί με την ηγεμονική ιδεολογία θα τιμωρείται. Στη δημοκρατία θα έπρεπε να υπάρχει χώρος για κάθε είδους λόγο, αν και όχι για βίαιες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν, φυσικά, σε άλλους νόμους. Στην Ελλάδα η βία διακρίνεται σε καλή και κακή: είναι κοινοτοπία και που το λέω. Είχαμε τρυφερά πάρε-δώσε με την 17η Νοέμβρη, τώρα δείχνουμε επιείκεια σε όλους τους επιγόνους της. Οταν χρυσαυγίτες σκοτώνουν κάποιον θεωρείται στυγερό έγκλημα, όταν κάποιος σκοτώνει χρυσαυγίτη «καλά του κάνει». Εχουμε πρόβλημα ηθικής και πολιτικής κουλτούρας. Υπήρχε και υπάρχει ανοχή για την τρομοκρατία και τους αναρχοφασίστες οι οποίοι, περιέργως, στηρίζουν τα κινήματα για τα «ανθρώπινα δικαιώματα». (Καίγοντας τρόλεϊ…)
Παρά τις επικρίσεις και τον θόρυβο, νομίζω ότι δεν είμαι αρκετά σκληρή στις εκφράσεις που χρησιμοποιώ. Δεν συμμετέχω στα κοινωνικά δίκτυα αλλά αντιλαμβάνομαι ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείται εκεί δεν είναι σκληρή, είναι χυδαία. Ας μην κάνουμε κριτική στη σκληρή γλώσσα, ας κάνουμε στη χυδαία. Και στο επίπεδο των ιδεών ας ταρακουνηθούμε λιγάκι μήπως ξυπνήσουμε! Πάντοτε, όταν πρόκειται για άρθρα ή δοκίμια, προσπαθούμε να γινόμαστε πειστικοί, πράγμα που προϋποθέτει κάποια ηπιότητα: αλλά, όλα τα πράγματα πρέπει να διατυπώνονται ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές. Οι ψίθυροι και οι υπαινιγμοί είναι χαρακτηριστικά ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Στην ερώτηση αν ένας μουσουλμάνος που διαβάζει τις θέσεις μου νιώσει προσβεβλημένος απαντώ το εξής: Αν, αντί να υπακούει στους νόμους της κοινωνίας που τον έχει δεχθεί και του προσφέρει ειρήνη και δημοκρατία, υπακούει στον ιμάμη, ας προσβληθεί κι ας γίνει έξαλλος.
Ο Εμανουέλ Μακρόν είπε προεκλογικά πως «καμία θρησκεία δεν είναι πρόβλημα στην Γαλλία»: ο Μακρόν είναι πολιτικός· εγώ είμαι ιστορικός και συγγραφέας. Δεν έχω στόχο να ενώσω τη διχασμένη κοινωνία, ούτε να γίνω ηγέτης· έχω στόχο να φωτίσω μερικές σκοτεινές γωνίες.
Μερικά ψέματα είναι απαραίτητα στην πολιτική αλλά όχι στην επιστήμη της ιστορίας όπου πασχίζουμε να βρούμε την αλήθεια.
Στη Γαλλία η κοσμικότητα έχει πάει περίπατο. Στην πίεση που ασκεί το Ισλάμ ― με τη στήριξη μεγάλου μέρους της αριστεράς που έχει χάσει το προλεταριάτο και ψαρεύει οπαδούς στις μειονότητες ― θα απαντήσουν οι Καθολικοί. Το πρόβλημα στη Γαλλία δεν είναι η τρομοκρατία· είναι η πεισματική μη ένταξη, είναι η δημιουργία παράλληλης κοινωνίας και παράλληλου Δικαίου που αντιτίθεται στο Δίκαιο της δημοκρατίας. Είναι η εξασθένιση του νόμου, η υποχώρηση του κοσμικού κράτους που κερδήθηκε με αγώνες.
Στα μέσα ενημέρωσης, παρουσιάζεται μια εικόνα του Παρισιού που φοβάται. Κανείς δεν φοβάται. Οσο για μένα, περπατάω αμέριμνη μαζί με το σκυλί μου ακούγοντας μουσική: Rock and roll will never die.»
Φάουλ
Οπως ακριβώς ο Μάρκο Πόλο μάλλον  δεν είπε αυτή τη φράση, έτσι και ο η πηγή των εναντίον της καταγγελιών δεν είναι ο «σταλινισμός» και ο μαρξισμός που η ίδια καταγγέλλει, μια που ο «μηνυτής» ήταν υποψήφιος της ΔΗΜΑΡ και μάλλον συντηρητικότατος ως προς τις πολιτικές του θέσεις
