Φωτεινή Στεφανίδη: «Ελύτης, Καββαδίας, Τσαρούχης – 28 Οκτωβρίου και πόλεμος, με τρεις Έλληνες που πάντα θα κυματίζουν και θα μοσχοβολούν»

 

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Σαν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, βγαίνεις χωρίς ομπρέλα στη βροχή, κοιτάς προσεχτικά ένα λουλούδι, σηκώνεις το κεφάλι κι ακούς τα πουλιά. Χαμηλώνεις το σώμα κι ακούς τα παιδιά. Ή στέκεσαι κι ακούς έναν ποιητή. Αυτοί, οι ποιητές που αγωνίστηκαν, θα μας πουν για το ’40 στην Αλβανία». Εδώ, κάτω απ’ τη σημαία που αγκαλιά με τη γαζία δυο φορές το χρόνο αλλάζουν τις μυστικές κουβέντες τους, διαβάζουμε μαζί με τη Φωτεινή τρεις από αυτούς και είναι η αλήθεια σίγουρη.

Ο Ελύτης;

elyths_01

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως…

Οδυσσέας Ελύτης: «Άξιον εστί», εκδ. Ίκαρος

elyths_02

Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στο πρόσωπο των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν’ αναδύσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου.
Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε, όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο σε βατόδρομο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων.

Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι, ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στο μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα πεισματικά να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστιας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίζανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο -μη σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν επάνω μου- και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές πρώτες μέρες της γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος, σ’ έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία.
Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως-όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο.
Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πυροβολήθηκε οχτώ φορές από τα «στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατον να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κι έμεινα τρεις μέρες (…) Οι γιατροί στην Αθήνα τρίβανε τα μάτια τους. Σύμφωνα με την επιστήμη, θα έπρεπε με την πρώτη παραμικρή μετακίνηση να πάθω εντερορραγία και να τελειώσω (…)

Απόσπασμα από συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη που δημοσιεύτηκε το 1965 στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική»

Ο Καββαδίας;
Υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας – από εδώ και το «Του πολέμου» και αργότερα ως ασυρματιστής. Γύρισε από τους τελευταίους με τα πόδια, ταλαιπωρημένος, αδύνατος, τρώγοντας ό,τι του ῾διναν οι νοικοκυρές στα χωριά απ᾿ όπου περνούσε.
Μόνο μια συνέντευξη έδωσε ο Νίκος Καββαδίας. Και μια μικρούλα φράση του απαντάει σε όλα: «Ό,τι έχω να πω είναι στα γραφτά μου».

kabbadias_03

(…)
Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό. Στη στεριά είναι κάτι που ‘χει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό μέσα στη λάσπη.
(…)
Κάνε κουράγιο, του είπα. Πάρε τούτο το μαντίλι και σφίγγε τα δόντια σου. Έσκισα με το νυστέρι την μπότα που φορούσε από πάνω ίσαμε το τακούνι. Σώβρακο και σκελέα ήταν ματωμένα, κολλημένα πάνω στη λαβωματιά. Άρχισα να δουλεύω αργά και προσεχτικά. Μούγκρισε κανα δυο φορές σαν αρκούδα. Μα κρατιόταν. Βρομούσε ανυπόφορα. Φάνηκε η πληγή. Ζούληξα το κόκκαλο. Φαινόταν απείραχτο. Του ‘κλεισα το πόδι προς τα πίσω και δούλευε. Καθάριζα συνέχεια την πληγή. Η σφαίρα είχε περάσει τη γάμπα κι είχε φύγει.
Πιστεύω να κλείσει γρήγορα, του ‘πα. Ρωτιέμαι μόνο πώς δεν κακοφόρμισε.
Χαμογέλασε. Μου ‘δειξε δυο κουτιά πάνω στο σκαμνάκι.

