Ξημέρωσε 21η Απριλίου 1967. Από το πρωί το ραδιόφωνο δεν άφηνε καμιά αμφιβολία για το τι είχε συμβεί. Στο σπίτι πάντα ακούγαμε  το πρωί ραδιόφωνο. Πριν σκορπίσει ο καθένας για τις δουλειές της ημέρας. Ο πατέρας στο μαγαζί, εμείς στο σχολείο, η μάνα και η γιαγιά με τη λάτρα του σπιτιού. Σήμερα όμως ήταν μια διαφορετική μέρα. Ο πατέρας πίνοντας τον καφέ του, δεν είπε κουβέντα σε μας. Μάθαμε αργότερα, ότι είπε τη μάνα  να του ετοιμάσει το μικρό βαλιτσάκι με τα απαραίτητα και μια κουβέρτα. Ήταν βέβαιος ότι θα ερχόντουσαν.

Εγώ και ο αδελφός μου πήραμε το δρόμο για το σχολείο. Μόνο που μετά την πρωινή προσευχή, ο διευθυντής, παλιός ΕΑΜίτης μας είπε να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Στο γυρισμό, είδαμε τις γνωστές ανθρώπινες φιγούρες τις μικρής μας πόλης να κινούνται πιο βιαστικά, πιο νευρικά σαν κάτι αόρατο να τους απειλούσε. Στα μαγαζιά που είχαν ανοίξει σιγά-σιγά, ήταν όλοι ζ-γύρω από τον ραδιόφωνο. Περνώντας την αγορά είδαμε ότι περιπολούσαν ένοπλοι χωροφύλακες.

Γυρίζοντας σπίτι άνοιξα πάλι το παλιό singer ραδιόφωνο. Έπαιζε εμβατήρια και δημοτικά. Κάποια στιγμή η φωνή του εκφωνητή, με μια  απόκοσμη χροιά μας πληροφορούσε :  «Εν Αθήναις σήμερον την 21η Απριλίου 1967…Αποφασίζομεν και Διατάσσομεν…».

Βγήκα από το σπίτι και πήγα στο μαγαζί του πατέρα, ένα μικρό εστιατόριο στα κέντρο της αγοράς. Ελάχιστοι οι θαμώνες. Ο παλιός ΕΛΑΣιτης όπως πάντα στην ώρα του, έτρωγε για κολατσιό   μισή μερίδα  και έπινε το κατοσταράκι του. Ο χίτης από απέναντι, όπως πάντα στη θέση του. Πέρασα τη σάλα και βγήκα στην πίσω αυλή. Είδα τον πατέρα από μακριά να κουβεντιάζει με κάποιον στη μποριά, κοντά στο στενό. Κάτι του είπε χαμηλόφωνα, κι΄ύστερα γύρισε και έφυγε βιαστικά.

Το απόγευμα ο πατέρας έκλεισε νωρίτερα το μαγαζί, από ότι συνήθως. Στο τηλέφωνο που υπήρχε στο διπλανό μπακάλικο κάποιος τον ζήτησε από την Αμαλιάδα και κάτι του είπε. Ήρθε στο σπίτι και περίμενε. Ο πατέρας ήταν πάντα ενεργός πολίτης. Με την συγκρότηση της Ε.Δ.Α μπήκε  στο γραφείο του κόμματος της μικρής μας πόλης. ΕΠΟΝίτης στη Κατοχή, τα πέτρινα χρόνια που ακολούθησαν  δεν αλλαξοπίστησε. Ούτε κρύφτηκε στην μεγάλη πολιτεία. Έμεινε στον τόπο του και έδινε καθημερινά τη δική του μάχη. Είχε μάθει ότι άρχισαν οι συλλήψεις στην Αμαλιάδα και τον Πύργο. Αυτά τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα.

Το ρόπτρο της ξώπορτας χτύπησε αργά τη νύχτα. Ήταν περασμένες δώδεκα. Ο πατέρας δεν είχε ξαπλώσει. Περίμενε ντυμένος στην τραπεζαρία. Κατέβηκε αργά την ξύλινη εσωτερική σκάλα και άνοιξε. Οι χωροφύλακες ένοπλοι, με την κατάσταση ανα χείρας «των επικινδύνων προς διασάλευση της τάξεως», είπαν στον πατέρα να πάρει λίγα ρούχα μαζί του και να τους ακολουθήσει στο σταθμό χωροφυλακής. «Τα έχω έτοιμα» απάντησε. Η μάνα έκλαιγε καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται μέσα στο σκοτάδι συνοδεία των χωροφυλάκων.

Στη χωροφυλακή  έφεραν και τους άλλους συναγωνιστές του. Όλο το γραφείο της Ε.Δ.Α. Όταν συμπληρώθηκε ο αριθμός του έβαλαν σε αυτοκίνητα και τους μετέφεραν από την Ανδραβίδα  στα Λεχαινά, σε ένα παλιό σχολείο, το οποίο μετέτρεψαν σε προσωρινό δεσμωτήριο. Εκεί μάζεψαν  τους «ύποπτους» για αντίσταση την εθνοσωτήριο από όλη την περιφέρεια ευθύνης της Ασφάλειας Λεχαινών. Την άλλη μέρα το απόγευμα τους φόρτωσαν σε στρατιωτικά καμιόνια για τις φυλακές του Πύργου.

Η μεγάλη νύχτα, που ξεκίνησε την 21η Απριλίου 1967 και θα κρατούσε επτά ολόκληρα χρόνια, μόλις είχε αρχίσει…

Περικλής Δ.Καπετανόπουλος

Στη μνήμη του πατέρα μου, Δημήτρη Π.Καπετανόπουλου.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here