Τα βάζει με την αριστερά και την αυταρχικότητά της , για το εναντίον της παραλήρημα,  ενώ οι αντιρατσιστικοί νόμοι (άλλο μέγα θέμα) έχουν περάσει σε πολλά κράτη από δεξιές κυβερνήσεις ή από κεντρώες σαν αυτές που η ίδια από καιρό υπερασπίζεται
Παρότι υπεραμύνεται της ελευθερολογίας της, λησμονεί ότι όταν έγινε θεατρικό έργο ένα γραφτό του Ξηρού της 17 Ν. εκείνη είχε τοποθετηθεί εναντίον του, θεωρώντας ότι «έχει ευθύνη ο καλλιτέχνης» και ότι θα έπρεπε κατά τη γνώμη της να μην χρησιμοποιούνται κειμενα αμφιλεγομένων ατόμων
Στην προσπάθειά της να συνδέσει ντε και καλά την αριστερά με την εναντίον της καταγγελία συνδέει τους «αναρχοφασίστες που καίνε τρόλεϊ» με ΜΚΟ ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Επίσης υπεραμύνεται του κοσμικου κράτους προσπερνώντας τα εγκλήματα που όλοι οι οπαδοί θρησκειών διέπραξαν εν ονόματι του δικού τους θεοκρατικού προτύπου και βλέπει μόνο την (υπαρκτή βεβαίως) αγριότητα του σημερινού ισλάμ (που το υποδέχεται η φιλόξενη δύση ως μετανάστη-πρόσφυγα) και του δίνει τόσα αγαθά δημοκρατίας και μπλα μπλα. Και αυτή φράση με θλίβει, γιατί περιμενα από τη Σώτη να μην προσπερνά τα αίτια που έκαναν τόσο βάρβαρο το ισλάμ και κατά το μεσαίωνα-μεσαίωνα (καρέτα-καρέτα) αλλά και στο σημερινό μεσαίωνα που τον επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών συμφεροντων (και όχι οι σταλινικοί). Περίμενα (μάταια όμως) ότι θα ήξερε πως ο φανατισμός (ισλαμιστής και μη) γεννιέται από την καταδυνάστευση ισχυρών δυνάμεων. Αυτοί που σήμερα υποτίθεται ότι «προσφέρουν» δημοκρατία και εργασία και ειρήνη στον αχάριστο φανατικό μουσουλμάνο, είναι εκείνοι που ουσιαστικά τον ξεζούμισαν ως αποικιοκράτες και προκάλεσαν τους πολέμους στην πατρίδα του -στη Συρία τον προκαλούν ακόμη για το θέμα των αγωγών φυσικού αερίου. Κρίμα που η Σώτη δεν το βλέπει αυτό, παρά στέκεται στο πείσμα του μετανάστη να μην ενταχθεί στο «κοσμικό κράτος» του δικού της Παρισιού και την ενοχλεί η επιμονή του να μείνει αυτός που ειναι -σε μια ταυτοτητα απελπισίας, που ειναι κι αυτή κατασκεύασμα, αλλά αποτελεί κατά τη γνώμη του φανατικού τη μοναδική αντίσταση στην καταδυνάστευση του δυτικού κόσμου
Οπότε;
Εντούτοις η Σώτη, παρά τη δική μυωπία (αλλιώτικη από τη δική μου, αλλά ξέρω ότι έχω κι εγώ)  πρέπει να μπορεί να λέει αυτό που θέλει και εμείς μπορούμε να μην αγοράζουμε (ή να αγοράζουμε) τα βιβλία της.  Για να ειμαι και απόλυτα σαφής πιστεύω ότι πρέπει να απαγορευτεί κάθε απαγόρευση όσον αφορά στην τέχνη αλλά και στον άτεχνο λογο δημοσιογράφων, συγγραφέων και βασικά ΟΛΩΝ των ανθρώπων. Και σηκώνει πολυ νερό το αν υποκινείς ή όχι σε πράξεις βιας με όσα αναφέρεις  -τόσο πολύ νερό που ειναι βεβαιο ότι θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος του πολιτισμού επί της ουσίας και εις βάρος των αδυνάμων. Κάθε λογοκρισία ειναι αντιδημοκρατική ακόμα και όταν στρέφεται εναντίον καθαρμάτων, πολύ δε περισσότερο όταν στρεφεται εναντίον μιας γυναίκας που έχει προσφέρει ξεχωριστά γραφτά και που  κακώς κρίνεται αποκλειαρικά από ένα
Το αρχικό κείμενο
Το αρχικό κείμενο για το οποίο κατατέθηκε η μήνυση εναντίον της Σώτης Τριανταφύλλου είναι το εξής και είχε γραφει μετά τη σφαγή στο Μπατακλάν:

