Που λες, ναι, έζησα λίγο πόλεμο σήμερα. Εσπασα γύρω στις 3 και κάτι

Δύο αναρτήσεις της Victoria Alex στο προσωπικό της ιστολόγιο. Αξίζει να διαβάσετε τη μαρτυρία της:

28 Φεβρουαρίου στις 3.35 μ.μ.

Έζησα λίγο πόλεμο χθες.
Μ’ ακούς;
Σου φαίνεται υπερβολή φαντάζομαι, αλλά όχι, δεν είναι.

Είδα στο τουίτερ Παρασκευή δύο το βράδυ πως στον Πειραιά δεν έχουν κανένα γιατρό. στέλνω μηνύματα, επικοινωνώ, μιλάω σάββατο μεσημέρι με μια κοπέλα. μου λέει – θα έρθεις; και ασυναίσθητα λέω -ναι.
Νοσηλεύτρια αλλά από το τίποτα, ας είμαι εγώ εκεί.
Κατεβαίνω Πειραιά, λέω θα κάτσω μέχρι τις 11 το πολύ για να πάρω ηλεκτρικό-μετρό να επιστρέψω. (θα ΄θελα)

Πάμε στην Ε1.
Βγαίνω από το αμάξι. Παιδάκια παίζουν μπάλα. Έρχονται και μου κάνουν χειραψία και μου χαμογελούν.
Μπαίνω μέσα. Σοκ. Πόσα άτομα; 800; παραπάνω; πολλά.
Υπάρχει αυτοσχέδια κουζίνα και αποθήκη και ένα ιατρείο.
Συναντάω ένα γιατρό, χαίρω πολύ κτλ -πάμε, μου λέει, να αρχίσουμε από την Ε7; -πάμε του λέω

Από ‘κεί και μετά το χάος. Με τα στηθοσκόπια στο λαιμό, μόνο με γάντια γιατί οι μάσκες τους τρομάζουν, φοβούνται να έρθουν μαζί μας, αποκτούν σιγά σιγά εμπιστοσύνη.
παιδιά με 39,5 πυρετό, σχεδόν όλα άρρωστα και με το αμάξι να πηγαίνουμε από την Ε7 στην Ε1 και πάλι πίσω, δέκα λεπτά δρόμος.
Πηγαινοερχόμασταν για φάρμακα, με παιδιά, ένα σε σοκ, άνθρωποι μέσα να πονάνε, βρέφη να μην μπορούν να αναπνεύσουν.
Κάποια στιγμή έχασα πια το μέτρημα του πήγαινε-έλα.
Κάποιος από τη Φιλανδία να ψάχνει την άρρωστη αδερφή του.
Να ψάχνω κάλτσες και παπουτσάκια για ξυπόλητα παιδιά.
Άνθρωποι πεινάνε. έρχονται και σε παρακαλάνε να πας και σε αυτούς.
Ένα συνεργείο του μέγκα, μέσα όλα αυτά, που θέλω να τους σπάσω την κάμερα και να σπρώξω τη δημοσιογράφο αλλά λέω, γάμα το.

«Έρχεται καράβι με 1.200 άτομα” ακούω
Βρήκαν μια εγκατάσταση να τους βάλουν, τραγική.

Τι έχεις; Παντομίμα σε βήχω, πονάω, σε όλα.
Γύρω στις 11 ακούγονται χειροκροτήματα. Κάποιος μας λέει «άνοιξαν τα σύνορα”
Έως πότε και για πόσους; σκέφτηκα.

Έκανα την πρώτη μου «εφημερία” σήμερα.
Δε θα σε πίστευα αν μου το έλεγες.
Γύρισα 8 το πρωί.

Στο Μοναστηράκι υπήρχε κάπου γραμμένο με σπρέι
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΣΤΕ”
Το στηθοσκόπιο μου ζύγισε δέκα τόνους όταν το έβγαλα, γιατί κατάλαβα πως κουβαλάει αυτό το «εγώ-είμαστε”.

Γιατί αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις έλα εκεί. μαζί θα είμαστε. κανένας δεν είναι μόνος.

Που λες, ναι, έζησα λίγο πόλεμο σήμερα.
Ναι, δεν είχαμε βομβαρδισμούς.
Ναι, δεν είχαμε τραυματίες και αίμα.
Αλλά συγχώρεσέ με, τον είδα στα μάτια τους
να ξυπνάνε με τον παραμικρό θόρυβο
τον άκουσα στα πνευμόνια τους,
στα παιδιά που έκλαιγαν.
Τον έζησα, λίγο,
μηδαμινά.
αλλά τον ένιωσα.

Πρέπει να με πιστέψεις.

