Η βαρύνουσα σημασία της 3ης Σεπτέμβρη στην σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία

Σήμερα, 3 του Σεπτέμβρη, είναι μια επέτειος με ιδιαίτερη σημασία στην σύγχρονη πολιτική μας ιστορία. Είναι μια ημερομηνία σύμβολο, άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπέδωση και εμβάθυνση της δημοκρατίας στη νεότερη Ελλάδα. Εχει μάλιστα δύο ιδιαίτερες ιστορικές αναφορές:Η πρώτη είναι η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, τότε που η εξεγερση των Ελλήνων απέναντι στον μονάρχη Οθωνα, επέβαλε την ψήφιση του πρώτου σύγχρονου ελληνικού συντάγματος μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.

Η δεύτερη, είναι η 3η Σεπτέμβρη 1974, η ημέρα  της επίσημης διακήρυξης και ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ, του κόμματος που υπό την καθοδήγηση του Ανδρέα Παπανδρέου κυριάρχησε στην μεταπολίτευση και έβαλε την σφραγίδα του στη πολιτική ζωή του τόπου μετά τη χούντα.

Το ΠΑΣΟΚ, αρκετά μεταλλαγμένο και μεταρρυθμιστικό, παρέμεινε στην εξουσία από το 1996-2004 χωρίς τον Ανδρέα, αυτή τη φορά υπό την ηγεσία του Κ. Σημίτη. Επανήλθε στην εξουσία το 2009 και τον Γ. Παπανδρέου, μετά από μιά 5ετία του Κ. Καραμανλή που παρέδωσε μια χώρα χρεοκοπημένη, με έλλειμμα στο 15% και χρέος στα 300 δις ευρώ. Ευθύνες για τις οποίες δεν έχει ακόμη λογοδοτήσει ο πρώην πρωθυπουργός της ΝΔ. Για την αλήθεια, δεν έχει καν τολμήσει να μιλήσει ποτέ για αυτές και τη περίοδο διακυβέρνησης του.

Η διαχείριση της κρίσης από το ΠΑΣΟΚ, με βάση τα νεοφιλελεύθερα μνημονιακά δόγματα της ΕΕ και του ΔΝΤ, οδήγησε ουσιαστικά στην πολιτική εξαϋλωση του ιστορικού κόμματος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.

Για τις δύο αυτές σημαντικές επετείους, αξίζει να κάνουμε μια μιρκή ιστορική αναδρομή, με τη βοήθεια του Σαν σήμερα:

3 του Σεπτέμβρη 1974: Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ

3 σεπτεμβρη πασοκ

Στις αρχές Αυγούστου 1974  ο Ανδρέας παίρνει την απόφαση να έρθει στην Ελλάδα και να ηγηθεί κόμματος, όχι της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου, όπως περίμεναν πολλοί, αλλά  μιας νέας πιο ριζοσπαστικής πολιτικής παράταξης, με σοσιαλιστικό προσανατολισμό. Στις 6 Αυγούστου συγκαλεί στο Βίντερτουρ της Ελβετίας για πρώτη και τελευταία φορά το εθνικό συμβούλιο του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), μιας αντιστασιακής οργάνωσης, που είχε ιδρύσει κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και διακήρυττε όχι μόνο την πτώση της χούντας, αλλά και «την αποδέσμευση της χώρας από την ξένη εξάρτηση» και «την πραγματοποίηση ριζικών αλλαγών, με τελικό στόχο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας».Στη συνδιάσκεψη συμμετείχαν γύρω στα 80 άτομα, τα οποία την επομένη αποφάσισαν τη διάλυση του ΠΑΚ και τη μετεξέλιξή του σε σοσιαλιστικό κόμμα, που να βασίζεται στις διακηρυγμένες αρχές του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος. Παράλληλα, μια άλλη επιτροπή επιφορτιζόταν με τη συγγραφή ενός σχεδίου «διακήρυξης αρχών« του νέου πολιτικού σχηματισμού.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε στην Ελλάδα το βράδυ της 16ης Αυγούστου και έτυχε αποθεωτικής υποδοχής από πολιτικούς του φίλους και χιλιάδες λαού στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και κατά μήκος της διαδρομής προς το Καστρί. Το σύνθημα που δονούσε την ατμόσφαιρα ήταν «ΝΑΤΟ, ΣΙΑ, προδοσία!». Μαζί του από το αεροπλάνο βγήκαν η σύζυγός του Μαργαρίτα, ο γιος του Γιώργος, ο Κίμων Κουλούρης, η Αγγέλα Κοκκόλα και ο Μιχάλης Ζιάγκας.

Ένα από τα πρώτα προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ήταν η επιμονή πολλών επιφανών κεντρώων πολιτικών να ηγηθεί της Ένωσης Κέντρου με ανανεωμένη φυσιογνωμία. Υπέρ αυτής της λύσης ήταν, μεταξύ άλλων, ο προδικτατορικός διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντώνης Λιβάνης, ο Γιάννης Αλευράς και οΓιάννης Χαραλαμπόπουλος. Ο Ανδρέας δεν φαίνεται να πήρε σοβαρά την προοπτική αυτή και συζητούσε μαζί τους για χάρη της συζήτησης. Ήταν αποφασισμένος να ηγηθεί ενός νέου κόμματος κι εκεί κατευθύνονταν οι ουσιαστικές συζητήσεις με τους στενούς του συνεργάτες.

Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας της ιδρυτικής διακήρυξης του νέου πολιτικού σχηματισμού τέθηκε και το ζήτημα της ονομασίας. Ο Ανδρέας πρότεινε το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα για την Αναγέννηση της Ελλάδας», αλλά ο όρος «αναγέννηση» θα θεωρηθεί από τους περισσότερους συνομιλητές του απαρχαιωμένος, ενώ άλλοι θα πουν ότι μοιάζει με σύνθημα της χούντας. Τελικά, θα εγκαταλειφθεί και θα επιλεγεί η ονομασία «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα». Η πρόταση του Αντώνη Λιβάνη για αντικατάσταση του «σοσιαλιστικό» με τη λέξη «δημοκρατικό» επίσης απορρίφθηκε. Στο δίλημμα «κόμμα» ή «κίνημα» επικράτησε εύκολα το δεύτερο για να τονίζει τον αντιγραφειοκρατικό χαρακτήρα του νέου πολιτικού σχηματισμού. Το σήμα που τελικά υιοθετήθηκε, ήταν ένας πράσινος ανατέλλων ήλιος, εμπνευσμένο από μια μικρή τροτσκιστική ομάδα.

Η επίσημη παρουσίαση του νέου κόμματος έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 στο ξενοδοχείο «Κινγκ Πάλας» της Αθήνας, παρουσία 150 ατόμων, που αποτέλεσαν τον ιδρυτικό του πυρήνα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου εμφανίστηκε καθυστερημένος στην αίθουσα της εκδήλωσης, φορώντας άσπρο πουκάμισο και φαρδιά δερμάτινη ζώνη. Διάβασε ολόκληρη τη «διακήρυξη αρχών» και στη συνέχεια τη μοίρασε στους παριστάμενους δημοσιογράφους, τυπωμένη σ’ ένα μικρό πράσινο βιβλιαράκι.

Το κεντρικό σύνθημα που αναφέρεται στη διακήρυξη και καθορίζει τις αρχές του νέου κόμματος, ήταν το τετράπτυχο «Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση – Δημοκρατία». Όπως τόνισε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο «βασικός κυριαρχικός στόχος του κινήματος είναι η δημιουργία μιας πολιτείας απαλλαγμένης από ξένο έλεγχο ή επεμβάσεις, πολιτείας απαλλαγμένης από έλεγχο ή επιρροή της οικονομικής ολιγαρχίας.

Οι συνθήκες της επανάστασης της 3ης του Σεπτέμβρη 1843

Στις αρχές του 1843 είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη χώρα μας, το οποίο προϋπέθετε την ύπαρξη Συντάγματος. Ήταν ένα αίτημα που είχε τεθεί από τα φιλελεύθερα στοιχεία του Αγγλικού και Γαλλικού Κόμματος ήδη από την εποχή του Καποδίστρια. Σύνταγμα ζητούσαν και οι παραγκωνισμένοι από τον Όθωνα πρόκριτοι και αγωνιστές του ’21, που ανήκαν κυρίως στο Ρωσικό Κόμμα και ήθελαν μέσω των κοινοβουλευτικών διαδικασιών να ακουστεί και πάλι η φωνή τους. Η ιδέα του Συντάγματος έθελγε και τις λαϊκές μάζες, που είχαν μεν μια θολή εικόνα για το τι αυτό αντιπροσώπευε, αλλά πίστευαν ότι ήταν το αναγκαίο μέσο για να λυθούν τα οξυμένα προβλήματά τους.

Την ίδια εποχή, η Ελλάδα βρισκόταν υπό τη δαμόκλειο σπάθη των πιστωτών της. Από την αρχή του χρόνου αδυνατούσε να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις και οι πιστωτές τής επέβαλαν μια δυσβάστακτη οικονομική συμφωνία («μνημόνιο» θα λέγαμε σήμερα), που περιλάμβανε μείωση των κρατικών δαπανών, περικοπές μισθών και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αθρόες αποστρατεύσεις αξιωματικών (όχι όμως και των Βαυαρών) και κλείσιμο πρεσβειών. Έτσι, διευρύνθηκε σημαντικά ο κύκλος των δυσαρεστημένων με το καθεστώς. Ο Όθωνας φαινόταν να μην ελέγχει την κατάσταση.

Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν προϊόν συνωμοσίας τριών ανθρώπων: του κεφαλλονίτη αγωνιστή και διπλωμάτη Ανδρέα Μεταξά (Ρωσικό Κόμμα), που έφερε τον τίτλο του Κόμη, του αιγιώτη αγωνιστή Ανδρέα Λόντου (Αγγλικό Κόμμα) και του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη (Γαλλικό Κόμμα). Αργότερα, μυήθηκαν και στρατιωτικοί, όπως ο συνταγματάρχης του Ιππικού Δημήτριος Καλλέργης, τον οποίο οι συνωμότες πέτυχαν να μεταθέσουν από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Οι αρχές είχαν πληροφορίες για επικείμενο στασιαστικό κίνημα, πήραν κάποια μέτρα, τα οποία όμως αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.

