Η ‘Βεντέτα’ του Γκυ ντε Μωπασσάν στο Μπονιφάτσιο της Κορσικής

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Πλησιάζοντας με το μικρό σκάφος τις νότιες ακτές της Κορσικής, κι’ έχοντας διαβεί τα επικίνδυνα στενά του Μπονιφάτσιο, κάπου  δέκα-δώδεκα χιλιόμετρα απόσταση ανάμεσα τη Σαρδηνία και την Κορσική, το βλέμμα σμικρύνεται από το κάτασπρο εκτυφλωτικό μοτίβο του ανοιχτού ορίζοντα. Πελώριοι κάτασπροι βράχοι υψώνονται μπροστά προστατεύοντας, κατά κάποιο τρόπο, ότι βρίσκεται από πίσω, και αθέατα για την ώρα ορισμένα σπίτια, σαν εκείνο που ζούσε η χήρα του Παολό Σαβερινί μόνη με τον γιο της, ένα μικρό φτωχικό κατάλυμα στο περίγραμμα  του Μπονιφάτσιο που οσονούπω αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του. Πρόκειται για τη μοναχική γυναίκα, την αποφασισμένη ηρωίδα στο διήγημα ‘Η βεντέτα’ του Γκυ ντε Μωπασσάν. Γράφει ο τελευταίος στην αρχή-αρχή, στο συγκεκριμένο κείμενό του, ‘… Η πόλη, χτισμένη πάνω σε μια προεξοχή του βουνού, κυριολεκτικά κρεμασμένη πάνω απ’ τη θάλασσα, βλέπει στο σπαρμένο με υφάλους στενό, την πιο χαμηλή ακτή της Σαρδηνίας. Στα πόδια της, από την άλλη πλευρά, περιβάλλεται από έναν κατακόρυφο γκρεμό σαν έναν γιγαντιαίο διάδρομο που της χρησιμεύει για λιμάνι. Απ’ αυτόν τον μακρύ διάδρομο, ανάμεσα από δυο απότομα τοιχώματα φτάνουν στο λιμάνι, σχεδόν μέχρι τα πρώτα σπίτια, τα μικρά ψαροκάικα των Ιταλών ή των Σαρδηνίων, αλλά και το παλιό σαραβαλιασμένο ατμόπλοιο που εξυπηρετεί το Αιάκειο κάθε δεκαπέντε μέρες…’.

Χάρτης των στενών του Μπονιφάτσιο, μεταξύ Κορσικής και Σαρδηνίας (1804).

 

Το άσπρο βουνό που υψώνεται τούτες τις στιγμές μπροστά μας, ο Μωπασσάν το παρουσίασε στο κείμενό του ως  σωρό σπιτιών, λευκό λεκέ, φωλιές άγριων πουλιών, έτσι όπως βρίσκονται κρεμασμένα στον απότομο μεγάλο βράχο, ελέγχοντας και δεσπόζοντας  αυτό το φοβερό πέρασμα στο οποίο πολλά πλοία ριψοκινδύνευσαν έως τώρα και αρκετά χάθηκαν αύτανδρα. Μικρή η απόσταση, και  με τα σύγχρονα πλοία σήμερα, κάπως  ευκολότερη απ’ ότι παλιότερα, αλλά δεν παύει να ταλαιπωρεί τους ασυνήθιστους στις ιδιορρυθμίες και ετούτης της συνεχώς μανιασμένης θάλασσας ταξιδιώτες, για τις οποίες φυσικά ο Γάλλος συγγραφέας ήταν ενήμερος!

Η νότια πλευρά της Κορσικής, με το Μπονιφάτσιο ψηλά στην κορυφή των βράχων.

