Φωτεινή Στεφανίδη: « Έρχονται Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

 

«Δέντρα λογιών λογιών, καραβάκια και βαρκούλες, αγιοβασίληδες κι αυτοί αγαπημένοι, τα απαραίτητα της παιδικής μας ηλικίας των γιορτών, από πού να αρχίσω, ο πατέρας, η μάνα και ο αδελφός παντού…».  Μιλάμε με τη ζωγράφο Φωτεινή Στεφανίδη για τα στολίσματα του τότε πιο πολύ.

-Πες μας για τα δέντρα…

Το πρώτο ήταν ψεύτικο. Το στόλιζε ο πατέρας. Βαμβάκι για χιόνι, γυάλινες μπάλες σ’ όλα τα χρώματα, υπέροχες, εύθραυστες, λεπτές, η μία στολισμένη με μικρά ελατήρια, σταγόνες, κουκουνάρια, όλα γυάλινα και αστραφτερά. Στην κορυφή η «κορφή». Ένα κόσμημα μυτερό, σαν αυτά που είχαν τα νεοκλασικά στο τελείωμα από τις στέγες τους, αστραφτερό βεβαίως κι αυτό. Έβαζε και κάνα δυο πουλιά χάρτινα με αληθινά φτερά. Α, και «βροχή» που την αγαπούσε πολύ. Το στερέωνε σε μια φάτνη από χοντρό φελιζόλ, γλυπτό κανονικό, δικό του. Μπροστά εφάρμοζε μια παράσταση ημιδιάφανη αγοραστή με γαλλική φίρμα από παπιέ μασέ και σελιλόζα. Έβαζε μέσα μια λάμπα με πορτοκαλί φως. Μαγεία. Τη μέρα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς η πόρτα της «σάλας» άνοιγε. Η μητέρα γέμιζε τα βάζα με αγγελικούλα (ανοιχτοί οι καρποί της διακοσμητικότατοι), μυρωδάτο εχίνοπα και «γλυκά ματάκια» από την αυλή μας. Το σπίτι ζεσταινόταν ομοιόμορφα, οι μοσχοβολιές από την κουζίνα σκόρπιζαν κι αυτές και η ευτυχία πετούσε με τρελούς γύρους μέσα στις καρδιές

-Τα επόμενα;

Πήραμε κι αληθινό κάνα δυό φορές. Μύριζε το ρετσίνι, το λυπόμουν (είναι το αίμα του, μαμά;) Στολίδια και λαμπάκια τα ίδια, τα φυλάγαμε σε μια κούτα στο πατάρι τυλιγμένα στα τσιγαρόχαρτα. Πιο πολύ αγαπούσα το κλαρί της συκιάς με κόκκινες μπάλες και φιόγκους. Κι ακόμη περισσότερο, αυτό της μουριάς από την αυλή μας με τα φύλλα που είχαν μείνει επάνω του βαμμένα ασημένια, και πράσινες, γαλανές κι ασημένιες μπάλες. Κι άλλη μια φορά οι φιγούρες της Γέννησης με σκέτες ρίζες από την καλαμιά του ρέματος, φάνταζαν πολύ ωραίες στο φως του κεριού.

 -Εσύ, τώρα, τι στολίζεις;

Το κλαρί της ελιάς, όπως το έλεγε η γιαγιά μου ότι το έκαναν στην Τρίγλια και στον Πόντο ο παππούς. Αρχαίο στόλισμα πρέπει να είναι. Διαλέγεις ένα γερό, ίσιο κλωνί. Στη μέση δένεις ένα πορτοκάλι, το κλαρί καμπυλώνει και φτιάχνει μιαν αψίδα. Κάθε δυο φύλλα κρεμάς -με κόκκινη κλωστή- μύγδαλα, φουντούκια, καρύδια, κάστανα (τα σπας λίγο για να δένονται). Η αψίδα αγκαλιάζει την εικόνα της μιας Παναγιάς βρεφοκρατούσας, βάζουμε ένα αντίγραφο της “Επίσκεψης”, το πορτοκάλι από επάνω της, ίδιος ήλιος. Αυτό το στόλιζαν παραμονή Πρωτοχρονιάς, εμείς το στολίζουμε παραμονή Χριστουγέννων και το βαστάμε ώς τα Φώτα.

