Η ευδαιμονία του Μάτριξ. Μια συζήτηση με τον Δ. Ουλή-Αφορμή μια ταινία και αιτία η ανθρώπινη ανάγκη για νόημα

 

ΜΑΝΤΩ ΜΠΑΜΠΟΥΛΑ

Ο Δημήτρης Ουλής είναι ένας παθιασμένος άνθρωπος. Παθιασμένος με τη θεολογία, την ανθρωπολογία, την τέχνη, τους ανθρώπους και τον κινηματογράφο. Ιδιαίτερα εκείνον που σε κάνει να σκέφτεσαι –να σκέφτεσαι για τον Θεό, την αγάπη, την ηθική, τη ζωή και το θάνατο.  Και απεχθάνεται όσους συρρικνώνουν τη φαντασία των παιδιών διαγράφοντας τους πολλούς ήλιους από τις ζωγραφιές τους –γιατί υποτίθεται ότι υπάρχει μόνο «ένας» ήλιος.

«Άφησε να ονειρευτεί το παιδί, να καλλιεργήσει τη φαντασία του», μου είπε πριν από λίγες μέρες, καθώς πίναμε καφέ σε ένα παρακμιακό φαστφουντάδικο κάπου στην Αθήνα, όπου συναντηθήκαμε ενόψει της κυκλοφορίας του καινούργιου του βιβλίου, με τον τίτλο Η Ευδαιμονία της Άγνοιας (εκδ. Α/συνέχεια). 

«Το σχολείο και η κοινωνία του θεάματος φέρουν τεράστια ευθύνη που τα παιδιά μας υπολείπονται τόσο πολύ σε δημιουργικότητα και φαντασία. Αν κλείσεις επιτέλους την τηλεόραση, αν σταματήσεις να χρησιμοποιείς την οθόνη του υπολογιστή σαν γκουβερνάντα του παιδιού σου, τότε αυτό θα αναγκαστεί από μόνο του να ονειροπολήσει, να επινοήσει ιστορίες και παιγνίδια. Η φαντασία δεν είναι γονίδιο. Καλλιεργείται. Όμως, πού μπορεί να καλλιεργηθεί σήμερα; Από ποιους φορείς και μέσα σε ποιο πλαίσιο;»

Κάποτε, ένας μαθητής του στο Αρσάκειο τον ρώτησε αν μπορούσε να τους «δείξει» τις παραβολές του Ιησού. «Αφήγηση είναι», αντέτεινε εκείνος. Το ρήμα ωστόσο που επέλεξε ο νεαρός, αποτελεί μία αρκετά καλή ένδειξη του ανθρωπολογικού τύπου που φαίνεται να προάγει η «μεταμοντέρνα» εποχή μας. Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπο του θεατή, που δεν θα διαβάσει ποτέ τους Αθλίους του Ουγκώ, αλλά θα προτιμήσει να δει την ταινία με τον Λίαμ Νήσον. Δεν θα διαβάσει τους Αθλίους, γιατί βιάζεται, γιατί έχει ενσωματώσει ακόμα και στην πνευματική του δίαιτα τη λογική του fast food.

*********************

Οι κινηματογραφικοί κριτικοί αντιμετώπισαν την τριλογία Μάτριξ κατά κύριο λόγο ως μία φουτουριστική αποκαλυπτική δυστοπία, δίνοντας περισσότερο σημασία στη μουσική, τα ειδικά εφέ και την εντυπωσιακή χορογραφία του Νίο καθώς αποφεύγει τις σφαίρες. Ο Δημήτρης Ουλής ισχυρίζεται ότι μία τέτοια αντιμετώπιση της ταινίας ισοδυναμεί με ιεροσυλία.

Σπουδάζει την ταινία εδώ και 15 χρόνια. Στο εξωτερικό έχουν γίνει μελέτες κι έχουν εκδοθεί συλλογικοί τόμοι, στο πλαίσιο μιας εκτενέστατης βιβλιογραφίας. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού οι προβληματικές και τα ερωτήματα που θέτει η τριλογία σε ζητήματα θρησκείας, φιλοσοφίας, τέχνης και πολιτικής, είναι ανεξάντλητα.