Το σπίτι της χήρας γυναίκας του διηγήματος, βρισκόταν στην άκρη του γκρεμού,  με τα τρία παράθυρά του να ανοίγουν μπροστά στην άκρη εκεί όπου σπάζουν τα μανιασμένα κύματα στους άσπρους βράχους της Κορσικής, έως πέρα μακρυά, στο απέραντο κι’ ερημικό ορίζοντα της θάλασσας των επικίνδυνων στενών. Μοναδική της συντροφιά, ο γιος της Αντουάν και ένα τσοπανόσκυλο που ο νεαρός χρησιμοποιούσε στο κυνήγι. Μια άτυχη στιγμή, ένα βράδυ μετά από έναν καβγά, ο Αντουάν Σαβερινί δολοφονήθηκε ύπουλα με   μαχαίρι από τον Νικολά Ραβολατί, ο οποίος διέφυγε στη Σαρδηνία την ίδια νύχτα. Η ηλικιωμένη  μητέρα ατενίζοντας  το σώμα του παιδιού της, δεν έκλαψε, αλλά έμεινε για πολύ ώρα ακίνητη κοιτάζοντάς το επισταμένως, και στη συνέχεια, ακουμπώντας το ρυτιδωμένο χέρι της πάνω στο λείψανο,  υποσχέθηκε να πάρει εκδίκηση. Κάπως ‘ανάλογη’ ήταν και η αντίδραση του σκυλιού της οικογένειας. Ο Αντουάν Σαβερινί θάφτηκε την επόμενη μέρα, και σύντομα ξεχάστηκε στο Μπονιφάτσιο. Αφού δεν υπήρχαν άρρενες συγγενείς να πάρουν την πολυπόθητη εκδίκηση, τη βεντέτα, η γριά έστρεψε το βλέμμα της πέρα μακρυά, ως την άλλη άκρη προς τη μεριά της Σαρδηνίας και στο μικρό χωριουδάκι Λονγκοσάρντο, όπου κατέφευγαν και κρύβονταν οι Κορσικανοί ληστές όταν καταδιώκονταν από τις αστυνομικές αρχές και δυνάμεις του νησιού τους. Εκεί είχε καταφύγει και ο δολοφόνος του γιού της, ο Νικολά Ραβολατί. Η αποφασισμένη και περήφανη Κορσικανή γυναίκα, βρήκε τη λύση. Χρησιμοποίησε άθελά της την περίφημη θεωρία των  αντανακλαστικών  του Παυλώφ, εκπαιδεύοντας τον σκύλο της στο ευφυές εγχείρημα που σχεδίαζε. Εκείνη η περίεργη εκπαίδευση διήρκεσε τρεις μήνες, πρώτα πολυήμερη νηστεία,  έπειτα επίθεση μέχρι τέλους στον αντίπαλο και στη συνέχεια ανταμοιβή με ψημένο λουκάνικο. Τώρα ήταν και οι δυό τους έτοιμοι! Πέρασαν τα στενά του Μπονιφάτσιο, και σύντομα βρέθηκαν στην αντίπερα όχθη,  στο Λονγκοσάρντο της Σαρδηνίας. Ο σκύλος θεονήστικος για μέρες, και εκείνη αποφασισμένη στα άκρα!

Ένα τμήμα του παλιού νεκροταφείου του Μπονιφάτσιο, ψηλά πάνω στο βράχο.

‘Η βεντέτα’  του Γκυ Ντε Μωπασσάν, τελειώνει με την δραματική εξόντωση του Νικολά Ραβολατί από τον πεινασμένο σκύλο που τον έκανε κυριολεκτικά κομμάτια.  Έτσι, ‘… η ηλικιωμένη γυναίκα  γύρισε το βράδυ στο σπίτι της…’. Και εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε πραγματικά καλά!

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν στη ‘Βεντέτα’ του, κατασκευάζει τη μορφή της  χήρας του Παολό Σαβερινί, μιας περήφανης, δύσκολης γυναίκας με σκληρά χαρακτηριστικά, η οποία ακολουθεί κατά γράμμα τους άγραφους κανόνες  που θέλει η πατριαρχική κοινωνία του νησιού της, όπως είναι για να είμαστε ειλικρινείς και ισχύει σε όλα τα μεγάλα νησιά της Μεσογειακής λεκάνης.  Η χήρα Σαβερινί, ζει στο γεωγραφικό μεταίχμιο, ανάμεσα στη δύστροπη φύση, τα κύματα και τους συνεχώς μανιασμένους αέρηδες, από τη μια μεριά, και τον αστικό πολιτισμό της κωμόπολης του Μπονιφάτσιο, από την άλλη.  Η  δολοφονία του γιου της, αυτό το άνανδρο και φρικτό έγκλημα, της έδωσε  το απαραίτητο έναυσμα, το γενετικά μεταβιβαζόμενο θάρρος της περήφανης πατρίδας της να προχωρήσει μπροστά και να πραγματοποιήσει εκείνο που ‘έπρεπε’! Η επιμονή της για εκδίκηση, μέσα σε ένα γεωγραφικό πλαίσιο πλημμυρισμένο από ρομαντικά στοιχεία, την οδηγεί στην υπέρβαση. Πρωτόγονα ένστικτα, μυστήριο, αποφασιστικότητα, η επιστημονική στην κυριολεξία προετοιμασία που βασίζεται στα εξαρτημένα αντανακλαστικά του Παυλώφ,  κι ο τρόμος του επερχόμενου θανάτου, εμφιλοχωρούν σωρηδόν στο διήγημα του Γκυ ντε Μωπασσάν, και το κάνουν  αληθοφανές, ρεαλιστικό.

