Toυ ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ
Μνήμη Κλέαρχου Τσαουσίδη.

Η επέτειος των 200 χρόνων από την Επανάσταση είναι πρόκληση να αναμετρηθούμε όχι απλώς με το ιστορικό παρελθόν μας, αλλά με τον καταστατικό μύθο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Οι επέτειοι αποτελούν πανάρχαιους μνημονικούς μηχανισμούς που δημιουργούν πολιτισμική μνήμη και ανανεώνουν τους συλλογικούς δεσμούς. Η συγκυρία της επετείου αυτής, μετά τον κλονισμό της ελληνικής συνείδησης και αυτοπεποίθησης, κατά την οικονομική κρίση 2010-2018, την κάνει ακόμη σημαντικότερη, γιατί μπορεί να λειτουργήσει με την αναγεννητική δύναμη του Ιωβηλαίου. Η χώρα βρίσκεται σε μια στιγμή αναζήτησης νέας εθνικής αυτοπεποίθησης και αυτοεικόνας. Τι θα αποκομίσει επομένως από την επετειακή επιτέλεση της ιστορίας της;

Η ελληνική ταυτότητα έχει πολλές και ισχυρές αναφορές: Δύο προέχουν: Η Αρχαιότητα και το 1821. Η Επανάσταση έχει τη θέση της Εξόδου (διάσωση των Εβραίων από την αιχμαλωσία των Αιγυπτίων) στη συγκρότηση της εβραϊκής θρησκείας και του Ισραήλ, και ακόμη παρόμοια με τη θέση των Παθών και της Ανάστασης, πάνω στην οποία θεμελιώθηκε ο χριστιανισμός. Αλλωστε, η μία θεωρήθηκε προεικόνιση της άλλης.

Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης, όπως λ.χ. ο Σπυρίδων Τρικούπης, είχαν συνείδηση ότι η σύνταξη της ιστορίας του 1821 είχε ως πρότυπο τη δομή της Εξόδου και ονόμαζαν το ελληνικό έθνος «νέον Ισραήλ». Επομένως ερχόμαστε σήμερα να εορτάσουμε ένα γεγονός, δηλαδή την εθνική παλιγγενεσία, που συγκροτήθηκε πάνω σε μια από τις ισχυρότερες αφηγηματικές δομές στη μετάδοση της πολιτισμικής μνήμης. Εναν κανόνα ιστορίας.

Πώς όμως θα μιλήσουμε για την επέτειο σήμερα; Με τη γλώσσα της ιστορικής έρευνας ή με τη γλώσσα της δημόσιας ιστορίας; Πριν από δύο αιώνες, παρά τις διαφοροποιήσεις και τις αποχρώσεις στην εξιστόρηση της Επανάστασης, η ιστορία της δημιουργήθηκε όχι στο σπουδαστήριο, αλλά στον δημόσιο χώρο. Ο ιστορικός λόγος ήταν ο νομιμοποιητικός λόγος της Επανάστασης και συγκρότησε τους βασικούς αρμούς του δημόσιου λόγου στην Ελλάδα. Συνομιλούσε με την τέχνη που έδωσε εικόνα και συναίσθημα στην Επανάσταση, με τις λόγιες και ταυτόχρονα με τις λαϊκές αντιλήψεις για την Επανάσταση. Επομένως δεν υπήρχε ουσιωδώς απόκλιση ανάμεσα στην ιστορία των ιστορικών και στη δημόσια ιστορία.

Η απόκλιση ανάμεσα στον ιστορικό και στον δημόσιο χώρο άρχισε από την εποχή που αφενός η νεοελληνική ιστορία αυτονομήθηκε, διαφοροποιήθηκε και συγκροτήθηκε ως κοινότητα, και αφετέρου στη δημόσια σφαίρα δημιουργήθηκαν ρήγματα και ερμηνευτικές κοινότητες στην ανάγνωση της επανάστασης, με πολιτικά κριτήρια, ιδιαίτερα στον εικοστό αιώνα. Η εμφάνιση του κοινωνικού ζητήματος στη ζωή του έθνους προκάλεσε ένα βαθύ ρήγμα με στην εθνορομαντική ανάγνωση της ιστορίας.