Οι αδελφοί Γουατσόφσκι δεν είναι απλά σκηνοθέτες, αλλά διανοούμενοι. Πριν αρχίσουν τα γυρίσματα του Μάτριξ, απαίτησαν από  τους ηθοποιούς τους να διαβάσουν συγκεκριμένα βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Simulacra and Simulation (Ομοιώματα και Προσομοίωση) του Ζαν Μπωντριγιάρ. Οι ιδέες αυτού του βιβλίου διαπερνούν κυριολεκτικά την τριλογία –απόδειξη, ότι το βιβλίο εμφανίζεται ήδη από την πρώτη σκηνή του Μάτριξ. Ο Δημήτρης Ουλής μου θυμίζει τη σκηνή:

«Ένας άτυπος «πελάτης» του Νίο έρχεται για να του ζητήσει ένα παράνομο πρόγραμμα που του είχε παραγγείλει. Ο Νίο βγάζει μια δισκέτα μέσα από το βιβλίο του Μπωντριγιάρ –και πιο συγκεκριμένα, από τη σελίδα του τελευταίου κεφαλαίου, που φέρει τον τίτλο “On Nihilism” (Περί Μηδενισμού). Είναι σαν η ταινία να θέλει να μας πει από την πρώτη κιόλας στιγμή, ότι ο Νίο έχει μηδενίσει τον κόσμο στη συνείδησή του. Γιατί πραγματικά, δεν μπορείς να αφυπνιστείς σε έναν καινούργιο κόσμο αν πρώτα δεν μηδενίσεις τον παλιό –δεν μπορείς να πας στο «β», εάν δεν σταθείς εικονοκλαστικά, κριτικά και ανατρεπτικά απέναντι στο «α». Αν είσαι ευτυχισμένος, ικανοποιημένος και χορτάτος μέσα στο «α», τότε γιατί να προχωρήσεις στο «β»;

«Κάτι ανάλογο δεν ισχύει άλλωστε και στις ανθρώπινες σχέσεις; Δεν προχωράς σε μία άλλη σχέση αν δεν έχεις απομυθοποιήσει την υπάρχουσα, αν δεν την έχεις «μηδενίσει» στη συνείδησή σου –όσο οδυνηρή ή αμήχανη κι αν είναι πολλές φορές μια τέτοια διαδικασία. Κάθε υπέρβαση θεμελιώνεται πάνω σε μια πραγματική ή συμβολική θυσία. Ο Νίο, ο εκκολαπτόμενος Μεσσίας, δρα «πειρατικά» μέσα στο μάτριξ ακριβώς γιατί έχει «μηδενίσει» τον κόσμο. Αν δεν το προσέξει αυτό ο θεατής, χάνει το νόημα της σκηνής. Και φυσικά, αδυνατεί να καταλάβει τι νόημα μπορεί να έχει η παρουσία ενός βιβλίου του Μπωντριγιάρ στο συμφραζόμενο ενός χολιγουντιανού blockbuster».

*****************

Ο τίτλος του βιβλίου του Δημήτρη Ουλή προέρχεται από μία ατάκα του Σάιφερ, τη στιγμή που αυτός σχεδιάζει με τον πράκτορα Σμιθ τον τρόπο με τον οποίο θα προδώσει το Μορφέα. «Ο Σάιφερ είναι απογοητευμένος από τον χωρίς αντίκρισμα έρωτά του για την Τρίνιτυ. Κουράστηκε πια, όπως λέει ο ίδιος, να κρυώνει, να υπακούει μονάχα σε εντολές και να τρώει το ίδιο αηδιαστικό φαγητό κάθε μέρα. Έτσι, με πρόσχημα ένα νόστιμο κομμάτι φιλέτο, ο Σάιφερ αποφασίζει να αλλάξει στρατόπεδο. Γνωρίζει βέβαια ότι το φιλέτο του στην πραγματικότητα «δεν υπάρχει»: το μάτριξ υπαγορεύει απλά στο μυαλό του ότι «είναι ζουμερό και πεντανόστιμο». Καθώς όμως το βάζει στο στόμα του και απολαμβάνει την υπέροχη γεύση του, εξομολογείται στον πράκτορα Σμιθ ότι ύστερα από εννιά χρόνια στην αντίσταση, συνειδητοποίησε ότι «η άγνοια είναι ευδαιμονία» (“ignorance is bliss”). Ένας από τους ερμηνευτές του Μάτριξ, σχολιάζει ότι το φιλέτο του Σάιφερ αποτελεί το μεταμοντέρνο ισοδύναμο των τριάκοντα αργυρίων του Ιούδα».

