Σπύρος Μαντάς: Πέτρινα γεφύρια στην Ήπειρο

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

«Στο πλαίσιο του «Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων», μιας πολυετούς προσπάθειας καταγραφής και μελέτης όλων των γεφυριών της Ηπείρου -καλύτερα να πω της Πίνδου- προγραμμάτισα και πραγματοποίησα, τα τελευταία χρόνια, σειρά αποστολών και στη Βόρεια Ήπειρο (Αλβανία). Στόχος, να καταγραφούν και τα εκεί πέτρινα τοξωτά γεφύρια. Περιοχή δύσκολη η Βόρεια Ήπειρος, με πολλές ιδιαιτερότητες, πάντα υποψίαζε για πλούσιο, ποσοτικά και ποιοτικά, υλικό. Τουλάχιστον αυτό έταζαν οι περιηγητές της τουρκοκρατίας, παλιοί -αρχών του 20ού αιώνα- στρατιωτικοί χάρτες, λίγα δημοσιεύματα, τελευταία, Αλβανών ερευνητών και αρχιτεκτόνων. Η πρόσβαση όμως εκεί, δυστυχώς, μέχρι πρόσφατα εξακολουθούσε να παραμένει απαγορευτική. Να οριοθετηθεί όμως ο χώρος που έψαξα όλα αυτά τα χρόνια. Ως βόρειο σύνορο -εκεί είναι το ζήτημα- υιοθέτησα τον ρου του ποταμού Σκούμπη, του Γενούσου των αρχαίων. Τις όχθες του διέτρεξε κάποτε η Εγνατία οδός, την οποία χρησιμοποίησε ο Στράβων για να διακρίνει τα ηπειρωτικά έθνη από αυτά των Ιλλυριών. Η δική μου βέβαια επιλογή δεν θα μπορούσε να έχει κριτήρια εθνολογικά, έτσι κι αλλιώς ασθενή έως ανύπαρκτα την εποχή κατασκευής των γεφυριών. Ανέβηκα ως εκεί, γιατί ακριβώς εκεί σβήνει η Πίνδος, το ανάγλυφο της οποίας, ακόμη και σήμερα, μπορεί να γεννάει ανθρωπογεωγραφικές ενότητες με ατμόσφαιρα και νοοτροπίες παρόμοιες εκείνων που έδωσαν τα «δικά» μας γεφύρια». Για τα πέτρινα γεφύρια μας μιλά ο Σπύρος Μαντάς.

«Ταξίδεψα λοιπόν στο Πάνω Πωγώνι και στην περιοχή της Ζαγοριάς. Γύρισα χωριό-χωριό όλη τη Δρόπολη, αλλά και τον Βούρκο, ανάμεσα Δέλβινο και Άγιους Σαράντα. Με αφετηρία Αυλώνα, εισχώρησα βαθιά στο Κουρβελέσι, ανεβαίνοντας την κοιλάδα της Σουσίτσας. Από Τεπελένι, μέσω Κλεισούρας, βρέθηκα Πρεμετή, κι απ’ εκεί στο Λεσκοβίκι. Προχώρησα τολμηρά στο Μπεράτι, μέχρι πέρα την Τσερεβόντα. Διέτρεξα τα μαστοροχώρια της Κολωνίας. Έφτασα Κορυτσά, για να επισκεφτώ τα χωριά του Μοράβα, αλλά και τη Μοσχόπολη και το Γκράμποβο. Τέλος, από Πόγραδετς, ακολουθώντας τα ίχνη της Εγνατίας, δίπλα στον Σκούμπη, κατέληξα στο Ελμπασάν. Όλα αυτά, με δεκαπέντε συνολικά ταξίδια-αποστολές, που τα ‘χαν όλα: εκπλήξεις, κόπο, κινδύνους, ευτυχώς κι αποτελέσματα. […]»

-Από την Ηλεία καταγόμενος αλλά η καρδιά στην Ήπειρο. ..

– Ναι, γιατί υπάρχει η ληξιαρχική πατρίδα, υπάρχει και της καρδιάς, όπως είπατε. Η πρώτη προκύπτει, η δεύτερη συνιστά επιλογή.

 -Πόσα χρόνια ασχολείστε με τα γεφύρια; 

– Από νεαρή ηλικία, έκλεισα εφέτος 35 χρόνια εντατικής  -το εννοώ- μελέτης. Πολιτογραφήθηκα πια πολίτης της Πίνδου.

-Οδοιπορικό μνήμης και ιστορίας;

– Όπως το λέτε, μέσω των γεφυριών περνώ στις απέναντι όχθες όπου θυμάμαι και μαθαίνω.

-Στην ουσία γεφυρώνετε τον χρόνο;

– Θα σας απαντήσω με στίχο ενός τραγουδιού που ηχογραφώ αυτές τις μέρες. ..
Της Τρίχας πικροπέρασμα
σε κέντησα στολίδια,
σε γέλασα διαβαίνοντας
τα πέτρινα γεφύρια. ..
(όπου γεφύρι της Τρίχας, πέρασμα στο επέκεινα).

-Ποιες κατηγορίες γεφυριών έχουμε στη Βόρεια Ήπειρο;

– Ίδιες με των άλλων τόπων , ουσιαστικά μορφολογικές: μονότοξα, δίτοξα κ.λπ. Αν κάτι τα διαφοροποιεί, αυτό είναι η τόλμη. Έπρεπε, γιατί εκεί γεφυρώνεται ένα υπερβολικά σκληρό τοπίο. Η φύση επιβάλλει τη μορφή.

