Tου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

 

Βγήκε μετά στη βροχή. Χωρίς ομπρέλα. Δυο σακούλες νάυλον, μια σε κάθε χέρι με την «είσπραξη της ημέρας»· χόρτα άγρια, ρίγανη και κάτι λουκάνικα με τη συνήθη ορεκτική μπόχα.
Βασανίστηκε ύστερα στην απόλυτη ακινητοποίηση, προϊόν συνδυασμού της ασφαλούς μετακίνησης του «υψηλού επισκέπτη» και της κυκλοφοριακής συμφόρησης κάθε που βρέχει παραβιάζοντας τη συνήθη αναβροχιά στον τόπο μας.

Ευτυχώς τον κράτησε ξύπνιο η οργή. Από μια λέξη: παραπτώματα…
Έτσι, στη διαδρομή προς το κονάκι του, μέσα στο σχεδόν σταματημένο στην κίνηση αυτοκίνητο έγραφε τις εξηγήσεις. Αυτές που πρέπει να «παράσχει εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία εντός πέντε ημερών από λήψεως της παρούσης». Την απολογία του. Παραπτώματα· εκ του παρά και του πίπτω. Δηλαδή, πέφτω δίπλα από εκεί που έπρεπε. Πτώμα. Υποψήφιο. Ήξερε από τη στιγμή που είδε το έγγραφο για ποιο λόγο έγινε αυτό. Δεν είναι δα και ο πρώτος. Ήξερε την πραγματική στόχευση από την πρώτη στιγμή που αναγγέλθηκε η -επιτέλους- ηλεκτρονική μηχανοργάνωση των υπηρεσιών. Αποτροπή δαπανών· στο όνομα βέβαια της εκλογίκευσης και της περιστολής της σπατάλης. Πάντα θα μπαίνει κάποιο εύλογο πρόσχημα στο παράλογο· το ευτελές μπροστοφούρνι που κρύβει το πραγματικό ακριβό ψηνόμενο έδεσμα για να μη ζηλέψουν οι γειτόνοι… Και πάντα το πρόσχημα έχει βάση -η σπατάλη και η διαφθορά ενδημούν σε κάθε τομέα, κάθε κοινωνίας και της πιο οργανωμένης.
Εν πάση περιπτώσει, τα αλλεπάλληλα παραπτώματά του αφορούσαν λάθος καταλογισμό. Μηδέν συμμετοχή εκεί που έπρεπε να έχει κάποιον αριθμό -κατά την υπηρεσία. Τι κι αν ο νομοθέτης προνόησε από πολλά χρόνια να ελαφρύνει το βάρος της ψυχής τού χτυπημένου από βαριά αρρώστια απαλλάσσοντάς τον από συμμετοχές στις δαπάνες; Όχι! Οι αδέκαστοι και μάλιστα ετούτοι, οι κοινωνικά ευαίσθητοι, δεν ξέρουν από διακρίσεις. Πάνε αυτά τα κόλπα, πάει το παλιό και οι ψιλοκομπίνες! Όλοι θα πληρώσουν! Να ορθοποδήσει επιτέλους το κράτος, να βγούμε από την ύφεση. Για ύφεση αρρώστιας και ανάσυρση από τον βυθό της απόγνωσης, αυτοί δεν έχουν ακουστά.
Παραπτώματα…
Τώρα, ο παραπέσας, υπό βροχήν, ανασκευάζει το κατηγορητήριο. Στα παραπτώματα αντιπαρατάσσει την πρωινή πενηντάρα. Έφτασε στον γιατρό πολύ αργά για οτιδήποτε. Κατακίτρινη και ξεπνοϊσμένη, περίμενε με την κόρη της τρεις ώρες να τη δει.
-Πόσο καιρό το ήξερες βρε;
-Δυο χρόνια γιατρέ. Αλλά έπρεπε να δουλέψω, είναι πολύ καιρό άνεργος ο άντρας μου και έχω δύο ανήλικα. Ποιος θα μ’ έπαιρνε χωρίς μαλλιά;
-Τι δουλειά κάνεις;
-Καθαρίζω σκάλες σε πολυκατοικίες γιατρέ…

Πάντως, τώρα που το ξανασκέφτεται ο υποπέσας σε αδίκημα και παραπέσας στο χαντάκι πλάι στο σκαμνί, οι κήνσορες έχουν κάποιο δίκιο. Πάντα έχουν δίκιο στην πραγματικότητα. Επειδή ξέρουν ότι πάντα κάτι έχει κάνει ο πολίτης και οιονεί κατηγορούμενος είναι άσχετα αν είναι αυτό για το οποίο εγκαλείται τη συγκεκριμένη στιγμή. Είναι όπως αυτό που περιγράφεται ως Αραβική (ή Τουρκική) μέθοδος προληπτικού σωφρονισμού: τη γυναίκα σου, λένε οι άρρενες σοφοί, πρέπει να τη δέρνεις τουλάχιστον κάθε μέρα, ακόμα κι αν δεν ξέρεις τι έχει κάνει· αυτή ξέρει…

Ο γιατρός γυρίζει τώρα και κοιτάζει «είσπραξη της ημέρας» στο κάθισμα του συνοδηγού. Δεν έχει δίκιο ο υπηρεσιακός κριτής να τον θεωρεί εκ προοιμίου ένοχο διαφθοράς; Και πού να τον πετύχαινε και με τσέπες βρομισμένες… Παραπτώματα, λένε. Και η αδικοπραξία των κρινομένων ανεβοκατεβαίνει την κλίμακα αξιολόγησης των εκάστοτε Κριτών· τους οποίους δε θα κρίνει ποτέ κανείς. Αλλιώς, θα διαλυόταν η κοινωνική ιεραρχία.
Πάντως, η πενηντάρα καθαρίστρια θα τον βοηθήσει γι’ απόψε στη «νυχτερινή τουαλέτα της συνείδησης».
Έσεται ήμαρ;

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here