Η ιδέα αυτή, ότι «η άγνοια είναι ευδαιμονία», κυκλοφορούσε ως σλόγκαν μέσα στο σπίτι μας, επισημαίνει ο Δημήτρης Ουλής. «Όταν, κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων, συνειδητοποίησα ότι θα ήθελα να περάσω τη ζωή μου κάνοντας τρία βασικά πράγματα –να γράφω, να διαβάζω και να διδάσκω– οι γονείς μου με παρότρυναν να «βάλω νερό στο κρασί μου». Η πολλή σκέψη τρώει τον αφέντη, μου έλεγαν. Όποιος ξέρει πολλά, βλέπει βαθιά, πληγώνεται και δυστυχεί. Θα ήθελα να καταγγείλω ρητά αυτό το στερεότυπο. Όχι, η πολλή σκέψη δεν βλάπτει, ούτε τρώει τον αφέντη. Ισχύει μάλλον το αντίθετο: μία από τις μεγαλύτερες ηδονές που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος στη ζωή του, είναι η ηδονή της γνώσης. Ειδικά της γνώσης που σε συναντά απρόβλεπτα, που αναδιατάσσει την εσωτερική σου γεωμετρία χωρίς καλά-καλά να το συνειδητοποιείς. Ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς –ο Τομ Ρόμπινς– συνήθιζε να λέει ότι ένα καλό βιβλίο μοιάζει με ένα καλάθι ντοματίνια: δαγκώνεις μια παράγραφο και δεν ξέρεις προς τα που θα πεταχτεί το ζουμί. Δεν μπορώ να σκεφτώ πιο παραστατική εικόνα για την ηδονή της γνώσης. Βυθίζεσαι, «δαγκώνεις» ένα κείμενο και τα νοήματά του δεν ξέρεις κατά πού θα σε βγάλουν. Μπορεί σε μονοπάτια γνωστά και δρόμους που εκ πρώτης όψεως φαίνονται οικείοι. Μπορεί όμως και σε χώρους ανήκουστους, φανταστικούς, που ποτέ σου δεν θα πίστευες ότι υπάρχουν».

«Ας προσθέσω μάλιστα και τούτο: πολλές φορές, η ζωή αποκτά πρωτόγνωρη ένταση και βάθος μέσα από την εμπειρία της ανάγνωσης. Αν αμφιβάλλεις, σου προτείνω να αναλογιστείς πώς ένιωσες κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ενός βιβλίου όπως, ας πούμε, το 1984 του Οργουελ. Είμαι σίγουρος ότι ένιωσες την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά, το μυαλό σου να κατακλύζεται από χιλιάδες εικόνες και συνειρμούς, ότι η στιγμή της ανάγνωσης είχε κάτι το πρωτόγνωρο σε ένταση και διαύγεια. Θα σου εξομολογηθώ ένα μυστικό που εμείς οι θεολόγοι το γνωρίζουμε πολύ καλά: Ο όφις –αυτό που λέμε «διάβολος» στη μυθική γλώσσα της Αγίας Γραφής– ήταν καθόλα «ηθικός»: δεν παρενέβη καμία απολύτως εντολή, ούτε μοιχός ήταν, ούτε ψεύτης».

