Μερικές  σκέψεις  με  αφορμή  πρόσφατη απόφαση  Ανώτατου Δικαστηρίου  και  την αντιπαράθεση  που ακολούθησε

Του 

Ιωάννη Χ. Βούλγαρη, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής ΔΠΘ (ivoulga@law.duth.gr)

 

I.- Εισαγωγικά : Μια πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) που επέβαλλε, ως αποκλειστική προθεσμία φορολογικών ελέγχων, την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους της αντίστοιχης οικονομικής χρήσης, δημιούργησε αρκετές και μάλλον έντονες αντιπαραθέσεις και αντιγνωμίες, τόσο εκ μέρους ορισμένων Κυβερνητικών στελεχών, όσο κ’ από την Ένωση Δικαστικών λειτουργών του ΣτΕ, που ανταπάντησαν στους προηγούμενους, καθώς και στη συνέχεια από κόμματα της Αντιπολίτευσης που κατηγόρησαν τη Κυβέρνηση για αντιθεσμική παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης.

Συγκεκριμένα, με δημόσιες δηλώσεις του Κυβερνητικό στέλεχος  προσήψε στους δικαστές του Ανώτατου αυτού Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι δεν έδειξαν στην απόφασή τους αυτή, που αφορούσε περιπτώσεις ενδεχόμενης φοροδιαφυγής, την ίδια ευαισθησία για την προστασία του Δημόσιου Συμφέροντος, ιδίως στις σημερινές συνθήκες οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, που οφείλεται κατά μεγάλο μέρος και στην φοροδιαφυγή, όπως το έκαναν σε προηγούμενες αποφάσεις τους οι οποίες αφορούσαν μειώσεις μισθών και συντάξεων, τις οποίες, στις περισσότερες των περιπτώσεων έκριναν σύννομες για λόγους Δημοσίου συμφέροντος στις σημερινές συνθήκες κρίσεως, μάλιστα δε αυτό ορισμένες φορές και κατά παράβαση τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων που θέτει το Σύνταγμα για τέτοια θέματα  (αύξηση φορολογίας και μείωση μισθών και συντάξεων), που, θα προσθέταμε εμείς, ρυθμίστηκαν και υπό την πίεση των ξένων  δανειστών και εταίρων μας στην ΕΕ με τρόπους εξπρές, δηλαδή με τροπολογίες σε άσχετα νομοσχέδια, όπως π.χ. κύρωσης διεθνών συνθηκών και συμβάσεων, όπου συνταγματικά απαγορεύεται να παρεισφρήσουν άσχετες με το κυρούμενο διεθνές κείμενο διατάξεις. Η απάντηση στην κριτική αυτή του Κυβερνητικού στελέχους, το οποίο κάλυψε πολιτικά, συμφωνώντας μαζί του, αλλά με μάλλον πολύ πιο ήπιο τρόπο, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, δόθηκε από την Ένωση των Δικαστών του ΣτΕ,  μάλλον σε κάπως έντονο επίσης τόνο, προσάπτοντας στο Κυβερνητικό στέλεχος, ότι αγνοεί βασικά στοιχεία και αρχές του νομικού πολιτισμού, όπως εφαρμόζονται στην Ευρώπη και σε όλα τα ευνομούμενα και δημοκρατικά κράτη του Κόσμου, τα οποία εφάρμοσε και το ΣτΕ στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αυτό έδωσε αφορμή στα περισσότερα κόμματα της Αντιπολίτευσης να κατηγορήσουν την Κυβέρνηση για μη ορθή θεσμική συμπεριφορά και παρέμβαση της στο έργο της Δικαιοσύνης.

