Το εργοστάσιο της… φούσκας

Του Γιάννη Σιώτου

Τα πέντε τελευταία χρόνια οι Έλληνες έχουν στηθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Τους κατηγορούν για τα πάντα: τεμπέληδες, σπάταλοι, επιπόλαιοι, ράθυμοι, σαλταδόροι, διεφθαρμένοι, είναι μερικά από τα επίθετα που τους προσάπτουν, προκειμένου οι δανειστές -και όχι μόνο- να δώσουν ηθικό άλλοθι στην πολιτική της σκληρής λιτότητας που επιβάλλουν. Οι στατιστικές μπορεί να τους διαψεύδουν, αλλά ελάχιστη σημασία τους δίνουν. Σπουδαίοι διανοητές -όχι αριστεροί- βροντοφωνάζουν ότι οι πραγματικοί υπεύθυνοι δεν είναι οι Έλληνες, αλλά κάποιοι άλλοι που έστησαν, με τη βοήθεια των σημερινών τιμητών της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης «φούσκες», αλλά ουδείς τους δίνει σημασία. Διεθνείς οργανισμοί -ακόμα και το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα-, σε μελέτες που δημοσιεύουν, ομολογούν το ηθικό και οικονομικό αδιέξοδο των προγραμμάτων λιτότητας, αλλά τις αγνοούν. Αισθάνεται κανείς ότι πλέον ζεί την περίοδο του απόλυτου ευτελισμού των ηθικών αξιών και της αλήθειας.

Και μα την αλήθεια, δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να διαπιστώσει ότι, την προηγούμενη -κυρίως- δεκαετία, στην ελληνική οικονομία κατασκευάσθηκαν πολλές μικρές και μεγαλύτερες φούσκες. Για παράδειγμα, η φούσκα των στεγαστικών δανείων, που στηρίχθηκε σχεδόν στο σύνολό της σε δύο πυλώνες: στο φθηνό χρήμα που εξασφάλιζαν οι ελληνικές τράπεζες από την αγορά χρήματος της Ευρώπης και σε μια τεχνητή αύξηση των τιμών. Αν σε αυτά προσθέσει κανείς την παντελή έλλειψη ελέγχων από τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς των κανόνων που είχαν ήδη θεσπιστεί και αφορούσαν τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης των στεγαστικών, τότε έχει μπροστά του το τέλειο υπόδειγμα της κατασκευής μιας «φούσκας χρέους».

Ανάλογη φούσκα στήθηκε και με τα λεγόμενα επιχειρηματικά δάνεια. Ασχολήθηκε άραγε κανείς, όλα αυτά τα χρόνια, με το να ελέγξει τις εκτιμήσεις και τις αξιολογήσεις που έκαναν οι τράπεζες προκειμένου να ορίσουν την αξία των εγγυήσεων που δίδονταν προκειμένου να χορηγήσουν δάνεια εκατομμυρίων ευρώ σε επιχειρήσεις που κατέρρευσαν με το πρώτο «μπουρίνι» της κρίσης; Ασχολήθηκε άραγε κανείς με τη στρατηγική δημιουργίας «αέρα», μέσω εξαγγελιών που γίνονταν πρωτοσέλιδα στον οικονομικό Τύπο και τα οποία ανέβαζαν πλασματικά -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια- την εμπορική αξία εταιριών; Η αλήθεια είναι ότι μέχρι στιγμής, κανείς από τους φορείς που λειτουργούν και χρηματοδοτούνται από τον Έλληνα φορολογούμενο για να ελέγχουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς δεν έχει ανοίξει τους «φακέλους».

Το ίδιο ακριβώς σενάριο υπάρχει και με την περίφημη καταναλωτική πίστη. Η Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν, είχε θεσπίσει εισοδηματικά κριτήρια προκειμένου να εγκρίνεται αίτηση χορήγησης καταναλωτικού δανείου. Έχει ερευνήσει κανείς αν οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονταν από τις τράπεζες; Έχουν ανακοινωθεί τα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων; Έχουν επιβληθεί ποινές για τη μη εφαρμογή αυτών των κανόνων;

Αν θελήσει κάποιος να βάλει βαθιά το μαχαίρι της έρευνας, θα διαπιστώσει ότι τελικά από αυτές τις φούσκες κέρδισαν όλοι, εκτός από αυτούς που σήμερα πληρώνουν τον λογαριασμό. Αν ξεφυλλίσει κανείς τους απολογισμούς ελληνικών αλλά και ξένων τραπεζών, θα διαπιστώσει ποιοι πήραν μερίδιο από τα κέρδη. Έλληνες και ξένοι. Οι διοικήσεις, τα μεγαλοστελέχη, αλλά και οι μέτοχοι. Όλοι εκείνοι που σήμερα, ατάραχοι και αλώβητοι από την κρίση, κατακεραυνώνουν τον απλό Έλληνα και επιβάλλουν να πληρώσει τον λογαριασμό για τις φούσκες που κατασκεύασαν. Αν αυτό δεν είναι υποκρισία και ανηθικότητα, τότε δεν είναι τίποτα άλλο παρά: νεοφιλελευθερισμός.

Αναδημοσίευση από την Αυγή της Κυριακής

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here