«Και τότε για ποιο λόγο θεωρείται αρχέκακος; –πιθανόν να με ρωτήσεις. Μα, διότι  αποκάλυψε στους πρωτόπλαστους ότι οι μεγαλύτερες ηδονές δεν είναι σωματικής, αλλά διανοητικής τάξεως. Αναλογίσου, για παράδειγμα, την ηδονή της εξουσίας, του κύρους ή της αυταρέσκειας –όλες τους ηδονές του μυαλού. Αναλογίσου την ποιότητα και την ένταση της ηδονής που αντλούμε από τις θεμελιώδεις μας φαντασιώσεις. Και τότε θα καταλάβεις τι ακριβώς εννοώ».

*********************

«Είχε κυκλοφορήσει πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια ένας συλλογικός τόμος –τώρα πλέον εξαντλημένος– με τον τίτλο Ο Πόλεμος ενάντια στο Μάτριξ. Το βιβλίο αυτό έδινε στον αναγνώστη μια πρώτη ιδέα για τον συμβολισμό της τριλογίας. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο για μια αρκετά μονομερή προσέγγιση, τυπική της κουλτούρας του New Age, η οποία έβλεπε το Μάτριξ πρωτίστως ως μία «εσωτερική» αλληγορία: πώς μπορεί κανείς να δραπετεύσει από το καθεστώς της άγνοιας, πώς να ανακαλύψει την αλήθεια και να «αφυπνισθεί». Ένας άλλος συλλογικός τόμος που μεταφράστηκε στη γλώσσα μας και κυκλοφόρησε το 2003 ήταν το Taking the Red Bill (Πάρε το Κόκκινο Χάπι), σε επιμέλεια Glen Yeffeth. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις καλύτερες εισαγωγές στις προβληματικές που διανοίγει η πρώτη ταινία –έχει όμως κι αυτό εξαντληθεί εδώ και πολλά χρόνια. Σε σχέση με τα δύο προηγούμενα βιβλία, θα έλεγα λοιπόν ότι η Ευδαιμονία της Αγνοίας πλεονεκτεί ως προς δύο σημεία: πρώτον, ότι είναι περισσότερο εμπεριστατωμένη, διαθεματική και θεωρητικά ενημερωμένη. Και δεύτερον, ότι είναι το πρώτο βιβλίο έλληνα συγγραφέα, το οποίο καταπιάνεται με την συστηματική ερμηνεία ολόκληρης της τριλογίας».

«Από την εμπειρία μου, έχω διαπιστώσει ότι υπάρχει ενδιαφέρον από τον κόσμο για τέτοιου είδους προβληματικές. Όπου έχω συζητήσει την τριλογία –σε κοινωνικά στέκια, στο Ελληνικό Βιβλικό Κολλέγιο ή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο– η προσέλευση ήταν πάντοτε αθρόα και η συζήτηση συναρπαστική. Δεν ξέρω αν όσοι παρακολούθησαν τις συζητήσεις αυτές θα είχαν την υπομονή να διαβάσουν επιπλέον ένα δοκίμιο πάνω στο ίδιο θέμα. Τους διαβεβαιώ ωστόσο ότι μια τέτοια ανάγνωση αξίζει τον κόπο, γιατί θα τους φωτίσει πολλά κρυπτικά σημεία της τριλογίας, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν στο πλαίσιο μιας απλής διάλεξης».

******************

«Ένα από τα ερωτήματα που μου κάνουν συχνά οι μαθητές και οι φοιτητές μου είναι: Λένα Μαντά ή καθόλου διάβασμα; Κώδικας ντα Βίντσι ή τίποτα; Η απάντησή μου είναι πάντοτε η ίδια: Λένα Μαντά και Κώδικας –γιατί ακόμα και το «λίγο» είναι καλύτερο από το τίποτα. Γιατί αν είσαι ένας στοιχειωδώς έξυπνος άνθρωπος, ακόμα και ένα «καλοκαιρινό» μυθιστόρημα της Λένας Μαντά, μπορεί να σε κάνει να προβληματιστείς. Εξυπακούεται, ωστόσο, ότι η λογική του «μη χείρον» δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως άλλοθι, για να μην καταπιαστούμε ποτέ με πιο σοβαρά και απαιτητικά αναγνώσματα».

