Η περίπτωση Θάνου, οι σχέσεις δικαστών-εκτελεστικής εξουσίας, οι «άδικες» αποφάσεις και η επικίνδυνη θεσμική ένταση στη δικαιοσύνη

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΕΡΒΑ

Λάβρα η ΝΔ και όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν με ηχηρό τρόπο την τοποθέτηση της μέχρι πρόσφατα προέδρου του Αρείου Πάγου Βασ. Θάνου, στη θέση της άμισθης προϊσταμένης του νομικού Γραφείου του πρωθυπουργού.

Και επί της ουσίας ίσως έχουν δίκιο, αφού δεν είναι νοητό, σε μιά σύγχρονη δημοκρατία, οι ηγετικοί εκπρόσωποι των τριών εξουσιών του πολιτεύματος, να συμπλέκονται με τέτοιο στενό τρόπο, ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω η θεσμική ανεξαρτησία και η αξιοπιστία τους.

Ομως αυτού του είδους τα φαινόμενα, στην Ελλάδα της κρίσης, της θεσμικής αναξιοπιστίας και της άκρατης διαπλοκής, είναι συνήθη τα τελευταία χρόνια.

Η μεταπήδηση ανώτατων κυρίως δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών σε κρατικά ή κυβερνητικά αξιώματα, έχει στηλιτευθεί από το σύνολο των δικαστικών ενώσεων και από κάθε αντιπολίτευση στη χώρα, η οποία όμως ως κυβέρνηση, συμπεριφέρεται εντελώς ανάποδα. Κάνει αυτό το οποίο είχε πριν καταγγείλει ως αθέμιτο.

Ο αρεοπαγίτης Χαρ. Αθανασίου, μεταπήδησε το 2012, από τη θέση του εν ενεργεία Αρεοπαγίτη, στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του Σαμαρά. Ηταν μια καθαρή και ανεπίτρεπτη πολιτική εμπλοκή ενός ανώτατου δικαστικού λειτουργού.

Ο Παναγιώτης Πικραμένος, δικαστικός του ΣτΕ, υπήρξε σύμβουλος του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τη περίοδο 1991-1993, ενώ υπηρετούσε στο ΣτΕ. Και τη περίοδο 2009-2012 επελέγη και υπηρέτησε ως Πρόεδρος του ΣτΕ.

Αλλά και άλλοι ανώτατοι δικαστικοί, ανέλαβαν κρατικά αξιώματα ή θέσεις σε Ανεξάρτητες Αρχές μετά την συνταξιοδότησή τους.

Η περίπτωση Παπαγγελόπουλου

Αλλά και ο σημερινός αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δ. Παπαγγελόπουλος, που εμφανίζεται ως τιμητής των συναδέλφων του τους οποίους εγκαλεί ότι δεν έπραξαν τα δέοντα στις υποθέσεις διαφθοράς, διατέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα προιστάμενος της εισαγγελίας πρωτοδικών της Αθήνας, επί κυβερνήσεων Κ. Καραμανλή, με τον οποίο διατηρούσε και διατηρεί άριστες σχέσεις.

Ο κ. Παπαγγελόπουλος, πριν μιλήσει για άλλους, ας κάνει την αυτοκριτική του, καθώς ήταν εκείνος που «έθαψε» για 11 μήνες την προκαταρκτική εξέταση για τις τηλεφωνικές υποκλοπές τη περίοδο Καραμανλή ενώ επιχείρησε να υποβαθμίσει και τις καταγγελίες των πακιστανών για απαγωγή τους από άγγλους πράκτορες, μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο.

Οι σχέσεις αυτές, δεν αποτελούν τεκμήριο σχέσεων εξάρτησης των δικαστών. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι εξαιρετικού ήθους και εγνωσμένης δικαστικής αμεροληψίας δικαστές.

Ομως αυτό, πρέπει να να φαίνεται. Η εμπλοκή ανώτατων δικαστών σε κυβερνητικές και κρατικές θέσεις αμέσως μετά την αποχώρησή τους ή ακόμη και κατά την διάρκεια της θητείας τους ως δικαστές, δημιουργεί θεσμικό πρόβλημα.

Η πρόταση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, να απαγορεύεται για τρία χρόνια η ανάληψη δημοσίων αξιωμάτων από δικαστές που αποχωρούν από το σώμα κινείται προς την σωστή κατεύθυνση.