Την ιστοριογραφία πρέπει να τη φανταστούμε να πατάει σε δύο βάρκες: μία εθνική και μία διεθνή. Η πρώτη αφορά την εθνική ιστορία και τη λειτουργία της στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας. Η δεύτερη αφορά το γεγονός ότι η ιστορία ως επιστημονικός κλάδος αναπτύσσεται διεθνώς, χρησιμοποιεί κοινά εργαλεία και έννοιες, βρίσκεται σε συνεχή διεθνή διάλογο και αναπτύσσεται ως συγκριτικός λόγος. Η ιστορία έχει απελευθερωθεί από την εθνική ιδεολογία. Ωστόσο, όσο περισσότερο ακαδημαϊκοποιείται και εκλεπτύνεται η ιστοριογραφία τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την ιστορία ως δημόσιος λόγος.

Η δημόσια ιστορία έχει διδακτικό και παραδειγματικό χαρακτήρα, προβάλλει συμπεράσματα για τη διαπαιδαγώγηση των πολιτών και την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ τους. Ενας πολιτικός, ακόμη κι αν είναι επαγγελματίας ιστορικός, επιτελώντας πολιτικό λειτούργημα, δεν μπορεί να μιλήσει ως ιστορικός.

Η δημόσια ιστορία αναφέρεται στο χρησιμοποιήσιμο παρελθόν, η ακαδημαϊκή ιστοριογραφία έχει ως προϋπόθεση την απροϋπόθετη και χωρίς χρησιμοθηρία έρευνα. Η διάκριση ανάμεσα στους δύο χώρους είναι απαραίτητη. Προφανώς στη δημόσια ιστορία πρέπει να περάσουν τα καινούργια πορίσματα της ιστοριογραφίας, αλλά δεν μπορούν να περάσουν στο σύνολό τους. Ο δημόσιος λόγος, όπως και η ιστορία στην εκπαίδευση, έχει άλλη λειτουργία. Τι θα περάσει, τι μπορεί να περάσει, τι θα ειπωθεί και τι όχι, όλα αυτά είναι ζητήματα διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης.

Στα πρώτα εκατό χρόνια από την Επανάσταση, παρά τις καλά προετοιμασμένες επετείους από ακαδημαϊκούς και το κράτος, εκείνο το οποίο τελικά κυριάρχησε ήταν μια μεγάλη σύγκρουση, γύρω από ένα γεγονός που κανείς δεν ανέμενε: την έκδοση του βιβλίου του Γάννη Κορδάτου «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821» (το 1924).

Η άποψη του Κορδάτου ότι η Ελληνική Επανάσταση οφείλεται σε κοινωνικούς λόγους προκάλεσε ιστοριογραφικό σεισμό, θύελλα αντιδράσεων, ακόμη και την καταδίκη της Ιεράς Συνόδου, γιατί έθεσε σε αμφιβολία τον ιερό κανόνα της παλιγγενεσίας, την ισχύουσα αντίληψη του προορισμού του έθνους, την επανάσταση ως εκδήλωση της άσβεστης φλόγας της ελευθερίας. Ούτε οι κομμουνιστές της εποχής δεν άντεξαν την αντίληψη αυτή και υποστήριξαν ότι την Επανάσταση την πραγματοποίησε ο λαός. Επανέφεραν δηλαδή το συναισθηματικό και ηρωικό στοιχείο του αγώνα για την ελευθερία διά του λαού αντί του έθνους.

Στα 200 χρόνια τι θα ταράξει τα νερά; Κριτική επεξεργασία ή επισμάλτωση του εθνικού κανόνα του 1821;

Από Εφημερίδα των Συντακτών

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here