Γιάννης Καμπούρης: Χριστούγεννα στην Ίμβρο

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Ταξιδεύω. Ταξιδεύω στις μνήμες. Ταξιδεύω στο χθες. Ταξιδεύω στα Χριστούγεννα.

Ήταν οι στιγμές. Ήταν τα παιδιά. Ήταν τα τραταρίσματα. Ήταν τα κάλαντα. Ήταν τ’ αφουντοκέρια.  Ήταν εκείνος ο κόσμος «ο δικός μου». Χριστούγεννα στην Ίμβρο.

Δεν σβήνουν οι μνήμες και ας έχω ν΄ αναμετρώ ταξίδια, φώτα, τραπέζια, παραστάσεις, αναμμένα κηροπήγια, δεξιώσεις. Κείνα τα Χριστούγεννα ήταν αλλιώς. Τι να στα λέω. Μετράς χρόνια και χρόνια. Κι όμως. Ήταν πάντα παρόν. Ήταν ουσία. Ήταν Χριστούγεννα.

Ήταν Χριστούγεννα της ψυχής». Η ιερότητα της παιδικής αναπόλησης με τα λόγια του φιλολόγου Γιάννη Καμπούρη.

-Η πονεμένη πατρίδα;

Μην φανταστείς κάτι μεγαλειώδες. Βούλιαζες στην απλότητα. Μόνο αν το ζούσες μπορούσες να το καταλάβεις. Ίσως είναι ο τόπος. Ίσως είναι η πονεμένη πατρίδα. Αποκομμένη από την γενέτειρα. Χριστούγεννα που έρχονται στη μνήμη με γιορτόψωμα, με μυρωδιά μπακλαβά, με ασβέστωμα της αυλής και φρεσκάδα, με καινούργια παπούτσια για τα παιδιά. Χριστούγεννα με κάλαντα που ηχούν στα καλντερίμια και ανταμώνουν με τον ήχο του ανέμου. Και κείνο το κονιάκ στους καφενέδες αντάμα με τις ευχές να γλυκαίνει τις όψεις των ανθρώπων, να τους φέρνει πιο κοντά. Χριστούγεννα των ανθρώπων βλέπεις, είν’ Χριστούγεννα της ζωής.

-Χιονισμένα;

Χριστούγεννα με νιφάδες χιονιού να στολίζαν τα δέντρα στις πλαγιές του Αη Δημήτρη, της Αρασιάς. Ολούθε χιόνι πάλευκο, ν’ απαλύνει την αγριάδα του τοπίου, την αγριάδα της ψυχής. Να σμίγει το λευκό του τις ανθρώπινες ψυχές. Να υποκλίνεται στο μεγαλείο της θείας γέννησης. “Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότερη εορτή του Χριστιανισμού, τα Χριστούγεννα είναι η γλυκύτατη και η συγκινησιακότατη”. Πόσο δίκαιο είχε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Έθιμα και παραδόσεις, που ‘χουν τις ρίζες τους βαθιά στο χρόνο. Η γέννηση του Χριστού. Η πρώτη μέρα του νέου χρόνου. Τα Θεοφάνια. Έχουν μια άλλη διάσταση στο βορειοπελαγίτικο νησί μου, στις εσχατιές του Αιγαίου, κει που οι χριστιανοί και μουσουλμάνοι πάνε αντάμα – αντάμα στη ζωή. Αλλιώτικα Χριστούγεννα, άσβεστα στο χρόνο. Αντίπερα τα Χριστούγεννα του σήμερα, της ύλης και του φαίνεσθαι. Στην Ίμβρο ζούσες, ζεις και θα ζεις τη γέννηση χωρίς φτιασίδια.

-Με εκκλησιασμό;

Εκκλησιές με λιγοστά φώτα, φλόγες κεριών… σήμαντρο στην αυλή της εκκλησιάς σαν άλλοτε. Σήμαντρο ζωής απέριττης… και η γαλήνη π’ απλώνεται παντού να φτάνει μέσα σου… σήμαντρο ανθρωπιάς. Ζεστασιά, χαρά, χαμόγελο. Θεία λειτουργία Χριστουγέννων χαράματα.  Μαγική μου Ίμβρος. Ευλογημένο μου νησί. Δωδεκάμερα ή Φουτόσκουλα στην Ίμβρο οι γιορτινές μέρες.  Αρχή «Του Χ’στου του Γινν’τούρ».  Χαράματα σήμαινε η καμπάνα. Ο παππά Νικόλας να κοινωνεί ευλαβικά μεγάλους και μικρούς. Και εγώ εκεί. Να κρατώ το “θυμιατό” και το “κερί”. Στο ιερό να βοηθώ τον παπά Νικόλα, ψέλνω αντάμα το «Χριστός γεννάται».