Επειδή το θέμα είναι μάλλον σοβαρό, όχι μόνο λόγω της κρίσης, αλλά κυρίως λόγω του ότι κυρίως πλήττεται, ή αμφισβητείται – ή τουλάχιστον δημιουργείται ή  αντίστοιχη εντύπωση στο ευρύ κοινό –  το κύρος θεμελιωδών θεσμών, δηλαδή της Δικαστικής και Εκτελεστικής Εξουσίας, που σαφώς διακρίνονται μεταξύ τους, θα πρέπει να εξεταστεί, το αν και κατά πόσο συμβαίνει κάτι τέτοιο στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσπαθώντας να χαραχτούν,  κατά το δυνατό, ορισμένα όρια, όχι μόνο μεταξύ των δύο αυτών θεσμών του κράτους, αλλά και απέναντι όλων των πολιτών, κρινόμενων και διοικούμενων από αυτά, εξετάζοντας, όχι μόνο την αρχή του δημοσίου συμφέροντος, που στα λατινικά εκφράζεται με τη ρήση Salus Patriae Suprema Lex (est) ,δηλαδή Η Σωτηρία της Πατρίδας (αποτελεί) τον Υπέρτατο Νόμο, αλλά και κυρίως μια άλλη βασική αρχή του Κράτους Δικαίου, ότι οι πάντες μπορεί κρίνονται ακόμη και οι Κρίνοντες και κανείς δεν παραμένει στο απυρόβλητο, έχοντας την όποια ασυλία. Μόνο που και η κρίση και κριτική αυτή γίνεται με τον νόμιμο τρόπο και τη νόμιμη διαδικασία, που πρέπει όλοι μας να γνωρίζουμε και εφαρμόζουμε πλήρως, χωρίς παραβάσεις ή αποκλείσεις και χωρίς ειδικά προνόμια κανενός, διοικουμένων/κρινόμενων και διοικούντων/κρινόντων, τρόπο και διαδικασία που είναι απαραίτητη για το κύρος των θεσμών, αλλά και την ορθή λειτουργία του Κράτους Δικαίου: κάτι που θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε στις επόμενες αναπτύξεις μας, σύντομα μεν, αλλά κατά ο δυνατόν πλήρως και σαφώς, εξετάζοντας τόσο τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου και κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις (ΙΙ), όσο και την ορθότητα της συγκεκριμένης απόφασης(ΙΙΙ), πριν καταλήξουμε συμπερασματικά (IV), ως προς τον τρόπο και το ύφος που πρέπει να γίνεται η αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων , από όλους μας, προκειμένου οι θεσμοί να μην φθείρονται, αλλά αντίθετα να ισχυροποιούνται στην λειτουργία τους, προς όφελος όλων:  και αυτών που τους ασκούν και των πολιτών επί των οποίων ασκούνται.

II.- Σχετικά με τις δικαστικές αποφάσεις: αυτές είναι δημόσιες και υπόκεινται σε κριτική, αρκεί να τηρούνται οι νόμιμοι και ορθοί τρόποι και διαδικασία. Γι’ αυτό, ακόμη κι αν η προηγηθείσα δίκη έγινε «κεκλεισμένων των θυρών» για λόγους συγκεκριμένου δημοσίου ή και ιδιωτικού συμφέροντος, η σχετική απόφαση του δικαστηρίου απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίασή του και είναι προσβάσιμη,  προς γνώση οποιουδήποτε έχει σχετικό έννομο συμφέρον, ο οποίος μπορεί να ασκήσει, όλα τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το νόμο, αλλά και η απόφαση μπορεί επίσης να αποτελέσει αντικείμενο θεωρητικής κριτικής σε νομικά περιοδικά κι άλλα έντυπα: αυτό είναι δυνατό ακόμη και για ανέκκλητες αποφάσεις (που δεν υπόκεινται σε τέτοια ένδικα μέσα για τροποποίησή τους), αρκεί να μην παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα (π.χ. ονόματα διαδίκων) ή άλλα νόμιμα προστατευόμενα συμφέροντα.

