Συνέντευξη με την Ιόλη Ανδρεάδη για «Το βασίλειο της γης» του Τένεσι Ουίλιαμς

Της Μαρίας Λυμπεροπούλου

Η Ιόλη Ανδρεάδη μιλάει στο  Press  Publica  για το έργο του Τένεσι Ουίλλιαμς «Το βασίλειο της γης»  που σκηνοθετεί στο θέατρο OLVIO.

Το έργο «διαδραματίζεται στον Αμερικάνικο νότο, στην πατρίδα του συγγραφέα. Κοντά στο Δέλτα του Μισισιπή ετοιμάζεται να φτάσει μια πλημμύρα – συχνό φαινόμενο στην περιοχή. Υπάρχουν 3 χαρακτήρες, δυο αδερφοί και μια γυναίκα. Ο ένας από τους δύο επιστρέφει σπίτι του φρεσκοπαντρεμένος με τη γυναίκα του. Ο αδερφός του επιφυλάσσει στο ζευγάρι μια πολύ ψυχρή υποδοχή. Σιγά σιγά μαθαίνουμε τους λόγους της υποδοχής αυτής: η καταγωγή, η ανάγκη για ιδιοκτησία, το φύλο και η επιθυμία να ανήκεις κάπου».

 Οι χαρακτήρες μεταβάλλονται  και εξελίσσονται με γοργούς ρυθμούς. «Ναι, μέσα στο διάστημα μιας ώρας και 50 λεπτών ανατρέπονται οι σχέσεις μεταξύ των τριών αυτών χαρακτήρων, οι οποίοι αλλάζουν δραματικά. Και στους τρεις συμβαίνει μια πολύ μεγάλη μετακίνηση, ένα ταξίδι προς κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό για το οποίο ξεκίνησαν. Η αφορμή για να αλλάξουν τόσο δραματικά είναι η σχετικά απλή πλοκή του έργου: ο παντρεμένος αδελφός, άρρωστος και προαισθανόμενος ότι θα πεθάνει, επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι για να το διεκδικήσει από τον αδελφό του. Ο ίδιος ο λόγος που παντρεύτηκε τη γυναίκα του είναι πως έχει σχέδιο να πάρει το σπίτι απο τον αδελφό του. Με την σειρά του ο δεύτερος αδελφός, αν και νόθος, έχει δουλέψει το χτήμα με τα χέρια του και θεωρεί ότι σε αυτόν είναι δίκαιο να ανήκει. Η γυναίκα ταυτίζεται στο έργο με τη γη και ανεπαίσθητα, μαζί με τη διεκδίκηση του χτήματος, αρχίζει και η διεκδίκηση της γυναίκας από το νόθο αδερφό».

Επέλεξες να σκηνοθετήσεις «Το Βασίλειο της Γης» γιατί «μου προτάθηκε από τον παραγωγό Ανδροκλή Δεληολάνη και άρχισα να το διαβάζω. Είναι μια συνειδητή απόπειρα απομάκρυνσης από το ρεαλισμό, όπως όλα τα έργα της ύστερης  περιόδου του Ουΐλιαμς. Ο συγγραφέας εδώ ανοίγεται και αυτοσαρκάζεται, διαπραγματευόμενος κεντρικά ζητήματα για τον ίδιο, την καταγωγή, το φύλο, την αποδοχή από την κοινωνία, τον αμοιβαίο έρωτα. Με ένα τρόπο ο συγγραφέας είναι παρών έχοντας αφήσει την σφραγίδα του και στους τρεις χαρακτήρες».