 -Καραβάκια;

Έχουμε ένα με φωτάκια-κερασάκια. Καμιά φορά φτιάχνουμε χάρτινο. Παίρνεις ένα μεγάλο στρατσόχαρτο κραφτ και το διπλώνεις σε βάρκα μεγάλη, δένεις και δυο σπάγκους, σημαία ελληνική. Το φορτώνεις καρύδια, κάστανα, μανταρίνια, λεμόνια, ρόδια. Παίρνεις και τρως. Κι εδώ μπαίνουν λαμπάκια.

 -Πάμε στους Αγιοβασίληδες.

Αγιοβασίλη έφτιαχνε συχνά για το σχολειό ο πατέρας. Πριν τον πάμε, να πάρει θέση στη σκηνούλα όπου λέγαμε τα τραγούδια και τα ποιήματα, περνούσαμε από τη «σάλα». Να φωτογραφηθούμε κι εμείς μαζί του. Τον έφτιαχνε από φελιζόλ. Πού το έβρισκε, το έπαιρνε σε κάτι μεγάλα φύλλα, σχεδίαζε με ένα μαλακό μολύβι το σχέδιο -άλλο κάθε φορά- σε λίγα λεπτά, ζέσταινε ένα μαχαίρι κοφτερό κι έκοβε τη φιγούρα του. Μετά, στο φτερό, βουρτσιστά, λίγη τέμπερα, αέρινο το ζωγράφισμά του. Σε μια δυο ώρες το πολύ, έτοιμος. Σαν έφευγε για το σχολειό ο Αγιοβασίλης να βρει την τύχη του, η «σάλα» στη μοναξιά της. Παγωμένη, για να μην κρυώνει το υπόλοιπο σπίτι, με τον μπουφέ, το τραπέζι με τα καμπυλωτά πόδια, τις ασήκωτες καρέκλες τις ντυμένες με δέρμα, το χαλί, το δέντρο. Καναπές δεν υπήρχε, μόνο μια ντιβανοκασέλα να κοιμάται η γιαγιά ή ο παππούς όποτε ερχόντουσαν. Στον ένα τοίχο, το τοπίο από το Κοντοπούλι με την μπουγάδα, γνωστό τι πήγε να κάνει εκεί ο μπαμπάς. Στον άλλο ένα χαρακτικό… σε κάτι ξύλινα δοχεία σαν βαρέλια, κάθονται δυο, ξυπόλυτοι. Κάνει κρύο κι εκεί, παίζουν φυσαρμόνικα. Ποτέ δεν ρώτησα. Επιστρέφουμε στο θέμα, δεν ήταν οι μόνοι αγιοβασίληδες αυτοί, που στο κάτω κάτω ήταν περαστικοί. Κάθε τόσο ερχόταν ένας πλαστικός με βαλβίδα. Διπλωμένος καλά καλά, έβρισκε το σχήμα του με το φούσκωμα. Κι ακόμη, ο …μπαλονένιος. Και ο χάρτινος ο κινέζικος που άνοιγε και έκλεινε, πώς μ’ άρεσε… Ο πιο αγαπησιάρης όμως, ήταν αυτός που έφτιαχνε η μάνα. Για σώμα, ένα κόκκινο μήλο, γυαλισμένο με την πετσέτα της κουζίνας. Για κεφαλάκι, ένα καρύδι. Ούτε μάτια, ούτε γένια, ούτε τίποτε. Ένα χωνάκι στο κεφάλι από κόκκινο χαρτί κι ελάχιστο βαμβάκι. Δε λέγεται η χάρη! Πάω να το φτιάξω τώρα να το δεις!

 -Έξω στολίζετε;

Λίγα πράγματα. Μιαν αγριελιά της γλάστρας. Παλιά τίποτε… Μόνο η λίγο τραβηγμένη κουρτίνα, πόσο ανθρώπινο, διακριτικό, καμία εξωστρέφεια… Το πιο ακριβό στόλισμα όμως έγινε εκεί έξω, στην αυλίτσα μας, κάπου το ’65. Ο χιονάνθρωπος με το πούρο-κρύσταλλο. Ακόμη κρυώνω, ακόμη ανατριχιάζω, όχι πια από παγωνιά, από νοσταλγία.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here