Φωτεινή Στεφανίδη: «Βιβλία-στολίδια των Χριστουγέννων της καρδιάς»

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Χριστούγεννα και βιβλίο σαν να ήταν πάντα στο νου αξεχώριστα. Θες που καθόμασταν απ’ το σχολειό, θες που δίπλα στο δεντράκι επάνω στο κόκκινο χαλί, κάτι θέλαμε από παιδιά να ονειρευτούμε; Κι ας μην υπάρχει το δεντράκι πια, κι ας άλλαξε χρώμα το χαλί, κι ας φύγαν τα στολίδια και μείναμε με πεύκο μαζεμένο απ’ τα κλαδέματα και χρυσοστολισμένο με μπαλάκια αγριοπασχαλιάς, το βιβλίο τέτοιες μέρες έρχεται θαρρείς πετώντας στο χέρι μας με τα φύλλα και τα φτερά του. Και κουβαλά μαζί και τ’ αγαπημένα παιχνίδια». Με τη Φωτεινή ανοίγουμε βιβλία που αγάπησε και διάβασε Χριστούγεννα.

Παλιά είναι τα βιβλία που θ’ ανοίξουμε ή τωρινά;
Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μόνο, θα το πω, είναι βιβλία που αγαπώ και στις σελίδες τους αισθάνομαι τις ανάσες των αγαπημένων που τα έγραψαν ή τα περιποιήθηκαν.

Διαβάζουμε;
Φώτη Κόντογλου και Μικρασία, Αϊβαλί:
Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σαν να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι.
Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’ όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψούνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ’ άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές τ’ Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δυο σόμπες, και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ’ όξω έβλεπες σαν ίσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες είχανε βγαλμένες τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυρέοι.
Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Άλλα μπαίνανε, άλλα βγαίνανε. Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.

Φώτης Κόντογλου, «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου», Εκδ.«Αστήρ», 1988

Τι είναι «χερσέ»;

Από την παράδοση της Μικρασίας, το μαλακό το φαγητό με στάρι και κρεμμύδι ίσως και λίγο κρέας που έφαγε η Παναγιά σαν γέννησε:
Λέγανε ότι όταν η Παναγία γέννησε, έφαγε χερσέ (σιτάρι με κρέας) γαϊγανά και μέλι.
Γι’ αυτό, όταν γύριζαν από την εκκλησία, έφτιαχναν γαϊγανά (ομελέτα), έπαιρναν κι ένα μπουκάλι ούζο και κερνούσαν στο δρόμο τους περαστικούς. Κάποτε μοίραζαν και χαλβά για τον ίδιο λόγο. Αν δεν έκαναν γαϊγανά, μοίραζαν κομμάτια κερήθρα.
Αυτοί που τους προσφέρανε τα παραπάνω, προς τιμήν της Παναγίας, λέγανε: «Χριστός γεννάται».

Αραβισός, περιφέρεια Νεάπολης

 

Παραμονή Χριστουγέννων, κάνουν ένα φαΐ, χυλός λέγουν το. Με κουρκούτ το κάνουν. Για να πάμε στης Παναγίας τα ζεστά. Δηλαδή, Παναγία πότε κιότουν [ήταν] λεχώνα, δώκαν της χυλός. «Φάε λίγο και τι να κάνεις;Αφού ήρθε σο κεφάλι σ’! Φάε λίγο. Τι να ποίκουμ’ γέννησες!…»
Και μεις παραμονή Χριστούγεννα, παραμονή μέρα, ετοιμάζουμ’ το χυλός. Ψήνουμ’ το και τρώμε.
Τροχός, περιφέρεια Νίγδης

«Χερσέ, βασιλόπιττες και άλλα – Μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδακαημέρου», Εκδόσεις του Φοίνικα, 2002