Τα χαρακτηριστικά τείχη και οι πύργοι της πόλης.

 

Ο λεπτεπίλεπτος σχεδιασμός και η λεπτομερειακή οργάνωση της φρικιαστικής εκδίκησης, δεν φαίνεται να εκπορεύονται μόνον από την προσωπική βούληση της ηλικιωμένης γυναίκας, αλλά παρουσιάζεται μάλλον ως γενετικά και περιβαλλοντικά προκαθορισμένη, μια ενστικτώδη αντίδραση από την οποία ο δολοφόνος Νικολά Ραβολατί είναι αμφίβολο αν μπορέσει να ξεφύγει σώος.  Η τελευταία  φράση του διηγήματος, δεν οδηγεί σε καμιά ηθική δικαίωση, απλώς μόνον ότι εκείνη μπόρεσε και κοιμήθηκε καλά, στο απόκρημνο σπίτι της, ψηλά στα κάτασπρα βράχια του Μπονιφάτσιο, εκεί όπου η προϋπάρχουσα  αυπνία μετατράπηκε σε οριστική  απομάκρυνση της συνεχούς ψυχικής της έντασης!

Η παλιά πόλη είναι γεμάτη από σημαντικές ιστορικές δομές.

 

Για τους σημερινούς επισκέπτες της πόλης, πάνω στους εντυπωσιακούς βράχους του Μπονιφάτσιο, η μέρα προοιωνίζεται θερμή. Η παλιά πόλη μπροστά μας, το κοιμητήριο, οι στενοί δρόμοι τουλάχιστον μέσα στην πόλη και οι κάπως φαρδύτεροι στην περιφέρεια, κοντά στα τείχη της ακρόπολης, όπου η κούραση αποζημιώνεται ανάλογα! Κι’ αν το ταξίδι από τη βόρεια ακτή της Σαρδηνίας  έως εδώ αποδείχτηκε ταλαιπωρία λόγω της ενσκήψασας τρικυμίας, απ’ το λιμάνι έως εδώ πάνω, στην παλιά πόλη και τα τείχη, έγινε με τη βοήθεια του ‘τραίνου’, ενός μικρού συρμού που χρησιμοποιείται απ’ όλους κατά κόρον. Πολλά καφέ, ακριβά σε μεγάλη αναλογία καταστήματα, ευχάριστα εστιατόρια αλλά που γεμίζουν κάποια στιγμή ασφυκτικά, τόσο η μέρα όσο και η νύχτα, έχουν τα κρυμμένα μυστικά τους. Η παλιά πόλη γεμάτη από ιστορία, όπως όλες οι γύρω περιοχές, απαιτούν την προσωπική συμμετοχή του επισκέπτη για να του ανταποδώσουν την προσπάθεια.  Κι’ αν κουραστεί κάποιος εκεί ψηλά, υπάρχει και η χαμηλή, κάτω και γύρω από το μακρόστενο λιμάνι, με τις δικές του χάρες.  Παντού το βλέμμα αντικρύζει κρυφά μονοπάτια, τείχη και εγκαταλειμμένους πύργους, σπίτια που ανακαινίζονται και περιμένουν την καλοκαιρινή σαιζόν. Μοναδική έννοια η επιστροφή για όσους επιθυμούν να γυρίσουν πίσω στη Σαρδηνία, ή η συνέχεια του ταξιδιού κάποιων άλλων  στην αρχόμενη Κορσική προς τα βόρεια. Και τα δύο νησιά της Μεσογείου, είναι γεμάτα όμορφες γωνιές και πλημμυρισμένα από θεϊκές χάρες. Όσον αφορά τα στενά ανάμεσά τους, αυτά πάντα θα βρίσκονται εκεί! Η άτυχη φρεγάτα του γαλλικού ναυτικού Sémillante, όμως,  δεν υφίσταται σήμερα,  και η ημερομηνία ‘15 Φεβρουαρίου 1855’ ανήκει στο άτυχο παρελθόν, όταν η περήφανη εκείνη κατασκευή, με πλήρωμα 301 άτομα και 392 στρατιώτες βυθίστηκε αφού βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε μανιασμένη καταιγίδα, πυκνή ομίχλη, και αέρηδες που την έριξαν με αλύπητο τρόπο πάνω στα  βράχια του αρχιπελάγους.

Αργά το βράδυ, παρά τις άσχημες καιρικές συνθήκες,  ο δικός μας διάπλους ήταν ανεκτός από τους λίγους σχετικά μηχανόβιους και τα ακόμα λιγότερα αυτοκίνητα που διέσχιζαν τα στενά για να μεταβούν από τη μια μεριά στην άλλη των στενών!

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here