Χριστίνα Ι. Σταμούλη,  «Αρχείο Ιωάννη Ε. Σταμούλη»

 

Στη μεγάλη συζήτηση που άνοιξε μέσα στο καλοκαίρι για την ιστορική και πολιτική αποτίμηση του ρόλου του Ανδρέα Παπανδρέου, έγινε και πάλι ρητή επίκληση τις υπόθεσης των Γερμανικών Επανορθώσεων.

Για τους γνωρίζοντες και όσους έχουμε παρακολουθήσει την πορεία της υπόθεσης αυτής, απ’ όταν πρωτοξεκίνησε το 1995, είναι κοινό μυστικό, ότι πρόκειται για ένα «πολιτικό θησαυρό» που οι Έλληνες αγαπάμε και μισούμε αλλά που, τελικά, γοητεύει αφάνταστα πολιτικό προσωπικό και ψηφοφόρους κάθε είδους και χρώματος, ειδικά μετά το 2010.

Ας αναφέρουμε εδώ δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Στις Ευρωεκλογές του 2014, ο Μανώλης Γλέζος έφτασε μια ανάσα από το εντυπωσιακό αριθμό των 500.000 ψήφων.  Αδιαμφισβήτητα, για τους ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς, ο Μανώλης είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία και η εκλογή του με μεγάλο αριθμό ψήφων ήταν δεδομένη.  Η ιλιγγιώδης όμως διαφορά (περίπου 250.000) που πέτυχε από την δεύτερη εκλεγείσα Σοφία Σακοράφα, προφανώς και οφείλεται στην υπόθεση των «Γερμανικών Οφειλών», όπως επιμένει -άστοχα κατά την άποψη της γράφουσας- να την ονομάζει.

Αλλά και στον αντίπερα χώρο, εκείνον της παραδοσιακής δεξιάς, στην αρχή χαμηλόφωνα και δειλά και στη συνέχεια πιο έντονα, έγινε και γίνεται επίκληση του θέματος αυτού, ως ένα θέμα που ενδιαφέρει τους Έλληνες πολίτες. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο οποίος με τη φράση «νομικά ενεργές και δικαστικά επιδιώξιμες», υπενθυμίζει -όχι βέβαια μόνον προς ένα κομματικό ακροατήριο αλλά και προς αυτό, πρέπει να πούμε!- κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία, τις απαράγραπτες αξιώσεις που η Χώρα μας διατηρεί από τον Β’Π.Π. σε βάρος της σύγχρονης δημοκρατικής Γερμανίας.

Η αποτελεσματική διεκδίκηση, όμως, μιας «έμπρακτης συγγνώμης» ανήκει κατά κύριο λόγο στην Κυβέρνηση.

Εν αντιθέσει με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στη χώρα μας, έχει πλέον παγιωθεί, την τελευταία 20ετία, η έλλειψη εθνικής στρατηγικής στο θέμα αυτό.  Όσο δε ένα τέτοιο έλλειμα υπάρχει θα διατηρείται χώρος για στείρα επικοινωνιακή  χρήση του θέματος και αυτοσχεδιασμούς της στιγμής.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη φρενίτιδα με την οποία, συζητούσε «το σύμπαν» για τις Γερμανικές Αποζημιώσεις, το πρώτο εξάμηνο του 2015; Δόθηκε κάποια σοβαρή και οργανωμένη συνέχεια στις προγραμματικές δηλώσεις του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Δικαιοσύνης της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ;