Βάλε μου τη σκόνη που ‘χει τούτο το κουτί. Δωσ’ μου και λίγο νερό να πάρω το χάπι. Κατάλαβα. Ήταν τα δυο κουτιά που είχε κάθε Ιταλός στην τσέπη του: ULTRACEPTIL. Τότε είχε βρεθεί και είχε σώσει πολλούς από μόλυνση.
(…)
Η κότα μοσχοβολούσε καθώς έβραζε. Οι αρβύλες μου, οι κάλτσες, είχαν στεγνώσει. Κοίταξα έξω από ένα φεγγίτη.
– Σταμάτησε η βροχή, είπα. Έχει αστροφεγγιά. Πάω να φορτώσω. Θα βρω το δρόμο μοναχός μου. Γεια σου.
– Αν φοβάσαι να μείνεις εδώ, να σου φέρω τις σφαίρες από το τουφέκι του γιου μου, να τις βάλεις στην τσέπη σου. Τι σ’ έπιασε ξαφνικά;
Δεν αποκρίθηκα. Ήθελα να φύγω. Πέρασε απ’ το νου μου μια σκέψη: Μήπως όλα τα ‘χα κάνει για τούτη την κότα που έβραζε; Άρχισα να μαζεύω τα πράματά μου.
– Έχεις μάνα;
– Ναι.
– Αν θέλεις να σε ξαναδεί, κάτσε φρόνιμα. Μη σε ξεγελάει η αστροφεγγιά. Το ποτάμι που θα περάσεις έχει φουσκώσει. Θα πνιγείς σε βουρκόνερα. Γλύτωσες από πνίξιμο· θα σε κομματιάσουν οι λύκοι.

(…)
Είναι που έχεις να φας πολλές μέρες. Ο καταπιώνας ξεσυνηθάει και παραλεί. Μάσα καλά την κότα, είναι τραχιά.
Σηκώθηκα, πήρα το λύχνο και πήγα στον τοίχο που ήταν κρεμασμένο ένα κάδρο χωρίς τζάμι. Μια λιθογραφία κομμένη από παλιό περιοδικό: «Pumps in London». Και στην άκρη κάτω: G. Doré.
Ο καιρός κι οι μύγες την είχανε περιποιηθεί για τα καλά. (…)
Νίκος Καββαδίας, «Του πολέμου – Στο άλογό μου», εκδ. Άγρα

Ο Τσαρούχης;

tsarouxhs_04-2

«Αχ, Καλλέργη, πόσο είσαι αφελής», μου λέει. «Μου μιλάς για τον Τσόρτσιλ! Μα αγαπητέ μου, αν ο Τσόρτσιλ ήτανε τώρα εδώ κοντά μας και ετούτος ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, ξέρεις τι θα σου ‘λεγε;»
«Τι θα μου ‘λεγε;»
«Θα σου ‘λεγε: Βρε Καλλέργη, δώσε μου την καραβάνα σου να φάω για να μη λερώσω τη δικιά μου». (…)
Αυτός ήταν ο Τσαρούχης. Με μια αλληγορία και δυο καυτά λόγια ξόφλησε τη μεγάλη και τρανή συμμαχία των Μεγάλων, που τόσες και τόσες προσδοκίες κι ελπίδες στήριξε σ’ αυτήν η ανθρωπότητα και ιδιαίτερα η χώρα μας. Αυτή είναι μια από τις πιο ζωντανές μνήμες που μου έμειναν από το έπος της Αλβανίας. Το δυστύχημα είναι ότι ο Τσαρούχης βγήκε δικαιωμένος.
Λυκούργος Καλλέργης, «Ωσεί Μύρα», εκδ. Καστανιώτη