«Δεν διατείνομαι, φυσικά, ότι το βιβλίο μου αποτελεί κάποια ιδεώδη μελέτη. Ισχυρίζομαι όμως ότι στηρίζεται σε επαρκή ερευνητικό μόχθο: βιβλιογραφία, υποσημειώσεις, μεθοδολογικά ερωτήματα, θεωρητικές προκλήσεις. Οι διακόσιες σελίδες του δεν είναι σε καμία περίπτωση εξαντλητικές. Ωστόσο, δίνουν στον αναγνώστη μια αρκετά κατατοπιστική εικόνα για τις τρεις ταινίες, τις οποίες μπορεί μετά να παρακολουθήσει με φρέσκια διάθεση και καινούργια μάτια. Η Ευδαιμονία της Αγνοίας φιλοδοξεί να ανοίξει τη συζήτηση περί της τριλογίας, όχι να την κλείσει».

****************

«Αποτελεί στοιχείο της μεγαλοφυΐας των αδελφών Γουατσόφκι ότι η αφήγησή τους είναι πάντοτε πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη. Το στοιχείο αυτό δεν φαίνεται μονάχα από την τριλογία, αλλά και από τις ταινίες που επακολούθησαν: Το V for Vendetta (2005) με το οποίο ασχολήθηκα στο προηγούμενο βιβλίο μου, Αλεξίσφαιρες Ιδέες σε Περίοδο Κρίσης (εκδ. Α/συνέχεια) και το Cloud Atlas (2012). Αν πάντως μου ζητήσεις να συνοψίσω σε δύο γραμμές που έγκειται η ιδιαίτερη συμβολή αυτών των ταινιών, θα έλεγα ότι επικαιροποίησαν και εμπέδωσαν με έξοχο τρόπο στο πλαίσιο του σύγχρονου χολιγουντιανού σινεμά, την προβληματική περί του μεσσιανικού.  Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι την ίδια ακριβώς περίοδο κατά την οποία ολοκληρώνεται η τριλογία του Μάτριξ, ολοκληρώνεται επίσης και η τριλογία του Άρχοντα των Δακτυλιδιών, του Πήτερ Τζάκσον. Αν το Μάτριξ είναι μια τριλογία περί μεσσιανικού σε ένα μεταμοντέρνο πολιτισμικό συμφραζόμενο, θα έλεγα ότι ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών είναι μία τριλογία περί μεσσιανικού σε ένα «μεσαιωνικό» συμφραζόμενο. Ο θεματικός πυρήνας είναι ο ίδιος, αλλάζουν μονάχα οι συμβολισμοί. Και τις δύο τριλογίες διαπερνά το αίτημα ενός καινούργιου κόσμου δικαιοσύνης, ελευθερίας και αγάπης. Και οι δύο τριλογίες μάχονται ενάντια σε κάποια μορφή «πανοπτικού» Κακού. Και οι δύο τριλογίες αποτελούν μία σπουδή στη δύναμη της ελεύθερης βούλησης και στην ανάγκη να χτυπηθεί το Κακό στη ρίζα του –και όχι να αντιμετωπιστεί απλώς με ρεφορμιστικά μερεμέτια».

«Είναι κρίμα ότι στη χώρα μας οι δύο αυτές τριλογίες δεν ανακίνησαν καμία σοβαρή συζήτηση. Κι ακόμα, είναι κρίμα ότι η σπουδή και μελέτη της ποπ κουλτούρας εξακολουθεί στην Ελλάδα να έχει αποσπασματικό χαρακτήρα. Θέλω να πιστεύω ότι η σειρά Theory Playtime των εκδόσεων Α/συνέχεια, την οποία έχω τη χαρά να επιμελούμαι, θα συμβάλλει στοιχειωδώς στην αλλαγή του στενόχωρου αυτού τοπίου. Φιλοδοξία της σειράς είναι να προσφέρει βαθύτερες αναγνώσεις σε προϊόντα της ποπ κουλτούρας. Θέλουμε να σπάσουμε το στερεότυπο που εξακολουθεί να επικρατεί σε ποικίλους ακαδημαϊκούς κύκλους ότι η ποπ κουλτούρα στερείται εξ ορισμού θεωρητικής, αισθητικής ή καλλιτεχνικής αξίας. Και επιθυμούμε να καταγγείλουμε ως ελιτίστικη και ανενημέρωτη εκείνη την τάση της κριτικής, η οποία επιμένει να διαχωρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία σε «ποιοτική» και «εμπορική».