-Χτιστάδες από συγκεκριμένες πειροχές τα έφτιαχναν;

– Υπήρχαν κοιτίδες μαστόρων, πετράδων θα έλεγα, που τα έφτιαχναν. Όχι όμως μόνο γεφύρια. Τέτοια εξειδίκευση για την εποχή θα παραήταν πολυτέλεια. Απλά κάποιοι τους, οι καλύτεροι,  έφτιαχναν και γεφύρια. Έρχονταν από τα Τζουμέρκα, τη Λάκκα του Σαραντάπορου της Κόνιτσας, την περιοχή της κάποτε Ανασελίτσας, σήμερα Βόιο δυτικά του νομού Κοζάνης, αλλά και από τα μέρη της Αλβανίας, Κολώνια, Κορυτσά και Όπαρη.

-Τα πιο ξακουστά;

– Της Πλάκας, το μεγαλύτερο μονότοξο στα Βαλκάνια, που το αφήσαμε και έπεσε. Της Κόνιτσας, δυστυχώς κι αυτό παραμελημένο. Του Παπαστάθη στον Άραχθο. Το λεγόμενο Καλογερικό, στο Ζαγόρι. Του Αλή πασά πάνω από το Αργυρόκαστρο. Αλλά να πω πως δύσκολα ξεχωρίζεις, καθένα έχει τη δική του ταυτότητα. Ο λαϊκός μάστορας δεν αντέγραφε, διάβαζε κάθε μια φορά το τοπίο και δημιουργούσε. Σοφός ελιγμός, απέναντι στη δύναμη της φύσης.

-Η λειτουργικότητά τους;

– Σήμερα έχει διαφοροποιηθεί.  Δεν εξυπηρετούν πλέον  πρακτικές ανάγκες, αλλά,  έχοντας μετουσιωθεί σε σύμβολα, μας περνούν σε άλλου είδους όχθες. Είναι μνημεία που επιδέχονται πολλών ειδών προσεγγίσεις με αντίστοιχα οφέλη. Με αυτή την έννοια, ακόμη και σήμερα που γεφυρώνονται θάλασσες, παραμένουν λειτουργικά σε άλλα, πιο ουσιαστικά επίπεδα.

-Τα έχετε χαρτογραφήσει όλα;

– Ναι, όλα, ή σχεδόν όλα,  γιατί μια έρευνα δεν τελειώνει ποτέ. Εχω καταγράψει 1340 περίπου πέτρινα τοξωτά γεφύρια μέσα στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου με κέντρο της βέβαια την Ήπειρο. Κι όταν λέω καταγράψει,  εννοώ φωτογραφήσει, σχεδιάσει, βιντεοσκοπήσει και συλλέξει ο,τιδηποτε ιστορικό, λαογραφικό, τεχνικό κ.λπ. στοιχείο τα αφορά.

-Σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα;

– Από μέτρια έως κακή. Δυστυχώς δεν είμαστε ικανοί ούτε οφελημιστικά να τα δούμε. Θα μπορούσαν, αν λίγο τα φροντίζαμε, τουλάχιστον τα ευρισκόμενα κοντά στους κεντρικούς δρόμους,  να λειτουργήσαν σαν πόλος τουριστικής έλξης. Η πυκνότητα και η ποικιλία των μορφών τους στον συγκεκριμένο χώρο, πραγματικά συνιστούν φαινόμενο.

 -Πώς θα μπορούσαν να συντηρηθούν ή και να αποκατασταθούν;

– Με το να αλλάξουμε νοοτροπία. Αν όμως τρέχουμε πίσω από τις αναστηλώσεις με πονηρές σκοπιμότητες  -βλέπε γεφύρι της Πλάκας- δεν υπάρχει ελπίδα. Ήδη από τα 1340 καταγραφέντα που σας είπα, τα μισά έχουν χαθεί. Αλήθεια πόσα θα μπορούσαν να συντηρηθούν και να σωθούν με τα χρήματα της πολυδιαφημισμένης αναστήλωσης; Ρητορικό βέβαια νομίζω το ερώτημα, αφού φοβάμαι πως στην Πλάκα έχουμε τάξιμο σε ευκολόπιστους χειροκροτητές.

-Τα επισκέπτεσθε;

– Συχνά, έχω δεθεί πολύ μαζί τους. Κράτησα τη ζωή μου διαβαίνοντάς τα. Είναι όμως επώδυνες οι επιστροφές. Κάθε φορά κάποια λείπουν οριστικά.

-Το «Αρχείο Γεφυριών  Ηπειρώτικων» ανανεώνεται;

– Πάντα. Όπως σας είπα μια έρευνα δεν τελειώνει ποτέ. Έρχονται νέα γεφύρια, φεύγουν κάποια άλλα , αγαπημένα. Θέλουμε δεν θέλουμε, έτσι είναι η ζωή. Η μελέτη τους όμως συνιστά ανάγκη και μάλιστα επείγουσα.

-Το επόμενο βιβλίο που ετοιμάζετε;

– Γεφυρογραφία της Πίνδου και Κουδαραίοι Μαΐστορες. Ένα τουλάχιστον τρίτομο βιβλίο, που θα συμπεριλαμβάνει όλες -κι είναι πολλές αυτές- τις πτυχές τους. Και βέβαια,  όπως μαρτυρεί κι ο τίτλος,  σε συνδυασμό με τους ανθρώπους που τα έφτιαξαν. Πάντα δημιουργός και έργο του είναι στενά συνδεδεμένα. Η γνώση του ενός προϋποθέτει και του άλλου.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here