Συλλογή;
Ναι, μια εξαιρετική μικρή ανθολογία, διαλέγουμε ένα κομμάτι από το Χριστουγεννιάτικο δείπνο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη:
Εν τω μέσω της αιθούσης ήτο η τράπεζα έτοιμος. Επί νεοσιδηρωμένης λευκής οθόνης, έκειντο απαστράπτοντα εκ καθαριότητος πάντα τα επιτραπέζια σκεύη, εν τάξει οικοκυρική, γυναικείας μάλλον δεξιότητος — οι άγαμοι, με τον καιρόν, αποκτούν καμμιά φορά, έξεις οικοκυράς. Οι δε τοιούτοι, μένουσι πλέον άγαμοι, έως θανάτου. — Εν μέσω ήστραπτε το ταψίον, το επιμελώς γανωμένον, με το χοιρίδιον, το εψητόν, διαχέον πανταχού ορεκτικήν ευωδίαν, ελαφρώς ροδισμένον, προκλητικώτατον. Κατελάβομεν τας θέσεις μας. Ο κυρ-Στρατής, καθίσας εν μέσω των δύο χιλιάρικων, ωμοίαζε δικαστικόν, την νύκτα δικάζοντα μεταξύ δύο αρχαίων κηροπηγίων.
— Έλα! είπεν. Αυτά τα Χριστούγεννα κανένας δεσπότης δεν θα μας τα καταργήση!

Και ήρχισε με τα χονδρά, καθαρά, δάκτυλά του, να κόπτη το χοιρίδιον, ώσπερ δαιτρός ομηρικός, «κρειών πίνακας παρτιθείς».
— Τις δαις; είπε και ο φίλος μου, μαντεύσας τας σκέψεις μου και την παρομοίωσίν μου την Ομηρικήν. «Τις δαις; τις δ’ όμιλος οδ’ έπλετο. Ειλαπίνη ηέ γάμος; Επεί ουκ έρανος τάδε γ’ εστίν».
Και ηρξάμεθα του δείπνου, τα μάλα φαιδροί, αναμένοντες εν τέλει και μολπήν. Μόνον αμφίπολοι έλειπον και δμωαί καλαί, ίνα το δείπνον μας μεταβληθή εις ομηρικόν τέλειον.
— Αυτά τα Χριστούγεννα, κανένας δεσπότης δεν θα μας τα κόψη, επανέλαβεν ο κυρ-Στρατής, πληρών τα ποτήρια εκ της δεξιάς χιλιάρικης πρώτον, διά το καλόν.

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Χριστουγεννιάτικο δείπνο», ανθολογημένο στο βιβλίο «Εννέα Χριστουγεννιάτικες ιστορίες», εκδ. εκτός εμπορίου του Εργαστηρίου Βιβλιοδεσιών Μπάμπη Λέγγα, 1996.

Του πατέρα σου;
Πάντα έγραφε…:

Ο Βαλτάσαρ έμεινε για λίγο σκεφτικός.
– Λες; Και δε σταυρώσανε λίγους ετούτο τον αιώνα…
Πολύ κοντά τους, ακούστηκε κλάμα μωρού. Κοιταχτήκανε.
Κατεβαίνει απ’ την γκαμήλα ο Βαλτάσαρ και πάει αλαφροπατώντας στο τσαντίρι, όπου κάτι φωτάει μέσα. Τραβά λίγο το παραπέτο. Μια γυναίκα, καθισμένη σε καρέκλα του γύφτου, ντυμένη καλοκαιρινά και με σαγιονάρες στα πόδια, νανουρίζει ένα μωράκι τοσοδούλι – νεογέννητο πρέπει να ‘ναι. Δίπλα ο άντρας προσπαθεί ν’ ακομπανιάρει το σκοπό μ’ ένα μπαγλαμαδάκι.
– Για κοπιάστε κοντά, ψιθυρίζει ο Βαλτάσαρ, σας λέει τίποτα αυτό;
Σκύβουν, κοιτάζουν, κι η ιλαρότητα γλύκανε τις μορφές τους. Τρέχουν στις γκαμήλες, ξεκρεμάνε τους ντορβάδες τους. Και, πολύ διακριτικά, όσο μπορούνε πιο αθόρυβα, αφήνουν απ’ έξω τα δώρα τους: Μια κούτα με γάλατα εβαπορέ, την πιο ζεστή κουβερτούλα που είχανε, και, βέβαια, βιβλία με παραμύθια.
Παίρνει και ξημερώνει.
Κι όπως ξεμάκραιναν αργά αργά, αυτοί κι οι γκαμήλες τους, μια στάχτη γίνανε, που διαλύθηκε και χάθηκε, καθώς τη σκόρπισαν οι παγωμένες πνοές του πρωινού.

