Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

-Εδώ είναι ζεστά…
-Γιατί, στο σπίτι σου;
-Παγωνιά… Πώς να το ζεστάνω γιατρέ;
Ο γεράκος, υπόλειμμα ανθρώπου, σκεπασμένος μέχρι τον λαιμό στο κρεβάτι μπροστά μου. Δυο δάχτυλα κομμένα στο ροζιασμένο δεξί του χέρι. Πρόσωπο ξερακιανό, τρία τέσσερα δόντια όλα όλα, ανάμνηση ενός ακέραιου στόματος.
-Αυτές οι πρόκες να φύγουν από ‘δω, μουρμουρίζει πιάνοντας εμφατικά τον σβέρκο… Πρόκες σαρανταπεντάρες!
-Τι δουλειά έκανες;
-Οικοδόμος… Κράταγα κι ένα μπακάλικο… Είχα παιδιά, δεν έφταναν…

Τον έδιωξαν από το νοσοκομείο προχτές, χωρίς ένα φάρμακο, χωρίς οδηγίες… Δε μπορώ γιατρέ να αφήσω τον πατέρα μου έτσι. Ο γιός του, ένα ψηλό ωραίο παλικάρι, χτες, μιλάει βουρκωμένος. Δε μπορεί, λέει ο γιατρός, κάτι θα του έδωσαν –και έτσι ήταν. Όπως αποδείχτηκε από τα έγγραφα που χορήγησε κάποιος βοηθός εκ των υστέρων, ο γεράκος είχε, πάρει κάποια αγωγή αλλά και εξιτήριο με οριακή αναπνοή –η αξία των εξελιγμένων εργαστηριακών βοηθημάτων χωρίς την ενσυναίσθητη ψυχή του θεραπευτή παραμένει η κορυφαία αντίφαση και τραγωδία των συγχρόνων συστημάτων Υγείας, σκέφτεται ακόμα μια φορά ο γιατρός που άκουσε δύσπιστα τον γιό χτες. Σήμερα σωπαίνει. Και δρα –ας είναι ήδη αργά. Είναι αργά και συμβατική παραμονή του επόμενου χρόνου με τους τελευταίους τρελούς –τα άλογα στο «σκάκι» του Μανόλη- να τρέχουν πάνω κάτω στους διαδρόμους και τους θαλάμους ενός από τα «αμαρτωλά» δημόσια νοσοκομεία, που επιμένουν να ανακουφίζουν λαβωμένους αδιακρίτως βαλαντίου, επωμίδων και δικαιώματος ασφάλισης.
Δημόσια Θεραπευτήρια· με όλα τους τα εγγενή ή επιγενή, διορθώσιμα ή μη, βαριά ελαττώματα. Όπως καταφύγια για ορεινές διαδρομές· χωρίς πολυτέλειες αλλά με τέσσερις τοίχους να κρατήσουν έξω τον χιονιά που μαίνεται, πέντε κούτσουρα για το τζάκι και λίγο τσάι για αφέψημα. Τι περισσότερο χρειάζεται ο κατάκοπος και ξεπαγιασμένος διαβάτης για να συνεχίσει την ανάβαση; Και πόσο διαφέρει ο άρρωστος από τον ορειβάτη;

Όταν, λέω, βάλουν λουκέτο και τα τελευταία οχυρά του Κράτους Πρόνοιας –αυτά ντε, που σπαταλούν τους πόρους χωρίς να παράγουν μετρήσιμο αποτέλεσμα, το γνωστό κόστος/όφελος, το Κέρδος∙ σ’ εκείνα τα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης θα σας περιμένω. Χωρίς δόντι, χωρίς αδηφάγο καταπιώνα.
Όχι Εκδικητής όχι Τιμωρός, αλλά Συγχωρός και δακρυσμένος.
Αν ποτέ φτάσετε, αν ζήσω τόσους αιώνες.
Και ποιος είμαι μη ρωτάτε.
Δεν υπήρξα, δεν υπάρχω.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here