Ο έλεγχος (δικαστικός) των δικαστικών αποφάσεων, δεν αποκλείεται ακόμη και για τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους στις σχετικές δίκες, που μπορούν να ασκήσουν, εκτός των ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων (ανακοπές, τριτανακοπή, έφεση, αναίρεση, αναψηλάφηση/αναθεώρηση της δίκης) ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων (του ίδιου ή ανωτέρου βαθμού) και προσφυγές (μετά την εξάντληση των προηγουμένων), τόσο ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος, περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας κατά δικαστών, για αποζημίωση βλάβης των συμφερόντων διαδίκου που οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια δικαστή, όσο και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, του Στρασβούργου, για την προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), ιδίως για μη ορθή και δίκαιη δίκη (fair trial), σύμφωνα με το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ).  Όλοι αυτοί οι έλεγχοι προβλέπονται, όχι μόνο σύμφωνα με το δίκαιο που εφαρμόζεται στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά και στα περισσότερα κράτη του υπόλοιπου κόσμου ισχύουν ανάλογα μέτρα, ιδίως στα ευνομούμενα και πλήρως δημοκρατικά από αυτά. Αυτό είναι φυσικό, γιατί η Δικαιοσύνη αποτελεί ανθρώπινο έργο και ως τέτοιο δεν είναι απόλυτα αλάθητη, αλλά μπορεί ορισμένες φορές να είναι και λανθασμένη: έτσι, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες και πνευματικές διεργασίες που καταβάλλει η συντριπτική πλειοψηφία των δικαστών, και την ορθότητα της κρίσης στην οποία καταλήγουν στις περισσότερες των περιπτώσεων, δεν αποκλείεται και να υπάρχουν ορισμένες φορές και λανθασμένες αποφάσεις, ή τουλάχιστον όχι πλήρως ορθές, ή πλήρως και ορθώς αιτιολογημένες, είτε γιατί δεν υπήρξε δυνατότητα ορθής διαπίστωσης/εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, είτε γιατί αυτά δεν υπάχθηκαν στον προσήκοντα κανόνα του δικαίου, είτε τέλος αυτός (κανόνας) δεν ερμηνεύτηκε σωστά και πλήρως ως προς το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις του.

Βεβαίως η δυνατότητα άσκησης ελέγχου και ιδίως κριτικής κατά δικαστικών αποφάσεων πρέπει να γίνεται κι’ αυτή στα πλαίσια της νομιμότητας, ώστε να μην παραβιάζονται κανόνες που να οδηγούν στη διάπραξη ποινικού (επισύρει ποινή ως τιμωρία), ή αστικού (συνεπάγεται αποζημίωση ή άλλες μη ποινικές κυρώσεις) αδικήματος, όπως εξύβριση, ή δυσφήμιση των λειτουργών της, ή άλλα πιο συγκεκριμένα αδικήματα , π.χ.  εκείνο του άρθρου 234 του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.), για Παραβίαση της μυστικότητας δικαστικών συνεδριάσεων. Αρκετά ξένα δίκαια, ιδίως εκείνα του Common Law (= Κοινό Δίκαιο, της οικογένειας των αγγλό-αμερικανικών νομικών συστημάτων), καθιερώνουν ειδικό αδίκημα, όπως η προσβολή δικαστηρίου (Contempt of Court), με ποινές αυστηρότερες από εκείνες των ιδίων αδικημάτων που δεν διαπράττονται ενώπιον ή κατά δικαστών και δικαστηρίων

Όμως, παρά την όποια μεγαλύτερη ευχέρεια που παρέχει το Ελληνικό νομικό σύστημα ως προς την κριτική των δικαστικών αποφάσεων, παραμένουν πάντοτε, παράλληλα, οι δεοντολογικοί κανόνες που απαραίτητα πρέπει να τηρούνται κατά τη άσκηση της κριτικής αυτής: έτσι,  θεωρείται αντιδεοντολογικό, ο διάδικος που έχασε την υπόθεσή του και ιδίως ο νομικός του συμπαραστάτης (δικηγόρος) να κριτικάρει την σχετική απόφαση σε νομικά περιοδικά ή αλλού, αφού τα όποια κριτικά επιχειρήματά του θα έπρεπε να τα προβάλλει δικαστικά, με τα ένδικα μέσα που του παρέχονται και όχι εξωδικαστικά!

