Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Με αφορμή κάποιους θανάτους τον τελευταίο καιρό και στη χώρα μας από την επανάκαμψη της ιλαράς και των επιπλοκών της, σκόπιμο είναι να θυμηθούμε κάποιες άλλες περιπτώσεις μακρυνές χρονικά, αλλά τόσο ενδιαφέρουσες από πολλές πλευρές.  Η περίπτωση της Σιένα είναι ένα κλασσικό παράδειγμα για το πώς η φύση με τους παντοδύναμους, φανερούς και μη, μηχανισμούς που διαθέτει, μπορεί να κατευθύνει τα γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας και να αλλάξει την πορεία της διακυβέρνησης και της κοινωνίας. Ο λοιμός, κάποιους αιώνες πριν,  περιόρισε την ανάπτυξη της πόλης, την πολιτιστική έκφραση, καθώς και τη  στρατιωτική άμυνα. Το 1340, η Σιένα ήταν γνωστή σε όλη την Ευρώπη. Από το 1450, αποτελούσε μέρος της Φλωρεντίας. Η πανούκλα έπληξε ανεπανόρθωτα τη μεσαιωνική πόλη και τη λεηλάτησε ασύστολα. Σήμερα, η Σιένα παρά το γεγονός ότι έχει εκσυγχρονιστεί με αργό τρόπο, με χάρη και ομορφιά, εν τούτοις βρίσκεται ακόμα σε αδυναμία να ‘ανακτήσει’ από τον ανελέητο εκείνο λοιμό που την τραυμάτισε  κάπου εξήμισι αιώνες  πριν.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ξεκινώντας  από τη βαθιά Ανατολή, ο Μαύρος Θάνατος θα φθάσει στις ακτές της Ιταλίας την άνοιξη του 1348, και στη συνέχεια θα εξαπολύσει από εκεί μια αρκούντως ύπουλη και τρομακτική επίθεση θανάτου σε ολόκληρη την ήπειρο της Ευρώπης, κάτι που δεν είχε κανένα προηγούμενο στην μακραίωνα ανθρώπινη ιστορία.

Η πανούκλα παρουσιάστηκε με τρεις αλληλένδετες μορφές. Η βουβωνική παραλλαγή και  πιο συνηθισμένη,  αντλεί το όνομά της από τα εξανθήματα που εμφανίζονταν στο λαιμό, τις μασχάλες ή στη βουβωνική χώρα του θύματος και από όγκους που κυμαίνονταν σε μέγεθος από αυγού έως μήλου. Αν και μερικοί επέζησαν της οδυνηρής δοκιμασίας, η εκδήλωση αυτών των βλαβών συνήθως σηματοδοτούσε ότι το θύμα  είχε  προσδόκιμο επιβίωσης  έως και μία, το πολύ,  εβδομάδες.  Σήμερα είναι γνωστό ότι η νόσος προσβάλλει τον άνθρωπο αφού ο ψύλλος τσιμπήσει πρώτα ένα μολυσμένο αρουραίο και στη  συνέχεια  τον άνθρωπο, αλλά ο τελευταίος μπορεί να μολυνθεί επίσης με την άμεση επαφή με το τρωκτικό. Μια δεύτερη παραλλαγή, η πνευμονική πανώλης, προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα και μεταδίδεται με τον εκπνεόμενο αέρα του θύματος. Ήταν πιο σοβαρή από τη βουβωνική μορφή, με προσδόκιμο ζωής μόνο  μίας ή δύο ημερών. Υπήρχε, τέλος, και η σηψαιμική μορφή  της νόσου με προσβολή της συστηματικής κυκλοφορίας του αίματος.