******************

«Στη σειρά Theory Playtime φιλοξενείται ήδη το βιβλίο του Γιώργου Καλαντζή Ο Απρόθυμος Μεσσίας. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικό και θεολογικό δοκίμιο πάνω στη «σκοτεινή» μορφή του υπερήρωα Batman. Μέσα στον επόμενο χρόνο, ευελπιστούμε η σειρά να πλαισιωθεί από τρία ακόμα βιβλία. Το βιβλίο του Δημήτρη Μπεκριδάκη Η Μουσική του Τέλους –μία απόπειρα θεωρητικοποίησης και εμβάθυνσης στην «καταραμένη» μουσική του Black και του Death Metal. Ένα πρώτο δικό μου βιβλίο για το Interstellar του Christopher Nolan. Κι ένα δεύτερο δικό μου βιβλίο για τον Κουεντίν Ταραντίνο. Όσον αφορά ιδιαίτερα στον τελευταίο, θα έλεγα ότι αισθάνεται κανείς θλίψη όταν διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε στην ελληνική βιβλιογραφία για το έργο ενός τόσο σημαντικού σύγχρονου σκηνοθέτη –πέρα από μια βιογραφία του. Όπως είναι προφανές, το στερεότυπο που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε εδώ, είναι ότι τα έργα του Ταραντίνο «έχουν πολύ βία».

«Πρόκειται για άποψη εξαιρετικά αφελή και επιφανειακή, στο βαθμό που παραβλέπει το γεγονός ότι μέσα από την υπερβολή του σπλάτερ και του αίματος, ο Ταραντίνο δεν φιλοδοξεί να προκρίνει τη βία, αλλά το ακριβώς αντίθετο: να τη γελοιογραφήσει, να την παρωδήσει, να φτιάξει την κινηματογραφική της καρικατούρα –μα πάνω απ’ όλα, να ωθήσει το θεατή να προχωρήσει πέρα από αυτήν. Πάρε για παράδειγμα τη βία στο Kill Bill 1. Μέσα από τους πίδακες του αίματος και το όργιο των διαμελισμών που βλέπουμε σε αυτήν την ταινία, μπορούμε με σχετική ευκολία να αντιληφθούμε ότι ο Ταραντίνο αποδομεί κατ’ ουσίαν το στερεότυπο της γυναίκας-μπιμπελό, της γυναίκας-γατούλας –όμορφης, πλαστικής και εξηλιθωμένης, όπως τη θέλει ο δυτικός πολιτισμός. Και προτάσσει τον ανθρωπολογικό τύπο της γυναίκας-μαχήτριας, που χωρίς να χάνει τίποτε από την ομορφιά και τη θηλυκότητά της, εκδικείται το πατριαρχικό κατεστημένο και μάχεται να προσφέρει στο παιδί της όχι απλά ανέσεις και παιχνίδια, αλλά κυριολεκτικώς έναν καλύτερο κόσμο. Το Kill Bill είναι μια λυσσαλέα υπεράσπιση της παιδικότητας από μια γυναίκα, μια μάχη για το δικαίωμα των παιδιών μας να ζήσουν σε έναν καλύτερο κόσμο (οδυνηρή απορία: η φεμινιστική κριτική, αντιλαμβάνεται τίποτα από όλα αυτά;)».