Κατόπιν των παραπάνω, μάλλον η κριτική που έγινε στην συγκεκριμένη απόφαση του ΣτΕ δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις, ούτε εκείνες ευθέως αντίθετες προς το νόμο (ή και το Σύνταγμα), ούτε εκείνες της αυστηρής παραβίασης της δεοντολογίας, πάνοτε κατά την ταπεινή μας γνώμη: δεν προκύπτει, πράγματι, ότι εξυβρίζονται κλπ οι δικαστές, αφού ακόμη και για την κανονική εξύβριση ή δυσφήμιση, κατά το άρθρο 367 , παραγρ. 1η, Π.Κ., «Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές, επαγγελματικές εργασίες…». Επίσης, η κριτική αυτή και πάλι δεν φαίνεται να αντίκειται άμεσα στην δεοντολογία, συμφωνα με τα παραπάνω,  αφού, δεν πρόκειται για άμεσο διάδικο στην υπόθεση (π.χ. τον Υπουργό Οικονομικών), αλλά για Κυβερνητικό στέλεχος που μάλλον στην συγκεκριμένη περίπτωση εκφράζει την άποψή του ως απλός πολίτης, αφού η συγκεκριμένη ιδιότητά τους και συμπεριφορά τους δεν καταδεικνύει κάποια παρέμβαση στην Δικαιοσύνη, όπως σε άλλες περιπτώσεις, όταν π.χ. πριν από τη απόφαση αναφέρεται, έστω και ως πιθανότητα, ποια θα είναι, ή ιδίως πρέπει να είναι η απόφαση (και, που εκτός από την έμμεση προτροπή, παραβιάζει, ενδεχόμενα, και το άρθρο 234 Π.Κ. που αναφέραμε παραπάνω). Αυτό, ακόμη και στην περίπτωση που η κριτική δεν είναι ορθή, όπως θα δούμε παρακάτω ότι συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού κατά τεκμήριο δεν προκύπτει δόλος ή βαριά αμέλεια γι’ αυτούς που έκαναν την λάθος κριτική, λόγω και της σύγχυσης που μπορεί να προκαλέσει η παρούσα κατάσταση, όχι μόνο σε μη νομικούς, όπως οι συγκεκριμένοι κρίνοντες μέλη της Κυβέρνησης, αλλά και  σε νομικούς  ενδεχόμενα (η νομική ως κοινωνική και ανθρώπινη επιστήμη ενέχει το στοιχείο της σχετικότητας  και δεν πρέπει να συγχέεται με τις θετικές επιστήμες, όπου παρά την επίσης σχετικότητά του έχουν μεγαλύτερες και πιο εκτεταμένες σταθερές).

Όμως και παρά τα παραπάνω, ορθό και επιβεβλημένο είναι το έντονο ύφος  στην όποια κριτική ή συζήτηση να αποφεύγεται  από τον οποιοδήποτε προβαίνει σε τέτοια κριτική, ιδίως όταν οι όποιες κρινόμενες πράξεις  δεν αποδεικνύεται ότι οφείλονται σε δόλο ή έστω και βαρεία αμέλεια (επαγγελματική ανικανότητα) αυτού ή αυτών που έλαβαν την κρινόμενη απόφαση: κάτι που τηρήθηκε στην συνέχεια από τον Πρωθυπουργό, που μίλησε σε μάλλον ήπιο τόνο. Το γεγονός δε, ότι τόνισε με επίταση – σύμφωνα πάντοτε με όσα δημοσιεύτηκαν και αναμεταδόθηκαν από τα ΜΜΕ – «…παραμένουν πάντοτε κι’ άλλοι θεσμικοί τρόποι πάταξης της φοροδιαφυγής…»,  δεν σημαίνει καθόλου, πάντοτε κατά την γνώμη μας, παράνομοι τρόποι,  γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι θεσμικό : μάλλον σημαίνει, ότι θα φροντίσει να επιταχυνθούν οι νόμιμοι φορολογικοί έλεγχοι, ιδίως για εκείνους που ίσως καλύφθηκαν από την αποκλειστική προθεσμία που εφαρμόστηκε από την κρινόμενη απόφαση και έτσι αυτοί ίσως βρεθούν με τρόπο πιο αποτελεσματικό στο μέλλον αντιμέτωποι με ανάλογες φορολογικές παραβάσεις!