Δεν υπήρχε καμία γνώση που να αφορούσε τους τρόπους  προστασίας και άμυνας του ανθρώπου, καμία κατανόηση της αιτίας του λοιμού και άπαντες,  άνδρες, γυναίκες και παιδιά που είχαν προσβληθεί, ήταν σαστισμένοι, πανικοβλημένοι και με ανεξέλεγκτες, και το σπουδαιότερο πρωτόγνωρες, συμπεριφορές. Ο Ιταλός συγγραφέας Τζιοβάνι Μποκκάτσιο (Giovanni Boccaccio, 1313-1375), γνωστότερος σε μας ως Ιωάννης Βοκάκιος,  έζησε τη μάστιγα, καθώς εκείνη λεηλάτησε την πόλη της Φλωρεντίας, στα 1348. Η συγκεκριμένη εμπειρία, τον ενέπνευσε και τον οδήγησε να γράψει το ‘Δεκαήμερο’, μια ιστορία για επτά άνδρες και τρεις γυναίκες που γλυτώνουν από το λοιμό φεύγοντας μακρυά  σε μια βίλα έξω από την πόλη.  Στην εισαγωγή του βιβλίου του, ο Boccaccio μας δίνει αρκετά παραστατική περιγραφή των συνεπειών της επιδημίας στην πόλη του.  Καμία συμβουλή γιατρού, κανένα φάρμακο δεν μπορεί να θεραπεύσει  ή να περιορίσει έστω την ασθένεια, και έτσι έκανε την εμφάνιση τεράστιος αριθμός  αδαών, ανδρών και  γυναικών, που είχαν συσταθεί ως γιατροί, πέραν εκείνων που είχαν τύχει κάποιας  στοιχειώδους ιατρικής εκπαίδευσης, για τα χρονικά πάντοτε   δεδομένα της εν λόγω δραματικής και θανατηφόρου, κατά κύριο λόγο, επιδημίας.

Είτε η ασθένεια ήταν τέτοια ώστε δεν ήταν δυνατή οποιαδήποτε θεραπεία ή οι γιατροί ήταν τόσο αδαείς που δεν ήξεραν  τι την προκάλεσε, το αποτέλεσμα φυσικά ήταν το ίδιο! Δεν ήταν γνωστή φύση της νόσου και ως εκ τούτου ουδείς μπορούσε να χορηγήσει  την κατάλληλη θεραπεία και να την αντιμετωπίσει. Εξαιρετικά λίγοι ήταν εκείνοι που ανένηψαν. Οι περισσότεροι άνθρωποι πέθαιναν εντός περίπου τριών ημερών από την εμφάνιση των όγκων που περιγράφτηκαν παραπάνω, οι περισσότεροι από αυτούς, χωρίς πυρετό ή άλλα προειδοποιητικά συμπτώματα.

Εργάτες οι οποίοι  προσπαθούν να θάψουν τα πτώματα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας πανώλης (γύρω στα 1380).

 

Η βιαιότητα και βαρύτητα της νόσου αυτής ήταν τέτοια, ώστε ο άρρωστος την μετέδιδε  στον υγιή που βρισκόταν  κοντά του, με εκπληκτική ταχύτητα. Αλλά όμως προχωρούσε ακόμη περισσότερο. Όποιος πλησίαζε κοντά σε ασθενή για να του μιλήσει, να αγγίξει τα ρούχα του ή οτιδήποτε άλλο, ο άρρωστος του μετέδιδε την ασθένεια  χωρίς εξαιρέσεις. Αυτός ο φόβος, οι διαδόσεις και  οι ευφάνταστες περιρρέουσες αντιλήψεις και απόψεις,  είχαν ως αποτέλεσμα όλοι να  υιοθετήσουν την ίδια σκληρή πολιτική, η οποία ήταν η απόλυτη αποφυγή όλων με τους αρρώστους και βεβαίως με τα υπάρχοντά τους. Με τον τρόπο αυτό, ο καθένας σκεπτόταν πως  θα εξασφαλίσει τη δική