Γιάννης Στεφανίδης, «Χριστουγεννιάτικο παραμύθι» από τη συλλογή «Αγαπάω», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2006

Μοιάζει με ευαγγέλιο…
Από τις χαρές της συνεργασίας με τον Μπάμπη Λέγγα. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:
Τέλος ήρχισε να σκοτεινιάζη. Ενύκτωσεν ακριβώς την στιγμήν καθ’ ήν θα έβλεπον αντικρύ το Κάστρον, ου απείχον τώρα δύο ακόμη μίλια. Νέφη συσσωρευμένα προς ανατολάς ημπόδιζον να φανή το παρήγορον φέγγος της σελήνης. Αλλ’ ο άνεμος, αντί να πέση, εδυνάμωνε και αγρίευε και εθέριευε, και ο πλους κατέστη αδύνατος του λοιπού. Δεν έβλεπον πλέον ούτε εμπρός ούτε δεξιά τίποτε, ειμή δύο όγκους φαιούς, αμαυρούς. Ευτυχώς ο μπαρμπα –Στεφανής εγνώριζε καλά το μέρος. «Εδώ, εδώ, είν’ ένα λιμανάκι, παπά, κατ’ απ’ το Πρυΐ, αποκάτ’ απ’ την Αγία Αναστασιά, στα Μποστάνια». «Θυμάσαι καλά, Στεφανή;» «Όπως ξέρ’ ς η αγιωσύνη σ’ τα γράμματα τ’ ς εκκλησιάς απ’ όξω παπά, έτσι κ’ εγώ τα ξέρ’ απ’ όξω όλα τα λιμανάκια, τους κάβους, κι τ’ς αμμουδιές, όλες τις ξέρες κι τα γκρίφια κι τα θαλάμια». Και προσήγγισαν με πολύν κόπον και αγώνα και βάσανον, βρεγμένοι, θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι. «Εκεί, εκεί διαναστάει». Υπήρχεν εν θαλάσσιον μάρμαρον, ως φυσική αποβάθρα, πότε καλυπτόμενον από το κύμα, πότε ανέχον υπεράνω της θαλάσσης. Την φοράν ταύτην το εκάλυπτε και δεν το εκάλυπτε το κύμα. Επλησίασαν και ησθάνθησαν πάραυτα το ευάρεστον αίσθημα της παύσεως του σάλου και της προσεγγίσεως εις σκεπαστόν κ’ ευλίμενον μέρος. «Πάντα κατευόδιο!» είπε ποιών το σημείον του Σταυρού ο κυρ Αλεξανδρής, όστις τότε εξεζαλίσθη κ’ εστάθη εις τους πόδας του.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Στο Χριστό, στο κάστρο», εκδ. Εργαστηρίου Βιβλιοδεσιών Μπάμπη Λέγγα, 1996

Ο κοκκινολαίμης μας;

Κρύβει στα φτεράκια του ένα αφήγημα καρδιάς της Ελένης Σαραντίτη, μικρό και μαζί μεγάλο δώρο για τη βραδιά των Χριστουγέννων μέσα σε μία έκδοση-κόσμημα:
Μέσα στην κουζίνα ήταν ζεστά και καλά, έκαιγε ταϊσμένη η φωτιά και φούντωναν οι φλόγες κάνοντας τα μπακίρια στους τοίχους και στα ράφια ν’ αστράφτουν, η μάνα μου στο μεγάλο τραπέζι άνοιγε φύλλο για τον μπακλαβά, στα τζάμια του μεσαίου παραθύρου οι αχτίδες έπαιζαν με τα τελευταία -και ωραιότερα- χρώματά τους, το σπίτι μοσκοβολούσε μέλι που έβραζε σε σιγανή φωτιά για ν’ αραιώσει, μυρωδιά στυμμένου πορτοκαλιού πλανιόταν σε όλα τα δωμάτια, α, ώρα γλυκιά.
Ήταν Κυριακή απόγευμα κι είχαμε είκοσι τρεις του Δεκέμβρη, το καράβι η «Μοσχάνθη» ό,τι είχε φτάσει και τ’ αδέλφια μου είχαν κατεβεί στο λιμάνι. Περίμεναν δυο φίλους που δούλευαν στο Βόλο κι έρχονταν για να κάνουν Χριστούγεννα με τη γιαγιά τους, τη θεια-Αριστέα, που έμενε ολομόναχη σ’ ένα σπιτάκι χαμένο στον κάμπο του Αϊ-Βλάση. Αν και όχι ακριβώς ολομόναχη, όχι. Τη συντρόφευαν τέσσερις κατσίκες και ο γαϊδαράκος της, κάμποσες κότες κι ένα παγόνι. Πανέμορφο. Α, ναι, και μια αλεπού εξημερωμένη. Σβέλτη και πυρρόξανθη. Μια κούκλα. Αυτή την αλεπού την κανάκευε και την περιποιόταν σαν κόρη της η θεια-Αριστέα. Τη φώναζε Πολυτίμη και την κοίμιζε στη σάλα, στον καναπέ, κι ούτε τα εγγόνια τολμούσαν να την ξεκουνήσουν από εκεί ούτε άλλος κανείς.

