Του ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΟΡΔΙΛΗ

Άλφα βήτα (μελέτη υπό συνθήκες εργαστηρίου): Πόσο εύκολο ή δύσκολο θα ήταν να προστατεύεται – που στο ελάχιστο δεν προστατεύεται, αντίθετα καταπατείται στον πιο μεγάλο δυνατό βαθμό – η στοιχειώδης αξιοπρέπεια στην Κύπρο των ευάλωτων στον ρατσισμό – δηλαδή των φτωχών και απροστάτευτων, αυτών που αν μη τι άλλο δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα για ένα «χρυσό διαβατήριο» τυπικά προσόντα – «ξένων»;

Απάντηση: Δεδομένων των μικρών τοπικών μεγεθών – ένα μεγάλο χωριό είναι η λεγόμενη ελληνική Κύπρος – αρκεί να υπήρχαν με όλα όσα αυτό σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο συνεπάγεται μερικές εκατοντάδες άντε κάνα δυο χιλιάδες άνθρωποι αποφασισμένοι αληθώς για την πρόοδο/ εξοικειωμένοι σε κάποιο βάθος με τις πραγματικές μορφές της αλληλεγγύης, και το δίκτυ προστασίας θα ήταν και ενεργό και ισχυρό. Αν μη τι άλλο θα ήταν τελείως αδιανόητο να εξαφανίζονται κατά συρροή από προσώπου γης γυναίκες ευάλωτες/εργαζόμενες στην υπηρεσία των ντόπιων χωρίς κανένας απολύτως με στοιχειωδώς συστηματικό και επίμονο τρόπο – πριν η άτιμη η θεά τύχη αναλάβει τον εκλιπόντα αστυνομικό ρόλο – να ασχολείται με τη τύχη τους.

Επαναλαμβάνεται προς εμπέδωση: Μερικές εκατοντάδες, άντε κάνα δυο χιλιάδες άνθρωποι αποφασισμένοι αληθώς για την πρόοδο/ εξοικειωμένοι σε κάποιο βάθος με την πραγματική κοινωνική (καμιά σχέση με τη φιλανθρωπική) αλληλεγγύη αρκεί να υπήρχαν.

Συμπέρασμα: ΔΕΝ υπάρχουν όσοι χρειάζονται, υπάρχουν πολύ λιγότεροι. Πολύ περισσότεροι είναι αυτοί που απλώς θέλουν πολύ να νομίζουν…

Διευκρίνιση (ερευνητική): Ο τυπικός τελετουργικός/ενοχικός τρόπος (τελετές, κεριά, λαμπάδες, ψαλμωδίες και συγκίνηση, σπαραγμοί και ουρλιαχτά, ατέλειωτο πάρε δώσε ράδιο μαραθώνιας λογικής) στον οποίον η τοπική κοινωνία έχει εθιστεί – πάντα “πέφτοντας απ’ τα σύννεφα”, σταθερά “κατόπιν εορτής”, επαναλαμβανόμενα από την “εισβολή” του 74 και δώθε υποβάλλοντας εαυτό στο αποδοτικό “παραμύθι” της εσαεί αδικημένης – να παριστάνει ότι “συμπαραστέκεται” στους αδικημένους “ξένους” της, δηλαδή σε αυτά καθαυτά τα θύματα αυτής καθαυτής της εξ’ αρχής ύπαρξής της, δεν έχει καμιά μα καμιά απολύτως σχέση με όσα ορίζουν την αληθινή αποφασιστικότητα για την πρόοδο και την σε βάθος εξοικείωση με την κοινωνική αλληλεγγύη.

Λίγο πιο απλά: Αν οι μερικές εκατοντάδες όψιμοι συμπαραστάτες των θυμάτων του (κάθε) Ορέστη – που έκλαιγαν, έψαλλαν, φώναζαν έξω από το Κυπριακό προεδρικό – ήταν όλοι κι όλες τους πράγματι άνθρωποι αποφασισμένοι αληθώς για την πρόοδο/ εξοικειωμένοι σε κάποιο βάθος με τις πραγματικές μορφές της αλληλεγγύης, τότε δε θα υπήρχε περιθώριο το συγκεκριμένο (ρατσιστικό) έγκλημα με τη συγκεκριμένη υφή (σιωπή, ανοχή, συγκάλυψη) να έχει συμβεί, άρα και οι ίδιοι να “βρίσκονται εκεί που βρίσκονται” και να υποχρεώνονται στην υπέρ φορτισμένη – όπως είναι αυτονόητα η κάθε ετεροχρονισμένη – “παράσταση συμπαράστασης” που η ενοχική/τελετουργική συνήθεια τους υποχρέωσε.

Συνεννοηθήκαμε; Συνεννοούμαστε;

*Άλφα βήτα (ξανά μανά): Όχι, δεν γράψαμε ότι κακώς έγιναν οι τελετουργικού τύπου διαμαρτυρίες για τα ρατσιστικά εγκλήματα στην Κύπρο ή ότι κακώς πήγανε όσοι και όσες πήγανε σε αυτές. Αυτό που γράψαμε – πω, πω πόσο αυτόματη είναι στην μικρή και ενοχική Κυπριακή κοινωνία η “παρεξήγηση” με την αλήθεια όταν αυτή τίθεται μετωπικά ενώπιον όλων, τυπική τοπική συνήθεια κι αυτή – είναι ότι αυτού του τύπου οι “διαμαρτυρίες” στον τοπικό μικρόκοσμο αποτελούν ενοχικά υποκατάστατα – τίποτε περισσότερο τίποτε λιγότερο – της απούσης πρώτης ύλης, δηλαδή της απόφασης για πρόοδο και της ασκούμενης στη πράξη, καθημερινά και αδιαμαρτύρητα, πραγματικής κοινωνικής (όχι φιλανθρωπικής) αλληλεγγύης.

Συνεννοηθήκαμε; Συνεννοούμαστε;   

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here