του ασφάλεια και επιβίωση. Ορισμένοι θεωρούσαν ότι η συντηρητική διαβίωση, χωρίς εξεζητημένες υπερβολές και η αποφυγή κάθε περιττολογίας θα τους προφύλασσε σε μεγάλο βαθμό από την επιδημία. Σχημάτισαν, έτσι,  μικρές κοινότητες και κάποιοι ζούσαν εντελώς ξεχωριστά από όλους τους άλλους. Κλείστηκαν στα σπίτια όπου δεν υπήρχαν άρρωστοι, τρώγοντας το καλύτερο φαγητό και πίνοντας το καλύτερο κρασί, αλλά αποφεύγοντας κάθε είδους υπέρβαση, μη επιτρέποντας σε οποιονδήποτε να τους μεταφέρει κακές ειδήσεις ή να συζητήσει για θανάτους και ασθένειες, περνώντας το χρόνο με μουσική και άλλες παρόμοιες απολαύσεις. Άλλοι, όμως, έκαναν ακριβώς το αντίθετο! Θεωρούσαν ότι η σίγουρη θεραπεία για την πανούκλα ήταν να πίνουν και να τρώνε, να είναι πάντα χαρούμενοι, να τραγουδάνε και να διασκεδάζουν, ικανοποιώντας κάθε όρεξη που είχαν, όποιας μορφής, ενώ γελούσαν και αστειεύονταν με ότι συνέβαινε στην κοινωνία. Συζητούσαν για τα γεγονότα ελεύθερα, περνούσαν την ημέρα και το βράδυ πηγαίνοντας από ταβέρνα σε ταβέρνα, πίνοντας υπέρμετρα, ή επισκέπτονταν  σπίτια άλλων ανθρώπων και γενικώς έκαναν όλα εκείνα τα πράγματα που τους ευχαριστούσαν προσωπικά. Κι’ αυτό γιατί ο καθένας θεωρούσε και αισθανόταν τον εαυτό του καταδικασμένο και είχε εγκαταλείψει την περιουσία του, έτσι ώστε τα περισσότερα σπίτια έγιναν κοινή περιουσία και κάθε ξένος έκανε χρήση σε όλα όσα ήθελε, σαν να ανήκαν στον ίδιο, και με όλη αυτή την κτηνώδη συμπεριφορά, απέφευγαν, όσο το δυνατόν περισσότερο, τους ήδη νοσούντες και κατά πάσα πιθανότητα καταδικασμένους από τη μοίρα.

Σ’ αυτή την ανείπωτη ταλαιπωρία και δυστυχία της πόλης Σιένα της Ιταλίας, οι πολιτικές και θρησκευτικές αρχές, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί και όπως και οι άλλοι, άπαντες υπουργοί και εκτελεστές των νόμων ήταν όλοι νεκροί ή ασθενούσαν  ή εξαφανίστηκαν με τις οικογένειές τους, έτσι ώστε να μην λαμβάνουν χώρα ούτε  τελετουργίες, ούτε  τα συνήθη τρέχοντα καθήκοντα των δημοτικών αρχών. Ως εκ τούτου, κάθε άνθρωπος ήταν σε θέση να κάνει ότι του αρέσει χωρίς να αναφέρεται κάπου ή χωρίς κάποιο έλεγχο, στοιχειώδους έστω μορφής. Πολλοί άλλοι υιοθέτησαν ενδιάμεση συμπεριφορά και πορεία ζωής, από τις παραπάνω που μόλις περιγράψαμε. Δεν περιόρισαν την τροφή τους τόσο πολύ, ούτε επέτρεψαν στον εαυτό τους να είναι μεθυσμένοι και άσωτοι, όπως οι τελευταίοι, αλλά ικανοποιούσαν τις ορέξεις τους με μέτρο. Δεν απομονώθηκαν, αλλά κυκλοφορούσαν κανονικά μεταφέροντας λουλούδια, αρωματικά βότανα ή αρώματα στα χέρια τους, με την πεποίθηση ότι η συνήθεια