«Κάτι ανάλογο θα μπορούσαμε να πούμε για την τελευταία ταινία του Ταραντίνο –τους «Μισητούς Οκτώ». Θα μπορούσε κανείς να προβεί σε μία δομική ερμηνεία του φαινομένου Donald Trump, λόγου χάρη, χρησιμοποιώντας ως ερμηνευτικό του εργαλείο αυτήν και μόνο την ταινία. Κατά την άποψή μου, οι «Μισητοί Οκτώ» δεν συνιστούν παρά έναν θεατρικοποιημένο στοχασμό –επενδυμένο με πολύ μαύρο χιούμορ– πάνω στους ιδρυτικούς μύθους της Αμερικάνικης Ιστορίας. Και εδώ, φυσικά, κατακλυζόμαστε από τη βία και τα λουτρά αίματος. Όμως ποια ιστορία αγνοεί το αίμα, και ποιο έθνος δεν ιδρύθηκε πάνω σε αίμα; Βλέποντας τους «Μισητούς Οκτώ», δεν μπορώ παρά να εξεγείρομαι με την πολιτική ορθότητα και την επικοινωνιακή κομψότητα που επιδεικνύουν συχνά οι σημερινοί εθνικιστές – την οποία χρησιμοποιούν ακριβώς σαν ένα μάτριξ, προκειμένου να αποκρύψουν τις εκατόμβες των νεκρών και τα λουτρά αίματος, πάνω στις οποίες ο εθνικισμός έχει θεμελιωθεί διαχρονικά».

«Για όλα αυτά –και για τόσα άλλα– οφείλουμε πάντοτε να μιλάμε. Να μιλάμε ως θεολόγοι, ως ανθρωπολόγοι, ως άνθρωποι της σκέψης, χωρίς να ανεχόμαστε την παραμικρή έκπτωση στα λόγια μας. Και να διατηρούμε πάντοτε την ελπίδα ότι ο αρχαιολόγος του μέλλοντος, όταν θα ανακαλύψει τα ίχνη του δικού μας πολιτισμού, θα αναγνωρίσει τουλάχιστον ότι κάποιοι άνθρωποι ασχολήθηκαν, μίλησαν και υπερασπίστηκαν το Πνεύμα, μέσα σε έναν κόσμο αμετανόητα απνευμάτιστο».

Ο Δημήτρης Ουλής είναι ένας άνθρωπος που έχει πίστη στο ανθρώπινο μυαλό.

*Ο Δημήτρης Ουλής είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, θεολόγος και μουσικός. Εργάζεται ως καθηγητής θεωρητικών της Μουσικής στο Ωδείο Ριζοπούλου και ως επισκέπτης καθηγητής Κοινωνιολογίας της Θρησκείας στο Ελληνικό Βιβλικό Κολλέγιο. Είναι επίσης τακτικός αρθρογράφος στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς.

Η Ευδαιμονία της Άγνοιας: ένα σχόλιο στην τριλογία “The Matrix”, 8€, Δημήτρης Ουλής, σελ.: 184, εκδ.: Α/συνέχεια, έτος εκδ.: 2016, σχήμα: 14x21cm, ISBN 978-960-6625-35-0.

 

Την Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017 θα έχουμε τη χαρά να κάνουμε την επίσημη παρουσίαση της σειράς TheoryPlaytime: του βιβλίου μου Η Ευδαιμονία της Άγνοιας, και του βιβλίου Ο Απρόθυμος Μεσσίας του φίλου Γιώργου Καλαντζή. Και τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Α/συνέχεια. Θα ήταν μεγάλη τιμή και χαρά για εμάς να παρευρεθείτε στην παρουσίαση και να συμβάλλετε στην συζήτηση με τις παρατηρήσεις, τα ερωτήματα και τα σχόλιά σας. Τη συζήτηση θα συντονίσει η Ιφιγένεια Καλαντζή, δημοσιογράφος-κριτικός κινηματογράφου της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς”.

Η εκδήλωση θα γίνει στην μπάρα του «Μπαμπά” (Φαλήρου 53, Κουκάκι, Σταθμός Μετρό Συγγρού-Φιξ), ώρα 18.30.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here