tsarouxhs_05

Τις τελευταίες μέρες του πολέμου της Αλβανίας, στο χωριό Κούτσι, την ώρα που παίρναμε συσσίτιο στα σκοτεινά, ακούσαμε το εξής νέο: Η Παναγία παρουσιάστηκε σ’ έναν ανθυπασπιστή και αυτός την εξέλαβε για Αλβανίδα, προφανώς κατάσκοπο, και πήγε να την πυροβολήσει με το ρεβόλβερ του. Αυτή σήκωσε την παλάμη της να τον σταματήσει και τού είπε: «Μη χτυπάς. Ένα έχω να σου πω: τη Λαμπρή θα είσαστε στα σπίτια σας».
Αμέσως δόθηκε διαταγή να χτιστεί εκκλησία στο μέρος που παρουσιάστηκε η Παναγία, ή μάλλον να επισκευαστεί ένας γκρεμισμένος μύλος. Οι μύλοι όλοι στην Αλβανία είναι τετράγωνα κτίρια για καλαμπόκι. Μου πρότεινε ο διοικητής να κάνω τοιχογραφίες, αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Το μέρος αυτό εβάλλετο πολύ από τους Ιταλούς κι εφοβόμουν. Δέχτηκα όμως να κάνω τέσσερις εικόνες για το τέμπλο, αν βρουν τέσσερις σανίδες. Μπογιές είχε μαζί του ο λοχαγός μου, ο μακαρίτης Γεωργόπουλος, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να κάνω σκηνές από μάχες. Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν στην αρχή του πολέμου για να καμουφλαριστούν τα νίκελ του αυτοκινήτου του διοικητού. Κι αργότερα, για να κάνω μερικά πορτραίτα του λοχαγού αυτού, που ήταν φιλότεχνος και βιβλιόφιλος. Ύστερα από πολλές έρευνες βρέθηκε ένα καπάκι από κιβώτιο. Εκεί πάνω ζωγράφισα την «Παναγία της Νίκης», έχοντας ως πρότυπο μια κακοζωγραφισμένη Παναγία που κυκλοφορούσε σε δελτάρια. Την άλλη μέρα φύγαμε για τα Γιάννενα. Πάνω σ’ ένα φορτηγό ήμαστε στριμωγμένοι και μερικοί τραγουδούσαν το «Έχε γεια καημένε κόσμε» και κανένα ταγκό της Βέμπο. Μερικοί απληροφόρητοι νόμιζαν ότι πανηγυρίζουμε και μας ρωτούσαν: «Έπεσε το Τεπελένι;»
(…) Δεν έμαθα ποτέ πού βρίσκεται αυτή η εικόνα. Άραγε στο Κούτσι με τα δαντικά τοπία; Ή στο σπίτι του χωροφύλακα; Αγνοώ τελείως.

Γιάννης Τσαρούχης, «Ωσεί μύρα», εκδ. Καστανιώτη

Άλλοι ποιητές;

Στο μέτωπο, στην πρώτη ή στη δεύτερη γραμμή, βρέθηκαν ακόμη ο Τερζάκης, ο Σαραντάρης, ο Εγγονόπουλος, ο Ακρίτας, ο Βρεττάκος, ο Βλάχος, ο Σινόπουλος, ο Δικταίος και πόσοι άλλοι. Ψάχνοντας σίγουρα θα βρούμε κι άλλες αλήθειες.

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Λαμπρή η παρουσίαση, λαμπρή όσο και η μέρα μας η γεμάτη γλυκούς στεναγμούς, μνήμες πατρογονικές, και αγάπες. Και πόσο ωραίο υλικό. Συγκινήθηκα σαν το είδα. Κι εκείνη η σημαία, η σημαία μας δίπλα στη γαζία! Σαν να ακούω το πλατάγισμά της στην φθινοπωρινή μέρα την γεμάτη πατρίδα και ελεύθερη βούληση, για μένα τουλάχιστον, και εικόνες παιδικές απαστράπτουσες.
    Εύγε και στους δυο σας, Φωτεινή και Γιώργο.
    Και, αγαπημένοι μου φίλοι, Έρρωσθε!!!

    • Αγαπημένη μας Ελένη, πόσο ευωδιαστή και η συντροφιά σου τέτοια μέρα. Θερμό το ευχαριστώ και ο χαιρετισμός, καλή μας φίλη.

  2. Θαυμάζω με καθυστέρηση ενός χρόνου τούτη τη δημοσίευση! Τον λόγο τον μεστό και τραγικό μαζί, σπουδαίων ανδρών, στρατιωτών της τέχνης, παρέα με την εικόνα της Γαζίας – λέγε με Ελλάδα – και τη σημαία την παλιά, που δεν ξέρω ή μπορεί και να χω ξεχάσει: γιατί αυτή μου γεννά την επιθυμία να φιλήσω ουρανό;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here