αυτή θα ήταν εξαιρετική και ανακουφιστική κίνηση, κι οι οσμές θα παρηγορούσαν τον εγκέφαλο  αφού το σύνολο του αέρα είχε μολυνθεί με τη μυρωδιά των νεκρών σωμάτων, των ασθενών και των φαρμάκων. Άλλοι υιοθέτησαν ακόμα  σκληρότερη  άποψη και πίστευαν ότι μπορούσε να τους κρατήσει ασφαλείς από τα τεκταινόμενα, ισχυριζόμενοι ότι το μόνο φάρμακο ενάντια στη μάστιγα που έπληγε την περιοχή τους, ήταν να φύγουν μακρυά απ’ όλα αυτά. Άνδρες και γυναίκες, πεπεισμένοι για αυτό και χωρίς να νοιάζονται πλέον για  τίποτα, παρά μόνο για τους εαυτούς τους, εγκατέλειπαν την πόλη, τα σπίτια τους, τα καταλύματά τους, τους συγγενείς τους, τις περιουσίες τους και πήγαιναν έξω από αυτή, προς τη μεριά της Φλωρεντίας, λες και η οργή του Θεού δεν θα  τιμωρούσε την κακία των ανθρώπων με τη μάστιγα, αλλά ότι θα χτυπούσε μόνο εκείνους που παρέμειναν εντός των τειχών της πόλης και ότι κανένας μέσα σε αυτή δεν θα παρέμεινε ζωντανός. Ο κάθε πολίτης σε κείνη τη ζοφερή κατάσταση απέφευγε τον άλλο, σχεδόν κανένας από τους γείτονες δεν προβληματιζόταν  για τους άλλους, τους διπλανούς, τους συγγενείς και κανένας δεν επισκεπτόταν άλλους συνανθρώπους.  Επιπλέον, ήταν τέτοιος ο τρόμος μέσα στις καρδιές των ανδρών και των γυναικών από την συμφορά, ώστε ο αδελφός εγκατέλειπε τον αδελφό, ο θείος τον ανιψιό,  η  αδελφή τον αδελφό της και πολύ συχνά η γυναίκα το σύζυγό της και αντίστροφα.  Αυτό που ήταν ακόμη χειρότερο και σχεδόν απίστευτο είναι ότι οι γονείς, πατέρες και  μητέρες, αρνούνταν να δουν και να φροντίσουν για  την ανατροφή των τέκνων τους. Μεγάλο πλήθος από άρρωστους άνδρες και γυναίκες έμειναν χωρίς φροντίδα, εκτός από τη φιλανθρωπία κάποιων λίγων φίλων, αφού ακόμα και οι υπεύθυνοι υπάλληλοι δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να  παρακολουθούν εκ του μακρόθεν όσους πέθαιναν. Δεδομένου, λοιπόν, ότι πολλοί άρρωστοι  εγκαταλείπονταν από τους οικείους, γείτονες, συγγενείς και φίλους, βρέθηκαν άνθρωποι που ήταν πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς με ακριβό φυσικά τίμημα, αλλά πολύ συχνά όμως έχαναν τη ζωή και τα κέρδη τους. Όμορφες και ευγενείς γυναίκες, όταν αρρώσταιναν, δεν δίσταζαν να προσλάβουν ένα νέο ή ηλικιωμένο άνδρα υπηρέτη, όποιος κι ότι κι αν ήταν αυτός, και χωρίς ίχνος  ντροπής, να εκθέτουν τα μέρη του σώματός τους σε αυτούς τους ανθρώπους, γεγονός που χαρακτηρίστηκε από όσους επέζησαν ως μια μορφή χαλαρής  ηθικής εκείνων των γυναικών. Τα δεινά της κατώτερης και μεσαίας τάξης ήταν ακόμα πιο θλιβερά να τα παρακολουθεί κάποιος. Οι περισσότεροι από