Rock and roll will never die

«Tυφλότητα» είναι ο τίτλος του καινούργιου βιβλίου του ιστορικού Μαρκ Φερρό: τυφλότητα των ηγεσιών, τυφλότητα των μαζών. Ο Φερρό περιγράφει πώς δεν μπορούμε – και δεν θέλουμε – να αναγνωρίσουμε τα συνταρακτικά, συχνά τραγικά, φαινόμενα που οδηγούν σε ομοίως συνταρακτικά και τραγικά γεγονότα. Ο ισλαμοφασισμός δεν είναι καινούργιο φαινόμενο: τον έχουμε εκθρέψει στη Δύση και παρά τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις, ηγεσίες και μάζες κοιμούνται τον ύπνο των δικαίων. Ψυχική ευρυχωρία; Ενοχές για ένα φαντασματικό παρελθόν; Έξαλλη αισιοδοξία; Χριστιανο-αριστερή πίστη στην ανθρώπινη καλοσύνη; Απύθμενη βλακεία της πολιτικής ορθότητας; Φόβος μπροστά στις ισχυρές ισλαμικές χώρες; Όλα αυτά μαζί με την ιστορική τυφλότητα που αναλύει ο Μαρκ Φερρό.

Δεν θα επεκταθώ εδώ στο χονδροειδές σφάλμα της πολυπολιτισμικότητας: όποιος ενδιαφέρεται για το ζήτημα ας αναζητήσει παλιότερα άρθρα και βιβλία. Άλλωστε, μολονότι η αντίθεσή μου στη πολυπολιτισμικότητα – στη μη αφομοίωση των μεταναστών και στην εξύμνηση του ισλάμ – είναι μειονοτική, δεν είμαι η μόνη που τη διατυπώνω. Προσθέτω ωστόσο ότι όσα υφιστάμεθα από τους ισλαμιστές (όχι μόνον την τρομοκρατία αλλά την καθημερινή πίεση, τη συμπεριφορά μίσους) δεν οφείλονται στις «επεμβάσεις» της Δύσης στις χώρες της Ανατολής, αλλά στην πολεμοχαρή και φθονερή φύση του ισλάμ: το ισλάμ δεν είναι μια θρησκεία σαν τις άλλες, αγαπητοί συμπολίτες° είναι πολιτικό πρόγραμμα, είναι ιδεολογία εκβαρβαρισμού.

Θα θίξω τρία σημεία: πρώτον, την ανεπάρκεια, τη θλιβερή αναπηρία, των σημερινών ευρωπαϊκών ηγεσιών. Αν στη θέση του Φρανσουά Ολάντ και της εύθυμης παρέας του ήταν ο Ντε Γκολ, ο Πομπιντού ή ο Μιτεράν, η Γαλλία θα είχε κηρύξει πόλεμο στο Ισλαμικό Kράτος και, πιθανότατα, θα τον είχε κερδίσει. Επίσης, θα λειτουργούσαν οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι δυνάμεις ασφαλείας, δηλαδή ό,τι προασπίζει τους πολίτες από τη βία και την αυθαιρεσία.