-Και κάλαντα παραδοσιακά;

Και νάσου οι μικροί καλαντιστές. Μετέφεραν το μήνυμα. «Καλήν ἡμέρα ἄρχοντες, ἄν εἶναι ὁρισμός σας Χριστοῦ την θείαν γέννησιν να πῶ στ’ ἀρχοντικό σας». Και νάσου τα φιλέματα και οι τσέπες τους γεμάτες αμύγδαλα, καρύδια, σύκα, κάστανα και χαρτζιλίκι. Με καλούδια το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Από τα νοικοκυριά δεν έλειπε τίποτα. Η αγάπη σκέπαζε και τα φύλαγε όλα. Προσκαλούσε το σώμα και το πνεύμα. Και «όλοι οι καλοί χωρούσαμε». Και τι δεν είχε: Χοιρομαγειρέματα, γαλοπούλα, γιορτόψωμα κι «οι τάμπιες» από τα χέρια της αρχόντισσας του σπιτιού. Καλούδια σε πιατέλες, κρασί βαρελίσιο από βαρέλι π’ άνοιγε για πρώτη φορά. Έσταζε από ποτήρι σε ποτήρι, σιγοτράγουδο και γέλια. Και τρωγοπίναμε μέχρι το βράδυ. Και οι ψυχές γέμιζαν αγάπη και ευφροσύνη. Και το τζάκι τριζοβολούσε. Υφαντά, Χριστόξυλο, κοτόσουπα, ιστορίες, καλικάτζαροι…  Χριστούγεννα του Θεού.Όλα είχαν ψηθεί στους φούρνους πού ‘χαν ανάψει  για να υποδεχθούν τα ψωμιά που ‘χαν «ανέβει» μέσα στις κούπες· σκεπασμένα με τις κατσιές. Οι σαμσάδες, οι κουραμπιέδες, τα αμυγδαλωτά.

-Όλο το χωριό μαζί;

Βούταγες στη χαρά, στη συντροφιά, στο γέλιο, στη ζωή. Δω στην Ίμβρο λίγα ήταν τα χρειαζούμενα. Δεν είχες ανάγκη από στολισμούς, δεν έκανες συνάξεις, δεν σκηνοθετούσες ανταλλαγή δώρων. Τα φώτα, τα λαμπιόνια, τα άστρα ήταν αυτά πού άπλωνε κάθε νύχτα ο ουρανός και τα φωτάκια, κεράκια στις εκκλησιές, στα ξωκκλήσια, στις ξωμεριές της Ίμβρου. Θάλασσα ο νους. Οι μυρωδιές, τα καλούδια. Κρυφοκοιτάς… και σαν ανοίγεις το πορτάκι της μνήμης. Ξεχνάς τα φανταχτερά πολυκαταστήματα, τις αστραφτερές βιτρίνες, τα ρεβεγιόν.

Προσπαθείς να μυρίσεις και να γευτείς το Χριστόψωμο (το κλίκι) με το σταυρό στη μέση, το δώρο της νονάς. Ή γεμίζουν τα μάτια σου με τα χρώματα από τ’ αφουντοκέρι. Το κερί τ’ αφέντη. Χειροποίητο μελισσοκέρι, μ’ ένα πορτοκάλι στη μέση και πάνω-κάτω σύκα και νομίσματα. Δώρο του νονού για το βαφτιστικό.  Όλα τούτα μαγικά και στα παιδικά μου μάτια. Τόσο ουσιαστικά στα μάτια του ενήλικα. Και νοσταλγείς… τη γουρουνοχαρά. Ξεχάστηκε βλέπεις. Τα κρεοπωλεία, η αγορά. Σβήσαν τα έθιμα. Όχι όμως οι μνήμες. Σφάξιμο του γουρουνιού. Γειτόνοι αντάμα με τραγούδια και πιότι κινούσαν το σφάξιμο των γουρουνιών που ήταν καλοταϊσμένα με βελανίδια. Τεχνίτες άφταστοι. Κομμάτια να λιμπίζεσαι: τ’ απάκι, το “χερνό” (σημερινό μπέικον), τα πλευρά, τα λουκάνικα, ο καβουρμάς, η πηχτή (από το κεφάλι) και το δέρμα το έκαναν τσαρούχια. Ψήνονταν, βράζονταν, κρεμόντουσαν στο κατώι. Δίναν και πέρναν οι μεζέδες. Λιώνεις και λιγώνεις σαν σκέφτεσαι «νόστιμον ἧμαρ». Και στήνονταν χορός, και ταξίδευε το τραγούδι για ν’ ανταμώσει με τους καημούς και τις πίκρες, με τις χαρές και το γέλιο. Και τα λέω τούτα δω για να ξαναθυμηθούμε τα Χριστούγεννα σαν παιδιά. Ήταν από τότε που χαιρόμασταν μ’ απλά πράγματα. Οι μνήμες παντρεύουν το τώρα με το χθες και δίνουν στα Χριστούγεννα της πόλης χρώμα από τα Χριστούγεννα του νησιού μου. Η Ίμβρος, η δική μου Ίμβρος. Και κείνα τα Χριστούγεννα της ψυχής. Συντροφιά μοναδική, σ’ όλη τη ζωή. Η Ίμβρος σε βάζει σε ένα δικό της ρυθμό τα Χριστούγεννα. Σου γυρίζει το χρόνο στο «κάποτε». Η Ίμβρος είναι μια ατμόσφαιρα. Βιώνεις, απολαμβάνεις και κάνεις ατελείωτο το παιδικό «αααααα». Όλα κατεβαίνουν στα μέτρα τ’ ανθρώπινα. Όλα γίνονται θεία για να τιμήσουν το μεγαλείο της Γέννησης. Σαν πως γράφει και ο ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης με ολιγαρκή διάθεση:

«Πολλά δεν θέλει ο άνθρωπος.

Να ‘ναι ήμερος

να ‘ναι άκακος,

λίγο φαΐ,

λίγο κρασί,

Χριστούγεννα κι Ανάσταση».

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here