1 Mαρτίου

Εσπασα γύρω στις 3 και κάτι.
Δε θες να ξέρεις
ή θες;

Γυρνούσαμε από πύλη σε πύλη.
Κάθε μέρα φεύγουν οι προηγούμενοι και έρχονται οι επόμενοι.
Κάθε μέρα επικρατεί η ίδια κατάσταση με χθες.
Όλοι άρρωστοι, κάποιοι πιο βαριά. Ρούχο δεύτερο δεν έχουν.
Ανεφοδιασμό από ιατρείο και σακούλες στα χέρια,
κάθε ώρα πιο βαριές.

Η κατάληξή μας είναι το ιατρείο στην Ε1.
Γύρω στη μία κάποιος λέει «καλό μήνα” και «να βάλουμε μάρτη παιδιά”, γελάσαμε.
Πέντε γιατροί, δυο νοσηλεύτριες και πριν φύγουν, στις 3 παρά βγήκαμε έξω όλοι μαζί για ένα τσιγάρο. Θα μέναμε τρεις για παν ενδεχόμενο.
Κοιμόντουσαν μέσα ξέρεις, σχεδόν όλοι πεθαμένοι από την κούραση.

Έρχεται κάποιος φωνάζοντας «ντοκτόρ;”, γνέφουμε ναι
βλέπουμε ένα τύπο με ένα κορίτσι στα χέρια, λιπόθυμο, τρέχουμε όλοι σαν τρελοί.
Τα ζωτικά της ήταν μια χαρά, το σάκχαρο, η πίεση, μιλούσαν μας λέει η αδερφή της και ξαφνικά λιποθύμησε.
Αρχίζει να ανακτά τις αισθήσεις της και κλαίει, κλαίει γοερά, με απόγνωση, τρέμει.
Κοιτάζω έναν άνθρωπο σε μετατραυματικό σοκ.
Λύγισα.
Κόντεψα να δακρύσω,
δεν έπρεπε, έπρεπε να είμαστε εκεί γι αυτήν, να μη φοβάται.
Συνήλθε, έτρεμε ολόκληρη ακόμα, την βάλαμε να κοιμηθεί.

Χαιρετηθήκαμε. Έπρεπε να φύγουν, δούλευαν αύριο.
Μείναμε δυο γιατροί και γω.

Μου λέει «θα έχουμε κλάματα στην πέτρινη εγκατάσταση”
«γιατί;”
«θα έρθει πούλμαν να τους πάει στο ελληνικό”

Το εκαβ έφερε μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα πίσω από το νοσοκομείο που την είχαν στείλει απ’ το μεσημέρι, της ψάχναμε κουβέρτες, την τακτοποιήσαμε, της έπιασα λίγο το χέρι, δε καταλάβαινα τίποτα από όσα μου έλεγε αλλά με τράβηξε, με φίλησε στο κούτελο.

Στις 5.30 ήρθαν δυο κοπέλες, δε πίστευαν πως θα έβρισκαν κανέναν, μας είπαν για κάποιον που είχε χτυπηθεί με σφαίρα στον πόλεμο και είχε διπλωθεί στα δύο. Πήραμε εκαβ και πήγαμε από ‘κει.

Αν δεν κάναμε εφημερία τι θα γινόντουσαν αυτοί οι άνθρωποι;
Ξέρεις, από τύχη δεν είμαστε στη θέση τους.
Θα μπορούσα να είμαι εγώ ή εσύ, καταλαβαίνεις;
Έτυχε να γεννηθούμε εδώ.

Είναι η δεύτερη μέρα και ράγισα γαμώ τους πολέμους σας.
Πως θα πω σε αυτούς τους ανθρώπους «δε ξέρω τι θα απογίνεις”;
Πως θα τους πω «θα πάνε όλα καλά”;
Πως θα τους εξηγήσω πως στην «ευρώπη των λαών” είναι ανεπιθύμητοι;
Πως θα τους πω ότι σήμερα έριχναν δακρυγόνα σε γυναικόπαιδα;

Γυρνούσα γύρω τους ενώ κοιμόντουσαν όλοι. Τα πρόσωπά τους δεν είχαν φόβο εκείνη τη στιγμή. Κοιτούσα τα μωρά και τα παιχνίδια τους.

Έσπασα γύρω στις 3 και κάτι.
Λύγισα, με καταλαβαίνεις;
Ντρέπομαι.
Να με συγχωρείς.

Είναι εφτά και μήπως νομίζεις πως μπορώ κοιμηθώ μετά από όλα τα σημερινά;
Ακόμα την ακούω να κλαίει
Ακόμα την βλέπω να τρέμει
ακόμα.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here