Στη μνήμη του ήρωα της αντίστασης

« Δεν επεδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω ένα άνθρωπο. Επεδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».
Λόγια του Αλέξανδρου Παναγούλη μέσα από το βιβλίο της Οριάννα Φαλάτσι “Un Uomo” (Ένας Άντρας).
Ανήμερα Πρωτομαγιάς συμπληρώνονται 39 χρόνια από το βράδυ που ο ήρωας του αντιδικτατορικού αγώνα, ο παρολίγον τυραννοκτόνος άφηνε την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο της λεωφόρου Βουλιαγμένης, σε ηλικία μόλις 37 ετών.
Το press publica θεωρεί αναγκαία την αναφορά αυτή κάθε χρόνο για να θυμίζει την κορυφαία πράξη ενός αδέσμευτου δημοκράτη , μιας αδούλωτης ελληνικής ψυχής. Του Αλέξανδρου Παναγούλη.
Κατά την διάρκεια της χούντας ο Αλέκος Παναγούλης που υπηρετούσε τη θητεία του στο στρατό , μην αντέχοντας το καθεστώς, λιποτακτεί και καταφεύγει στη Κύπρο. Από εκεί, μεταβαίνει σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπου ίδρυσε δυο αντιστασιακές οργανώσεις. Επανήλθε κρυφά στην Ελλάδα με σκοπό να εξοντώσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο διότι θεωρούσε ότι, εάν έφευγε αυτός από τη μέση, η χούντα θα κατέρρεε.
Ο νεαρός τότε, απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με έντονη δράση στο φοιτητικό κίνημα, αποφασίζει να εφαρμόσει το σχέδιο του, το πρωί της 13ης Αυγούστου του 1968.
Από τις 4 τα ξημερώματα, βρίσκεται στην παραλιακή Αθηνών – Σουνίου στο 38ο χιλιόμετρο. Από εκεί περνάει καθημερινά η αυτοκινητοπομπή με τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Ο Παναγούλης παγιδεύει με εκρηκτικά το σημείο που θα περνούσε το αυτοκίνητο και κρύβεται κάτω από τα βράχια προς το μέρος της θάλασσας, έτοιμος να πυροδοτήσει. Πράγματι, η πομπή περνάει, ο Παναγούλης πυροδοτεί, μη έχοντας όμως καλή ορατότητα, με αποτέλεσμα να γίνει μεν η έκρηξη αλλά να μην πλήξει το αυτοκίνητο του δικτάτορα που είχε προλάβει να περάσει πριν από δύο δευτερόλεπτα.
Ο Παναγούλης επιχειρεί να διαφύγει από τη θάλασσα αλλά συλλαμβάνεται και το « λάφυρο» επιδεικνύεται την επομένη στον τύπο της εποχής. Από τη στιγμή εκείνη, αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια του, που καταδεικνύει τη συνέπεια λόγων και πράξεων του ανθρώπου. Οδηγείται στο ΕΑΤ –  ΕΣΑ όπου βασανίζεται από τους γνωστούς υπανθρώπους Θεοφιλογιαννάκο, Μάλλιο και Μπάμπαλη. Δεν μιλάει για κανέναν και για τίποτα, αντίθετα σε όλη την πορεία των βασανιστηρίων που θα ακολουθήσουν για αρκετά χρόνια,, χλευάζει τους βασανιστές του, αποκαλώντας τους « παπαδοπουλάκια». Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, θα δικαστεί από το στρατοδικείο μαζί με άλλους συναγωνιστές του και θα καταδικαστεί δις εις θάνατον. Μεταφέρεται στις φυλακές μελλοθανάτων της Αίγινας.
Η καταδίκη του ξεσήκωσε πολλούς πνευματικούς ανθρώπους σε όλη την Ευρώπη που ζητούσαν να μην εκτελεστεί η ποινή. Ο ίδιος παρότι του προτάθηκε, αρνήθηκε να ζητήσει χάρη. Μέχρι τον Αύγουστο του 1973 που δόθηκε γενική αμνηστία και αποφυλακίστηκε, κατάφερε να επιβιώσει μέσα από σκληρά βασανιστήρια στις φυλακές Μπογιατίου επιχειρώντας αρκετές φορές ανεπιτυχώς να αποδράσει. Μία φορά που τα κατάφερε, συνελήφθη.

Ήταν όπως αφηγήθηκε αργότερα ο ίδιος, εντοιχισμένος σε ένα κελί χωρίς κρεβάτι, στο Μπογιάτι με δεμένα τα χέρια , κοιμόταν στο πάτωμα και μετά την απόπειρα απόδρασης, του έδεσαν και τα πόδια. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες κατάφερε να γράψει, πολλές φορές και με το αίμα του, ποιήματα που αργότερα εκδόθηκαν σε συλλογές και ορισμένα από αυτά μελοποιήθηκαν ( π.χ «πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες..)
Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές το 1975, κατεβαίνει υποψήφιος με την «Ένωση Κέντρου- Νέες Δυνάμεις» και εκλέγεται βουλευτής. Από τότε αρχίζει έναν αγώνα δίπλα στα διάφορα κινήματα και προσεγγίζει τη γυναίκα του βασανιστή Χατζηζήση από την οποία καταφέρνει να αποσπάσει αρχεία του ΕΑΤ ΕΣΑ. Μέσα στα στενά κομματικά περιθώρια ασφυκτιά και λίγους μήνες μετά, με επιστολή του στον τότε πρόεδρο της Βουλής, ανεξαρτητοποιείται για να μπορεί ελεύθερα να αναπτύσσει τη δράση και τις απόψεις του.
Το νήμα της ζωής του όμως, κόπηκε απότομα και άδοξα την Πρωτομαγιά του 1976 μέσα στο μοιραίο Μιραφιόρι που του είχε δωρίσει η σύντροφος του, Ιταλίδα δημοσιογράφος, Οριάννα Φαλάτσι.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here