αυτούς παρέμειναν στα σπίτια τους, μέσα στην απέραντη   φτώχεια με την ελπίδα της ασφάλειας και την ίδια στιγμή αρρώσταιναν κατά χιλιάδες. Δεδομένου ότι δεν ετύγχαναν κάποιο είδος φροντίδας και προσοχής, σχεδόν όλοι τους πέθαιναν. Πολλοί τελείωναν τη ζωή τους  στους δρόμους, τόσο τη νύχτα όσο και κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ  πολλοί άλλοι οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους κλεισμένοι στα σπίτια τους, έμειναν έτσι για μέρες έως ότου η μυρωδιά των σαπισμένων πτωμάτων γεμίσει την ατμόσφαιρα και έτσι γνωστοποιούταν το γεγονός  και απομακρύνονταν στη συνέχεια από εκεί. Πτώματα συσσωρεύονταν σε κάθε γωνιά και ήταν τυχεροί όσοι έμπαιναν σε  φέρετρα. Τα περισσότερα θύματα βρέθηκαν θαμμένα μέσα σε μαζικούς τάφους, κι αυτό γινόταν ταχύτατα, όχι τόσο από λόγους  φιλανθρωπίας και σεβασμού προς τους νεκρούς, όσο από την επιθυμία των ζώντων να  απαλλαγούν από τα σαπισμένα πτώματα μια ώρα αρχύτερα για το φόβο μετάδοσης της επιδημίας σε αυτούς. Με τη βοήθεια αχθοφόρων, αν θα μπορούσαν φυσικά να βρουν,  μετέφεραν τα πτώματα έξω από τα σπίτια τους και δίπλα στις πόρτες  μπορούσε κάποιος να δει  αναρίθμητους νεκρούς. Ήταν τέτοια η πληθώρα των πτωμάτων που κουβαλούσαν στις εκκλησίες κάθε μέρα, σχεδόν κάθε ώρα, που δεν υπήρχε αρκετό πρόσφορο έδαφος για ταφή, δεδομένου μάλιστα ότι ορισμένοι επέμειναν και  ήθελαν να θάψουν τον νεκρό τους στον οικογενειακό τάφο, σύμφωνα με το παλιό έθιμο. Επειδή  τα νεκροταφεία ήταν γεμάτα,  αναγκάστηκαν να σκάψουν τεράστιους μαζικούς τάφους όπου έθαβαν τα πτώματα κατά εκατοντάδες, ρίχνοντας μικρή μόνον ποσότητα χώματος επάνω τους.

Ο Ανιόλο ντι Τούρα (Agnolo di Tura) ήταν ένας χρονογράφος από τη Σιένα της Ιταλίας που έζησε στον 14ο αιώνα. Στην ουσία όμως, ήταν τσαγκάρης και φοροεισπράκτορας. Παντρεύτηκε μια γυναίκα που ονομαζόταν Nicoluccia, η κοινωνική θέση της οποίας ήταν σαφώς ανώτερη από τη δική του. Λόγω ακριβώς αυτής της διαφοράς, ο Agnolo di Tura ήταν αποφασισμένος να πετύχει κοινωνικά, αφού η σύζυγός του συνεχώς δεν έχανε ευκαιρία να του υπενθυμίζει   πόσα πράγματα θυσίασε από τον εαυτό της  για να βρίσκεται με έναν άνδρα χαμηλότερου επιπέδου. Ο Agnolo di Tura και η Nicoluccia απέκτησαν πέντε παιδιά.   Κατά τη διάρκεια του Μαύρου Θανάτου, όμως, η Nicoluccia και τα πέντε παιδιά τους, πέθαναν. Ο Agnolo di Tura, φανερά χαροκαμένος και απογοητευμένος, γράφει για το γεγονός:  ‘… Και εγώ, ο Agnolo di Tura, έθαψα τα πέντε παιδιά μου με τα χέρια μου…’.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here