Για παράδειγμα« η Παναγιώτα Βλαντή ενσαρκώνει τον χαρακτήρα της Μυρτλ, της γυναίκαςτην οποία διεκδικούν τα δύο αδέλφια και η οποία στην αρχή είναι τρελαμένη με τον ένα αδερφό, αυτόν που παντρεύτηκε. Σιγά σιγά, σταδιακά και με χειρουργική ακρίβεια απομακρύνεται από τον άντρα της και πλησιάζει ψυχικά και σωματικά προς τον άλλο, το νόθο αδερφό, με τον οποίο ξεκινά μια νέα ιστορία. Έτσι ερμηνεύω εγώ τον εναλλακτικό τίτλο του έργου «Οι Επτά Κάθοδοι της Μυρτλ» – η Μυρτλ εκπίπτει από το νόμιμο σύζυγο, παράνομα, στον αδερφό του, ο οποίος μοιάζει να τη θέλει πιο νόμιμα από τον νόμιμο. Η Μυρτλ είναι μια θεατρίνα που έχει ζήσει τη ζωή της. Δεν έχει δεύτερες σκέψεις, λειτουργεί  με το ένστικτό της, κάνει ό,τι αισθάνεται. Είναι ενας πολύ συμπαθής γυναικείος χαρακτήρας και με πολύ μεγάλη εξέλιξη.»

Αυτή η μεταβολή, η εξέλιξη των χαρακτήρων έχει ένα στοιχείο ιδιαίτερα ανθρώπινο«Έχω την αίσθηση ότι πολύ σημαντικό ρόλο για να γίνει αυτή η μεγάλη μεταβολή παίζει το ότι συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, σε ένα πολύ μικρό σπιτάκι. Ακόμη, το γεγονός ότι η πλημμύρα πλησιάζει απειλητικά δημιουργεί την αίσθηση του κατεπείγοντος. Δεν υπάρχει περιθώριο, πρέπει να ξεκαθαρίσουν τις διαφορές τους, να σωθούν ή να χαθούν τώρα. Για τους παραπάνω δύο λόγους είναι πολύ συμπυκνωμένος ο χώρος και ο χρόνος των εξελίξεων.»

Στην πορεία λοιπόν αποκαλύπτεται πως και οι τρεις χαρακτήρες είναι πολύ διαφορετικοί απ’ ότι αρχικά δείχνουν.

«Στις στενές σχέσεις οι άνθρωποι εγκαταλείπουν πολύ πιο εύκολα το προσωπείο τους γιατί νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια. Μπορεί ένας άνθρωπος να αυτοπαρουσιάζεται ως φιλάνθρωπος, προοδευτικός και γενναιόδωρος και μέσα στο ίδιο του το σπίτινα είναι τύραννος και τσιγκούνης. Το τι συμβαίνει ιδιωτικά, μέσα σε κάθε σπίτι, είναι ενδεικτικό για το ποιος είναι ένας άνθρωπος «πραγματικά».

Ακόμη, σε περιόδους ή στιγμές κρίσης θα βγουν στην επιφάνεια πράγματα που κανείς δεν θα φανταζόταν ότι υπάρχουν. Ανάμεσα σε φίλους, σε συγγενείς, σε συνεργάτες ξαφνικά εκφράζεται μεγάλη αγάπη ή αντίθετα επιθετικότητα και μίσος. Μάλλον σε μια ευημερούσα κοινωνία δεν αποκαλύπτονται οι άνθρωποι και τα συναισθήματα τόσο απότομα, ακραία και ριζικά».