Ακόμα και οι επίσημες δηλώσεις μετά την πρόσφατη σφαγή ακούγονται χλιαρές: οι φοβισμένοι και οκνηροί υπάλληλοι της γαλλικής γραφειοκρατίας πασχίζουν να μην εξερεθίσουν τον μουσουλμανικό πληθυσμό που τρώει και πίνει με κρατικές παροχές παραβιάζοντας τους νόμους της γαλλικής δημοκρατίας. Οι νόμοι αυτοί κερδήθηκαν με αγώνες: σήμερα τσαλαπατάμε τους κοινωνικούς αγώνες που δημιούργησαν τα φιλελεύθερα καθεστώτα – η αχαριστία του σύγχρονου ανθρώπου είναι πρωτοφανής° και ο συνδυασμός με την προαναφερθείσα τυφλότητα κλονίζει τα θεμέλια του πολιτισμού μας. Το πρόβλημα πάντως, σύμφωνα με τους Γάλλους σοσιαλιστές, είναι η άνοδος της ισλαμοφοβίας, ενός φυσικού και αυτονόητου αντανακλαστικού, που, ωστόσο, μπορεί να οδηγήσει τους Γάλλους πολίτες στον αριστεροδεξιό συνασπισμό της Μαρίν Λε Πεν. Σε τελική ανάλυση, ο στόχος του Σοσιαλιστικού κόμματος δεν είναι η ανάσχεση του ισλαμοφασισμού αλλά η απόσπαση ψήφων – παλιά ιστορία αυτή.

Δεύτερο σημείο: αν οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι (που, σας διαβεβαιώ, είναι λιγοστοί και αμήχανοι μέσα στο αγριεμένο ισλαμικό πλήθος), θέλουν να αποφύγουν τον στιγματισμό, πρέπει να κατέβουν μαζικά στους δρόμoυς –σήμερα, τώρα- και να διαμαρτυρηθούν για τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας που διαπράττονται στο όνομα του Αλλάχ. Όμως, θα επιμείνω: όπως έλεγε ο Μάρκο Πόλο, «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Πολύ λίγα έχουν αλλάξει στο ισλάμ από τον ύστερο Μεσαίωνα. Σήμερα, μετριοπαθείς μουσουλμάνοι είναι μόνον οι εκκοσμικευμένοι, τουτέστιν όσοι έχουν εγκαταλείψει την ισλαμική τους ανατροφή – όπως έχουν κάνει πολλοί χριστιανοί στη Δύση. Περιμένω λοιπόν να κατεβούν στους δρόμους όλοι οι καλοί άνθρωποι της Ανατολής και να στηρίξουν τη δυτική δημοκρατία που τους προστατεύει και τους ταΐζει: αν δεν το κάνουν ή αν το κάνουν με μισή καρδιά θα επιβεβαιωθεί η υποψία της ρητής, υπόρρητης ή διφορούμενης στήριξης στον ισλαμοφασισμό.

Με το τρίτο σημείο απευθύνομαι στους ισλαμιστές και στους ποικίλους φίλους τους – μεταξύ των οποίων στους συμπατριώτες μας που πιστεύουν, όπως ο Γεννάδιος Β’, ότι «κάλλιον ειδέναι φακιόλιον τούρκικον παρά καλύπτρα λατινική»: ό,τι και να κάνετε, όσους και σκοτώσετε, συκοφαντήσετε και φιμώσετε, ο δυτικός πολιτισμός θα επιζήσει. Είναι απείρως ισχυρότερος. Εξάλλου, η εναλλακτική πρόταση ήταν και παραμένει η βαρβαρότητα.

Όσον αφορά δε την καταστροφή του Bataclan όπου έχουμε δει μερικές από τις καλύτερες ροκ συναυλίες της ζωής μας, είμαι εδώ να σας θυμίζω ότι το ροκ δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι ποτέ δεν θα αντικατασταθεί από προσευχές κι από αμανέδες.»

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here