Ποιος δεν παρακολούθησε, το «event» που έλαβε χώρα στο Δίστομο με πρωταγωνίστρια τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και από μηχανής θεό τον Μανώλη Γλέζο, του οποίου όμως η μετέπειτα δήλωση περί «μη ευθύνης του παιδιού για το εγκλήματα του πατέρα», μόνον ως αυτοσχεδιασμός θα μπορούσε να «δικαιολογηθεί».  Με την επιστημονική αυτή ανακρίβεια, δημιούργησε σύγχυση ανάμεσα στην ατομική ευθύνη των εγκληματιών πολέμου και στην κρατική ευθύνη που βαρύνει τη Γερμανία να επανορθώσει το κακό που διέπραξαν τα κρατικά όργανά της, στην χώρα μας, κατά την περίοδο 1941-1944 (1945 για την Κρήτη και κάποια ακόμη Ελληνικά νησιά). Όμως, ακόμη και αν δεν υπήρχε ούτε ένας νεκρός ή βίαια απαχθείς για καταναγκαστικά έργα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι καταστροφές που προκάλεσε η Γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα είναι ανυπολόγιστες και οι συνέπειές τους ίσως, ακόμη, να μην έχουν εξαλειφθεί. Αναφέρουμε ενδεικτικά: 5ος χειρότερος υπερπληθωρισμός όλων των εποχών, σχεδόν ολοσχερής καταστροφή των υποδομών, δραματικές επιπτώσεις στην δημογραφική πυραμίδα και το χειρότερο όλων, ένας λαός που μπήκε ενωμένος στο πόλεμο το 1940 βρέθηκε μετά την αποχώρηση των Γερμανών διχασμένος σε βαθμό εμφύλιας σύγκρουσης.

Ας γίνει για όλους ξεκάθαρο ότι εθνική στρατηγική δεν σημαίνει απλώς υιοθέτηση ενός δόγματος εκ μέρους της επίσημης πολιτείας αλλά καθορισμός ενός πλαισίου ευνοϊκού για την εκδίπλωση δράσεων προς ένα σκοπό. Δράσεις που δεν εκπορεύονται μόνον από την πλευρά της πολιτείας αλλά αφορούν και την ίδια την κοινωνία των πολιτών.

Δυστυχώς, στον τόπο μας έχει υιοθετηθεί το «Δόγμα της Απραξίας»!

***

Τι σχέση έχουν όμως όλα αυτά με τη συζήτηση που άνοιξε για την ιστορική και πολιτική αποτίμηση του ρόλου του Ανδρέα Παπανδρέου; Έχουν, διότι η στρατηγική που εκπονήθηκε πάνω στους δύο πιο πάνω άξονες από τον Ανδρέα, αποτελεί τη φωτεινή εξαίρεση στο «Δόγμα της Απραξίας» που μας έχει πλακώσει.  Αυτή  διαμορφώθηκε το 1995 και υλοποιήθηκε με δύο διαδοχικές κινήσεις: 1) τη ρηματική διακοίνωση της 14/11/1995, με την οποία η τότε Ελληνική Κυβέρνηση έθεσε, το σύνολο των επανορθωτικών απαιτήσεων της Ελλάδος από την Γερμανία, χωρίς να παραλείψει το κατοχικό δάνειο και 2) την κατάθεση στις 27/11/1995 στο Πρωτοδικείο της Λειβαδιάς της αγωγής των θυμάτων του Διστόμου από τον τότε Νομάρχη Βοιωτίας Γιάννη Σταμούλη. Δυστυχώς ανάμεσα στα δύο αυτά σημαντικά γεγονότα μεσολάβησε, στις 20/11/1995, η απόσυρση του Ανδρέα Παπανδρέου από το πολιτικό προσκήνιο για λόγους υγείας.  Από τότε μέχρι σήμερα, καμία βαρύνουσα πολιτική πράξη δεν έχει εκπορευτεί από την ελληνική πολιτεία. Εξαίρεση αποτελούν, για να είμαστε ακριβείς, η παρέμβαση της Ελλάδος στην Χάγη το 2011. Η ελπιδοφόρα πρωτοβουλία της σύστασης της Διακομματικής Επιτροπής της Ελληνικής Βουλής έχει δυστυχώς μείνει ανολοκλήρωτη.  Όσο για τις αναφορές του Αλέξη Τσίπρα, ηχούν σαν κακόγουστο αστείο όταν κανείς διερευνήσει πράξεις και παραλείψεις των κυβερνήσεών του.  Στο μεταξύ και στην πράξη, το μόνο πράγμα που παραμένει αγκάθι στα πλευρά της Γερμανίας και επί 25 χρόνια παράγει αδιάπτωτα νομικά και πολιτικά αποτελέσματα είναι η υπόθεση του Διστόμου, την οποία οι Διστομίτες παρακολουθούν υπομονετικά, γνωρίζοντας ότι η τραγική τους ιστορία χρησιμοποιείται, όλα αυτά τα χρόνια, ως προεκλογική «απόχη ψήφων» και μετά ξεχνιέται στο ντουλάπι μέχρι την επόμενη φορά!

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here