Εξ αυτού του λόγου το κίνημα επισπεύσθηκε και εκδηλώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 (αντί της 25ης Μαρτίου 1844, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο). Η Φρουρά των Αθηνών, που στρατοπέδευε στο Μοναστηράκι, στασίασε και με αρχηγό τον Δημήτριο Καλλέργη παρατάχθηκε στην πλατεία έμπροσθεν των Ανακτόρων (κτίριο της σημερινής Βουλής), η οποία θα μετονομασθεί εξ αφορμής του γεγονότος αυτού σε Πλατεία Συντάγματος. Την ίδια ώρα, πλήθος κόσμου με επικεφαλής τον Ιωάννη Μακρυγιάννη κατέφθασε μπροστά από τα ανάκτορα, αλαλάζοντας «Ζήτω το Σύνταγμα».

Ο Όθων εκείνο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί, παρά τη συνήθειά του, και εργαζόταν στο γραφείο του. Ένας αξιωματικός των κινηματιών εισήλθε στα ανάκτορα και του ανακοίνωσε την επανάσταση του στρατού. Ο βασιλιάς απέστειλε προς τους επαναστάτες τον Υπουργό των Στρατιωτικών για να πληροφορηθεί και επισήμως τα αιτήματά τους, αλλά αυτοί τον συνέλαβαν και τον έθεσαν υπό περιορισμό. Πάντως, η βασίλισσα Αμαλία είχε φροντίσει προηγουμένως να ανακοινώσει στον σύζυγό της ότι οι επαναστάτες ζητούσαν Σύνταγμα και πολιτικές ελευθερίες. Τον συμβούλευσε, μάλιστα, να κάνει δεκτά τα αιτήματά τους.

Τότε, ο βασιλιάς αναγκάσθηκε να εμφανισθεί από ένα παράθυρο των Ανακτόρων (το τέταρτο δεξιά των Προπυλαίων της Βουλής, πάνω από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη) και να ανοίξει διάλογο με τον έφιππο Καλλέργη, ο οποίος του εξήγησε ότι λαός και στρατός απαιτούν την άμεση σύγκληση Εθνοσυνέλευσης για την κατάρτιση Συντάγματος. Ο βασιλιάς προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και υποσχέθηκε την εκπλήρωση του αιτήματος την επομένη. Ο Καλλέργης ήταν ανένδοτος και ζήτησε την άμεση αποδοχή του αιτήματος, ενώ αξίωσε ακόμη την παραίτηση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό κυβέρνησης που θα απολάμβανε την εμπιστοσύνης του λαού και την αποπομπή των Βαυαρών από τη δημόσια διοίκηση, εκτός των αποδεδειγμένα φιλελλήνων.

Ο Όθωνας αποσύρθηκε στο γραφείο του και ζήτησε να συναντηθεί με τους ξένους πρεσβευτές για διαβουλεύσεις. Όμως, αυτοί εμποδίστηκαν να εισέλθουν στο παλάτι από τον Καλλέργη, μία τολμηρή κίνηση που έκρινε την κατάσταση. Ο Όθωνας αντιλήφθηκε ότι ήταν πλήρως απομονωμένος και προς στιγμήν σκέφθηκε να παραιτηθεί. Τελικά, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών και τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας υπέγραψε τα αναγκαία διατάγματα για τη σύγκληση Εθνοσυνελεύσεως.

Στη συνέχεια διόρισε πρωθυπουργό τον αρχηγό του Ρωσικού Κόμματος, Ανδρέα Μεταξά, ενώ επίλεκτα μέλη του κινήματος τον πλαισίωσαν στα βασικά υπουργεία (Ανδρέας Λόντος στο Στρατιωτικών, Κωνσταντίνος Κανάρης στο Ναυτικών, Ρήγας Παλαμήδης στο Εσωτερικών και Δρόσος Μανσόλας στο Οικονομικών). Το κίνημα, που ήταν αναίμακτο, έληξε και τυπικά γύρω στις 3 το μεσημέρι, όταν το συγκεντρωμένο πλήθος διαλύθηκε και οι στρατιώτες επέστρεψαν στη βάση τους στο Μοναστηράκι.

Σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, στα τέλη Οκτωβρίου του 1843 θα διεξαχθούν οι πρώτες εκλογές στην Ελλάδα. Η Βουλή που θα προκύψει, συνέρχεται στις 8 Νοεμβρίουμε πρόεδρο τον υπέργηρο Πανούτσο Νοταρά και αποφασίζει να λάβει το όνομα «Η της Γ’ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις». Κύριο έργο είναι η σύνταξη του Συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε στις 18 Μαρτίου 1844 και αποτέλεσε τη βάση για όλα τα επόμενα.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here