ΙΙΙ.- Ως προς την συγκεκριμένη δικαστική απόφαση (του ΣτΕ) και την ορθότητά της: Παρά την όποια φαινομενική (και προβαλλόμενη από τους κρίνοντες την) αντίθεσή της με άλλες προηγούμενες (μερικές) αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, για μισθολογικά και συνταξιοδοτικά θέματα, στην παρούσα κατάσταση της κρίσης και με βάση την εφαρμογή της αρχής του Δημόσιου συμφέροντος, κατά την άποψή μας δεν υπάρχει πραγματική, ουσιαστική και πλήρης αντίθεση, ως προς την εφαρμογή του αξιώματος του Δημόσιου συμφέροντος και πιο συγκεκριμένα της ιεράρχησης των περιπτώσεων και τρόπου εφαρμογής του. Πραγματικά, αν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, παράλληλα υπάρχει αδήριτη ανάγκη και υποχρέωση να μην παραβιαστούν για τον σκοπό αυτό αρχές που προστατεύουν όλους τους πολίτες και ιδίως τους πιο αδύναμους. Μία απ’ αυτές είναι σίγουρα, ότι η δυνατότητα των φορολογικών ελέγχων δεν πρέπει να είναι απεριόριστη χρονικά, αλλά να περιορίζεται σε λογικά όρια, έτσι ώστε οι φορολογούμενοι και υποκείμενοι στους ελέγχους αυτούς να την γνωρίζουν ακριβώς από πριν, για έχουν τη δυνατότητα και τα μέσα να διαφυλάσσουν (τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, για να μπορέσουν κάνουν αποτελεσματική  χρήση αυτών, όταν χρειαστεί: έτσι, οι σχετικές προθεσμίες δεν πρέπει να παρατείνονται εκ των υστέρων, όταν τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν αλλοιωθεί ή δεν υπάρχουν πλέον, ιδίως σήμερα με την πολυνομία και γραφειοκρατία που ισχύει. Αυτό δεν αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις και ανώνυμες εταιρείες, αλλά λόγω της ισότητας απέναντι στο νόμο και την εφαρμογή του και ιδίως της γενικής εφαρμογής του δικαστηριακού προηγουμένου, σε όλους και συνεπώς και τον απλό φορολογούμενο, που δεν διαθέτει την ίδια γραμματειακή και λογιστική ή νομική υποστήριξη με τις με τις μεγάλες επιχειρήσεις: το γενικό συμφέρον (προστασίας όλων των απλών πολιτών) υπερτερεί του ειδικού συμφέροντος (διώξεως των φοροφυγάδων), αφού είναι γνωστό, ότι κατά την απονομή της δικαιοσύνης είναι προτιμότερο να αθωωθούν ή απαλλαγούν μερικοί ένοχοι, παρά να καταδικαστεί κάποιος αθώος με αναλογική εφαρμογή των ίδιων κανόνων και αρχών!  Έτσι, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η ίδια νομολογία (προηγούμενη απόφαση, ιδίως Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) καταλαμβάνει το ίδιο, τόσο τις μεγάλες επιχειρήσεις, όσο και τον απλό πολίτη, ίσως δε τον τελευταίο ακόμη περισσότερο, λόγω και της αδυναμίας του να έχει την πλειάδα των νομικών συμβούλων και συμπαραστατών που μπορεί να τον προστατεύσουν κάπως πιο αποτελεσματικά

Εξάλλου, οι φοροφυγάδες και ιδίως οι  κατ’ εξακολούθηση, ή «εξ επαγγέλματος» όπως συνήθως ονομάζονται στην τρέχουσα γλώσσα (χωρίς αυτό να έχει σχέση με συγκεκριμένο επάγγελμα), οι οποίοι είναι και οι πιο επικίνδυνοι για το Δημόσιο συμφέρον, μπορεί να απαλλαγούν μεν από τον έλεγχο συγκεκριμένης οικονομικής χρήσης, αλλά αλλά μάλλον θα επανέλθουν και δεν πρόκειται να απαλλάσσονται εσαεί: στο μέλλον οι σχετικοί έλεγχοι θα γίνονται, ελπίζουμε αλλά και πρέπει, ταχύτερα και αποτελεσματικότερα, κάτι που μάλλον εννοούσε κι ο Πρωθυπουργός στις σχετικές δηλώσεις του που αναφέραμε παραπάνω. Επιπλέον, για τους πραγματικούς και μεγάλους φοροφυγάδες, παράλληλα υπάρχει και το αδίκημα του ξεπλύματος (βρόμικού) χρήματος, το οποίο ως διαρκές δεν παραγράφεται εύκολα, παρά τις όποιες δυσκολίες ενδεχόμενα να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική του υπόσταση (ιδίως με προδικαστικό ζήτημα φοροδιαφυγή σύμφωνα με τα παραπάνω). Γι’ αυτό, κατά την άποψή μας πάντοτε, ορθή και δίκαιη είναι η συγκεκριμένη απόφαση (της Ολομέλειας) του ΣτΕ.