Ελένη Σαραντίτη, «Η καλεσμένη των Χριστουγέννων», εκδ. Πατάκη, 2010

Νοσταλγικός Χρήστος Μπουλώτης;
Πάντα για τις παλιές κάρτες ο Χρήστος. Εδώ μας γράφει επτά ιστοριούλες, -τι τρυφερός τίτλος- που ξεκίνησαν από επτά αγαπημένες του (εννοείται παλιές) κάρτες, αλλά τόσο καινούργιες ιστορίες, με τόση φαντασία και τρυφεράδα:
Ποτέ στη ζωή της δεν θα λησμονούσε τούτη τη στιγμή η Tίνα με τις κόκκινες πλεξίδες. Tης το είπε η μητέρα, όχι ξεκάθαρα, μα αυτό εννοούσε, «ε… τι να κάνουμε, μεγάλωσες πια». Kαι τι θα πει «μεγάλωσες»; Nα κοιτάς συνέχεια το ρολόι και τέρμα τα παιχνίδια; Nα μην κρεμάς κεράσια στο αυτί τα καλοκαίρια; Kαι παραμύθια…; Aυτά σκεφτόταν όσο είχε στα χέρια της το πανέρι και παραλίγο μάλιστα να ξεσπάσει σε κλάματα, όμως όχι, δεν έπρεπε. Συγκρατήθηκε. Ψέλλισε μόνο ξέπνοα «ευχαριστώ», τους φίλησε έναν έναν, κι αποφάσισε, αφού έτσι το ήθελαν, να… μεγαλώσει.

Για δυο ολόκληρες μέρες, λίγο το πείσμα, λίγο το παράπονο, δεν έβγαλε μιλιά. Tην τρίτη μέρα μάζεψε όλα τα παιχνίδια της, τα ταχτοποίησε προσεχτικά σε κιβώτια, κουτιά, κουτάκια και σακούλες και τα κατέβασε στο υπόγειο. Ύστερα, τη νύχτα, όταν οι άλλοι έπεσαν για ύπνο, κάθισε στην πέτρινη σκάλα της αυλής, κι ούτε που την ένοιαζε η παγωνιά και το σκοτάδι. Έλυσε κι έπλεξε τα μαλλιά της δέκα φορές κείνη τη νύχτα, κι εκεί, γύρω στο χάραμα, πήρε ψαλίδι και τα έκοψε. Kι ενώ τα έκοβε, φώναζε σιγανά ένα ένα τα παιχνίδια της με τ’ όνομά τους σαν να τους έλεγε «αντίο» ή «δεν φταίω εγώ». Έτσι, μεγάλωσε η Tίνα με τις κόκκινες πλεξίδες και δεν ξαναμίλησε από τότε για παιχνίδια. Mεγάλωνε όμως μ’ ένα μυστικό. Mέχρι που έγινε γιαγιά μ’ εγγόνια και δισέγγονα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, τη νύχτα, κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, έβαζε το καλό της φουστάνι και, πατώντας στις μύτες των ποδιών, κατέβαινε στο υπόγειο…

Χρήστος Μπουλώτης, «Επτά ιστοριούλες γιορτινές και παράξενες, επτά», εκδ. Polaris 2010

Μια ευχή;
Χαμηλώνει το φως, χορτάσαμε ομορφιά της γλώσσας. Δώρο μεγάλο, ας ευγνωμονούμε το βιβλίο και όσους καταγίνονται με αυτό. Και το παιχνίδι.
Με το καλό τα Χριστούγεννα, χίλιες ευχές.

