73 χρόνια από το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Σήμερα συμπληρώνονται 73 χρόνια από το  Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, κατά το οποίο στις 13η Δεκεμβρίου του  1943 εκτελέσθηκαν ομαδικά άνδρες και αγορια από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.

Το θυμίζουν ο λευκός σταυρός και η πετρωμένη Καλαβρυτινή Μάνα στον Τόπο της Εκτέλεσης, αλλά και το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.

Η πράξη αυτή ήταν μαζικά αντίποινα στην εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί από τους αντάρτες κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Καλάβρυτα». Οι σφαγές ξεκίνησαν από την παράκτια περιοχή  στη  βόρεια Πελοποννησο και οι Γερμανοί στην πορεία τους έκαψαν χωριά και δολοφόνησαν τους πολίτες στο δρόμο τους. Σε όλη την περιοχή εκτελέστηκαν 690 Έλληνες

Η σφαγή των Καλαβρύτων είναι ένα απο τα βαρυτερα εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο

Οι Γερμανοί, με επικεφαλής τον Εμπερσμπέρκερ, στο δρόμο για τα Καλάβρυτα, εκτέλεσαν 143 άνδρες, στα χωριά Ρωγοί, Άνω και Κάτω Ζαχλωρού, καθώς και στη Μονή Μεγάλου Σπηλαίου Επίσης έκαψαν περίπου 1.000 σπίτια σε πάνω από 50 χωριά, αφού τα λεηλάτησαν αποκομίζοντας περισσότερα από 2.000 πρόβατα και μεγαλύτερα ζώα και περίπου 260.000.000 δραχμές.

Όταν έφθασαν στα Καλάβρυτα, κλείδωσαν όλες τις γυναίκες και τα παιδιά κάτω των 14 στο δημοτικό σχολείο  και διέταξαν όλους τους άνδρες από 14 και πάνω να παρουσιαστούν έξω από το χωριό. Εκεί οι Γερμανοί τους εκτέλεσαν με συνεχείς ριπές  σκοτώνοντας περίπου 500  άτομα. Οι γυναίκες και τα παιδιά κατάφεραν να αποδράσουν από το σχολείο ενώ το χωριό φλεγόταν.

Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία  έχει αναγνωρίσει δημόσια τη ναζιστική αγριότητα κατά των Καλαβρύτων, ακόμα δεν έχει καταβληθεί καμμιά αποζημίωση. Τον Απρίλιο του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα όπου εξέφρασε συναισθήματα ντροπής και βαθιάς θλίψης για την τραγωδία. Εντούτοις όμως, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.

Γεώργιος Γεωργαντάς (διασωθείς)

Είναι περίπου 10:30 π.μ. και αρχίζει να σκορπίζεται μαύρος καπνός. Στην πόλη ακούγονται πυροβολισμοί. Τους ρίχνουν για να πάρει φωτιά η σκόνη με την οποία ραντίζουν τα σπίτια για να καίγονται ευκολότερα. Όπου κι αν αγνάντευες, φλόγες και καπνοί. Καπνοί, κρότοι και λεηλασίες. Σπίτια, μαγαζιά, δημόσια καταστήματα, καλύβες κι αχυρώνες, εκκλησίες, περιουσίες, μόχθοι και ιδρώτες χρόνων και χρόνων, μετά τη λεηλασία κατατρώγονται αλύπητα από μια κοκκινόμαυρη απέραντη φωτιά…

Ο πρώτος Γερμανός που με έσυρε πράγματι ξεγελάστηκε. Νόμισε πως ήμουν σκοτωμένος και με φιλοδώρησε με μια κλοτσιά φεύγοντας. Μετά ήλθε και δεύτερος στρατιώτης. Πίστευα πως θα γινόταν το ίδιο και μ’ αυτόν. Με το πρώτο τίναγμα του πρώτου βγήκε από την τσέπη μου το χρυσό μου ρολόι, που του γυάλισε στα μάτια. Το έπιασε δυο-τρεις φορές στα χέρια και συγχρόνως κοίταζε γύρω του και τους άλλους. Φαίνεται πως τους απαγόρευαν να ληστεύουν τους νεκρούς και φοβόταν μήπως τον δει κανένας αξιωματικός. Το ρολόι τον θάμπωνε στα μάτια και ερωτοτροπούσε μαζί του. Μια το έπαιρνε και μια το άφηνε.

Τελικά, δεν μπόρεσα να κρατήσω άλλο την αναπνοή μου και ανάσανα. Τότε με πυροβόλησε με το πιστόλι του στο λαιμό και έφυγε αμέσως.

Αντιόπη Χονδρονικόλα:

Έχασα τον άντρα μου τον Νίκο και τα τρία μου παλικάρια, τον Αντώνη, τον Γιώργη και τον Χρίστο μου. Κι έμεινα μόνη κι απροστάτευτη με τα πέντε ορφανά μου

Τρισεύγενη Φερλελή – Ρεκούτη:
Είχα τέσσερα αδέρφια… Πάω πάνω και βρίσκω τον αδερφό μου τον έναν, τον Νίκο. Το μισό κεφάλι μπροστά, το μισό πίσω να καίγεται… Κάνω παραπέρα και βρίσκω τον Χρήστο. Πεθαμένο κι εκείνον, μ’ όλη την κοιλιά του απέξω. Βρίσκω τον Αλέξη. Ήταν χτυπημένος στην καρδιά κι έβγαζε αίμα. Βρίσκω τον Δημήτρη. Τα χέρια του κομμένα, βόγκαγε. Κάνω παραπέρα και βρίσκω τον πατέρα μου. Ήταν όλο το πρόσωπό του φευγάτο… Φρίκη, θρήνος, δάκρυα…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here