ΙV.- Συμπερασματικά και ύστερα από τα παραπάνω, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια παράβαση ή υπέρβαση από κάθε πλευρά και ότι η πολλή συζήτηση, μάλλον βλάβη προκαλεί και ιδίως φθείρει όλους τους θεσμούς, Πολιτικούς τε και Δικαιοδοτικούς, παρά τους ενισχύει. Πραγματικά, δημιουργείται η αίσθηση στον απλό πολίτη, που αποτελεί το θεμέλιο για την οργάνωση και το κύρος των θεσμών και της Πολιτείας, ότι κάποιος από τους θεσμούς ή και όλοι κάπου χωλαίνουν, κάτι που γίνεται πιο εύκολο και γρήγορα αποδεκτό από τους πολλούς, ιδίως σε περίοδο κρίσης,  όταν αυτοί (πολλοί, ίσως και οι περισσότεροι από εμάς τους πολίτες), κουρασμένοι από τις δυσκολίες, προσπαθούν με εύκολους τρόπους να βρουν τον υπαίτιο ή τους υπαίτιους της κρίσης και να την φορτώσουν σ’ αυτούς, καταλήγοντας στο να συγχέουν τους θεσμούς με αυτούς που τους άσκησαν και στους οποίους φορτώνουν, δίκαια, η άδικα, την κρίση, καταρρακώνοντας, έτσι, παράλληλα και τους αντίστοιχους θεσμούς! Η κατάσταση αυτή, μάλλον ή σίγουρα, επιτείνεται και με τις σχετικές παρεμβάσεις για αντιπολιτευτικούς λόγους: πράγματι και δυστυχώς, για λόγους καθαρά αντιπολιτευτικούς και πελατειακούς, όλα τα κόμματα, ή τουλάχιστον τα περισσότερα για να είμαστε απολύτως δίκαιοι (μιας και  δεν έχουμε αντίστοιχη εμπειρία για όλα, αφού ορισμένα απ’ αυτά δεν έγιναν και κυβερνητικά μέχρι σήμερα),   όταν  είναι στη αντιπολίτευση κατηγορούν την όποια Κυβέρνηση, ότι δεν εφαρμόζει δημοκρατικές αρχές, και ασκεί αντιδημοκρατικά την εξουσία, με αποτέλεσμα οι κατηγορίες αυτές και ιδίως ο τρόπος και το ύφος με το οποίο εκφράζονται υπονομεύουν περισσότερο την Δημοκρατία παρά την προστατεύουν ή την ενισχύουν, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Ακόμη περισσότερο, επιστρέφουν ως «μπούμεραγκ» και στους ίδιους τους πρώην αντιπολιτευόμενους, όταν γίνουν Κυβέρνηση, από τους πρώην Κυβερνώντες που, στη συνέχεια, τους αντιπολιτεύονται με τον ίδιο, ίσως και εντονότερο τρόπο, συνεχίζοντας έτσι την φθορά των θεσμών, με τις συνέπειες, που δυστυχώς εμείς οι νεοέλληνες έχουμε γνωρίσει αρκετές φορές και επανειλημμένα στη σύγχρονη μας ιστορία, που ακόμη δεν συμπλήρωσε 200 χρόνια.

Γι’ αυτό, αν και αναμφισβήτητα, οι κρίνοντες κρίνονται κι αυτοί, αυτό θα πρέπει πάντοτε να γίνεται με βάση ιδίως τους κανόνες που μας άφησαν παρακαταθήκη οι πρόγονοί μας, δηλαδή, «παν μέτρον άριστον», καθώς και «πάντων χρημάτων (=πραγμάτων) μέτρον άνθρωπος (αυτός που ζει σε οργανωμένη κοινωνία) εστί»!       

 

 

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Διόρθωση λάθους δακτυλογράφησης από τον ίδιο τον συντάκτη του άρθρου:
    Στο μέρος ΙΙ του κειμένου και στη 10η σειρά της 2ης παραγράφου, ως προς την δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για μη δίκαιη δίκη (fair trial), γίνεται λ ά θ ο ς παραπομπή στο άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), αντί του ο ρ θ ο ύ άρθρου 6 της Σύμβασης αυτής (ΕΣΔΑ). Παράκληση να ληφθεί υπόψη το ορθό κατα την ανάγνωση του άρθρου.
    Με τιμή
    Ο συντακτης του άρθρου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here