Μια άλλη κίνηση θα ήταν να αλλάξει η απ ευθείας επιλογή των ηγεσιών των Ανωτάτων Δικαστηρίων  από το υπουργικό συμβούλιο, γεγονός που συμβάλει στη διαιώνιση αυτής της άτυπης «διαπλοκής».  Οπως επίσης και να επιτραπεί στη δικαιοσύνη να ελέγχει τις παρανομίες πολιτικών προσώπων, κάτι όπως που απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση.

Το πολιτικά κόμματα, υπόλογα και υπεύθυνα αυτής της γενικευμένης θεσμικής ανυποληψίας αντί να φωνασκούν για λόγους εντυπώσεων, ας ψάξουν να βρούν τρόπους να διορθώσουν το πρόβλημα που τα ίδια δημιούργησαν.

Με βάση τα παραπάνω, η τοποθέτηση της κ. Θάνου σε κυβερνητικό πόστο, δέκα ημέρες μετά την συνταξιοδότησή της, δίνει λάθος μήνυμα προς την κοινωνία και έπρεπε να είχε αποφευχθεί.

Η κυβέρνηση θα έπρεπε να αποκαταστήσει την θεσμική τάξη και στο ζήτημα αυτό αλλά και στην άκριτη επίθεση στελεχών της κατά της δικαιοσύνης. Η άσκηση κριτικής κατά δικαστικών αποφάσεων αποτελεί δικαίωμα και των κυβερνητικών στελεχών. Ομως αυτή δεν μπορεί να εκφεύγει των ορίων της νομιμότητας και να μετατρέπεται σε προσωπική βεντέτα κάποιων, γιατί έτσι χάνεται η ουσία της κριτικής. Το Σύνταγμα άλλωστε είναι σαφές και η θεσμική ένταση δεν ωφελεί κανέναν.

Οι επίμαχες δικαστικές αποφάσεις

Η απόφαση του ΣτΕ πράγματι δημιουργεί πρόβλημα στον έλεγχο της μεγάλης φοροδιαφυγής, καθώς εμποδίζει τις ελεγκτικές αρχές να ερευνήσουν πέραν της 5ετίας. Η απόφαση οδηγεί όντως στην παραγραφή μεγάλων αδικημάτων φοροδιαφυγής και στη νομιμοποίηση πρακτικών ξεπλύματος μαύρου χρήματος από τους έχοντες αυτής της χώρας.

Είναι μια απόφαση που επικυρώνει το καθεστώς της κοινωνικής αδικίας, στο τρόπο διαχείρισης της κρίσης. Και στο θέμα αυτό, η κριτική ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη. Αλλα μιά κριτική που εκφεύγει της ευπρέπειας και και γίνεται με όρους πολιτικού τσαμπουκά, χάνει το δίκιο της.

Και είναι γεγονός ότι το ΣτΕ, δεν έδειξε την ίδια ευαισθησία για τις συνταγματικές αρχές και την ασφάλεια δικαίου, όταν τα αλλεπάλληλα μνημόνια πετσόκοβαν τις συντάξεις των εργαζομένων και τις αποδοχές τους, ενώ όσον αφορά τα ειδικά μισθολόγια, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ίδιοι οι δικαστές, η ετυμηγορία των ανώτατων δικαστών ήταν επιλεκτική με αιτιολογία την προστασία του «πυρήνα του κράτους».

Ομως εάν δεν προστατεύεις τις αρχές της δίκαιης κατανομής των βαρών, ενισχύει την ανισότητα και την κοινωνική αδικία. Και γιαν όλα αυτά, οι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας πρέπει να πα΄ρουν ξεκάθαρη θέση.

Η περίπτωση της Ηριάννας

Το ίδιο προβληματική είναι και η απόφαση που οδήγησε στην επιβολή κάθειρξης 13 ετών στην Ηριάννα, ως μέλος των ΣΠΦ, χωρίς στιβαρές και χειροπιαστές αποδείξεις.

Δικαίως πολίτες αντιδρούν στην επίμαχη απόφαση, καθώς η βαριά τιμωρία της κοπέλας, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας πράξης, φερόμενου αδικήματος και ποινής. Εξ άλλου η αμφιβολία, είναι υπέρ του κατηγορουμένου. Η αρχή της σκοπιμότητας που φαίνεται να υιοθετούν κάποιοι, ακόμη κι αν τα αποδεικτικά στοιχεία δεν τους βοηθούν, αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της νομιμότητας και της αισθήματος δικαιοσύνης.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here