 

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Αγαπημένη μου Φωτεινή, η Καλεσμένη των Χριστουγέννων σε ευχαριστεί για την ευαρέσκεια σου απέναντί της, ενώ σε συγχαίρει για την ευαισθησία και την τέχνη σου. Η ωραία Καλεσμένη με παρακάλεσε να σου μηνύσω ότι θα ήθελε να είσαι, μες στις επόμενες ημέρες, κι εσύ καλεσμένη στο σπίτι της όπου θα προσέλθουν και άλλοι αγαπημένοι καλεσμένοι όπως σταχτοσουσουράδες, κιτρινοσουσουράδες, κάτι λίγες μπεκάτσες, μερικά από τα εσχάτως αφιχθέντα κοτσύφια, και φυσικά, τα αδελφάκια της, οι κοκκινολαίμηδες ή καλόγιαννοι, που έχουν ήδη ξετρελάνει την γειτονιά με το κελάδημά τους. Η πρόσκληση είναι για ώρα απογευματινή, όταν οι φτερωτοί άγγελοι των κήπων, των λαγκαδιών και των κάμπων, τρελαίνουν το φως και τον αέρα με τα τραγούδια τους. Θα προσέλθουν και σπουργίτια. Είναι κοινωνικότατα. Και έχω καλές σχέσεις μαζί τους- ο επιούσιος τους γαρ… Άσε τις πεντάμορφες κίσσες και τον τσαλαπετεινό του διπλανού πάρκου… Λοιπόν, μην αμελήσεις, η Καλεσμένη των Χριστουγέννων σε προσκαλεί. Κι εγώ μαζί. Θα μπορούσαμε, και αφού σωπάσουν τα πουλιά, να ακούσουμε τον αγαπημένο μου STING στο IF ON A WINTERS NIGHT… Ή να μέναμε σιωπηλές με τους ήχους από τις μελωδίες των πουλιών και της νύχτας… Θα δείξει- που λένε.

    Αχ, Χρόνια Πολλά!!! Η μια από τις εγγονούλες μου, η Νικολέτα, φεύγοντας απόψε από το δείπνο στο σπίτι μου, είπε έκθαμβη, «Αχ, σε μια ώρα γεννιέται!!!». Τι να της πεις, πώς ήθελα να κρύψω τα δάκρυά μου; «Ναι, καρδιά μου, ναι» της απάντησα γελαστή ενώ, το αισθανόμουν, είχα αθέατους κόμπους μέσα μου.
    Λοιπόν, «Χριστός γεννάται» η ζωή θα ανθίζει. Και θα ελπίζει ο άνθρωπος. Και σε καιρούς ενάντιους θα ονειρεύεται τα καλύτερα.

    Θέλω, Φωτεινή μου, να στείλω τις ολόθερμες ευχές μου σ’ εσένα, στους ανθρώπους που ζουν για να ελπίζουν, και σε αυτούς που δεν τολμούν να ελπίσουν. Προπαντός στα παιδιά.
    Υ.Γ. Έχει ήδη γεννηθεί, τώρα που σου γράφω, φίλη μου.

    • Γεννήθηκε καλή μου Ελένη, μικρός μικρούλης, μόνος στον κόσμο και με την ΑΓΑΠΗ στερεωμένη και λαμπερή σαν το λαμπρότερο αστέρι. Αυτή ήταν η σύνοδος (που λένε) των πλανητών που έλαμψε όταν γεννήθηκε, έλαμψε και στην καρδούλα της Νικολέτας σας, η ΑΓΑΠΗ.
      Και πόσο σ’ ευχαριστώ και πόσο χαίρομαι για το κάλεσμα στην …σύνοδο των πουλιών του κήπου σου!
      Ζεστές ζεστές ευχές, Ελένη μου και φέτος και πάντα!
      Ε υ χ α ρ ι σ τ ώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here