Η μοναξιά στο έργο είναι μια κατάσταση που κυριαρχεί. «Ο αδελφός που μένει ήδη στο σπίτι, τον οποίο υποδύεται ο Κρις Ραντάνοφ, μέχρι να επιστρέψει ο Ανδροκλής Δεληολάνης, είναι φαινομενικά ο πιο μόνος απ’ όλους. Δεν έχει σχέσεις με άλλους ανθρώπους γιατί η μάνα του ήταν μιγάς, κάτι που στον Αμερικανικό Νότο ήταν απίστευτα σοκαριστικό. Μένει μόνος στο σπίτι και δεν τον πλησιάζει καμία γυναίκα. Όλοι μιλάνε πίσω απο την πλάτη του και τον κοροϊδεύουν. Για την απομόνωσή του δεν ευθύνεται ο ίδιος. Απλώς γεννήθηκε έτσι. Ο άλλος αδερφός, τον οποίο υποδύεται ο Ορέστης Τζιόβας, έχει παντρευτεί και φαινομενικά έχει φτιάξει τη ζωή του. Ωστόσο καθώς προχωράει το έργο διώχνει τη γυναίκα του από κοντά του. Είναι ολομόναχος μπροστά στο θάνατο. Μοναδική σύντροφός του η ανάμνηση της μητέρας του, με την οποία έχει μια μεγάλη ταύτιση. Η Μυρτλ, ο χαρακτήρας της Παναγιώτας, πάντοτε ήταν με κόσμο λόγω του ότι ανήκει στο χώρο του θεάματος. Δεν είχε όμως κανέναν, οπότε τώρα θεωρεί ότι έχει βρει ένα στήριγμα στο νέο της άντρα και νιώθει πολύ χαρούμενη γι’ αυτό».

 Τι κρύβεται πίσω από την διεκδίκηση του σπιτιού απο τα δύο αδέλφια;

«Ο νόθος γιος με το νέγρικο αίμα, με μια ζωή στο περιθώριο, έχει ανάγκη για ιδιοκτησία, για να βλέπει ο κόσμος που τον πίκρανεότι του ανήκει κάτι, για να γίνει αποδεκτός. Ο νόμιμος γιος θέλει να τιμήσει τη μνήμη της αδικοχαμένης του μητέρας και έτσι να νιώσει πιο κοντά της». 

 Στην παράσταση το σκηνικό είναι σε ένα μικρό –περιορισμένο χώρο της σκηνής «το σκηνικό της Δήμητρας Λιάκουρα και του Περικλή Πραβήτα ουσιαστικά καθοδήγησε αυτή τη σκηνοθεσία μου προς έναν αφαιρετικό ρεαλισμό» δηλαδή «είναι ρεαλισμός μεν αλλά στερημένος από την κίνηση και το θόρυβο που θα άρμοζαν σε μεγαλύτερο χώρο. Γίνονται μόνο οι δράσεις που οι ηθοποιοί κι εγώ νιώσαμε πως χρειάζονται. Τίποτα παραπάνω. Η συνύπαρξη αυτού του σκηνικού με τα φώτα της Χριστίνας Θανάσουλα και τη μουσική του Γιάννη Χριστοφίδη, οι οποίοι φαντάστηκαν ένα Νότο ιδωμένο με μάτια σημερινά, συνδυάστηκαν με την αγάπη μου για τη yoga, που και αυτή με έχει επηρεάσει στην σκηνοθεσία. Προτείνω στους ηθοποιούς στάσεις που τις κρατάς για αρκετή ώρα, όπως στη yoga, αλλά η αναπνοή είναι αβίαστη και ρέει, είναι φαινομενικά ακίνητες ενώ υπάρχει κίνηση από τα μέσα.»

Ταυτότητα της παράστασης:

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές [Το Τέλος του Κόσμου]

Σκηνοθεσία: Ιόλη Ανδρεάδη

Πρωτότυπη Μουσική / Ηχοτοπίο: Γιάννης Χριστοφίδης

Σκηνικά-κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα

Σχεδιασμόςφωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα

Βοηθόςσκηνοθέτη: Διονύσης Χριστόπουλος

Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης

Επιμέλεια σκηνικών: Περικλής Πραβήτας

Μακιγιάζ: Γιάννης Μαρκετάκης

Επιμέλεια casting: Natalie Pawloff

Επικοινωνία: Άντζυ Νομικού

Παραγωγή: ANDRODELY p.c

Διανομή (με σειρά εμφάνισης):

Τσικ: Κρις Ραντάνοφ

Μυρτλ: Παναγιώτα Βλαντή

Λοτ: ΟρέστηςΤζιόβας

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here