Παναγιώτης Κουσαθανάς: «Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα»

 

Της Φωτεινής Στεφανίδη

Αθόρυβος, ωστόσο δυναμικός. Πολυγραφότατος, πολυβραβευμένος, ωστόσο σιωπηρός. Βαστάει αγάπη για τη φύση όλη, για τους ανθρώπους, για τον πολιτισμό, για την τέχνη, για την ομορφιά, για τον τόπο του· πόση αγάπη έμπρακτη και αγώνα μαζί, κι ατέλειωτο κόπο – ας θυμίσουμε την ίδρυση της ολοζώντανης Στέγης Μελέτης και Πολιτισμού στη Χώρα της Μυκόνου. Φίλος με κεφαλαίο το Φ. Ψυχή μικρού παιδιού, και καλοσύνη, απέραντη καλοσύνη. Μάστορας της γλώσσας, της γλώσσας που θαρρείς ο άνεμος τη λαλεί στη Μύκονο μέσα από το στόμα των παλιών μα και των τωρινών που ξέρουν από το είναι τους ν’ αγαπούνε. Ο Παναγιώτης Κουσαθανάς*. Πολλά τα πονήματα και τα έργα του**. Και πόσο καλοδουλεμένα και φροντισμένα. Όλα.

Τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη κυκλοφόρησε το καινούργιο του βιβλίο, η μυθ-ιστορία  «Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα», από τις εκδόσεις «Ίνδικτος». Στις 470 μεγάλου σχήματος σελίδες του, δεν βρίσκει κανείς τίποτε το ασύνταχτο. Γιατί ο τίτλος αυτός; Ποιος ξέρει μέσα στην ψυχούλα του Παναγιώτη Κουσαθανά τι άλλα όνειρα -πουλιά παράξενα- φωλιάζουν και σεμνά μας προειδοποιεί;

Είναι αδύνατον να παραθέσω αποσπάσματα απ’ το βιβλίο. Δεν μπορεί να κορφολογηθεί. Μόνο να μοιραστώ τι ένοιωσα: Ένα άλλοτε τρυφερό, άλλοτε παιχνιδιάρικο ή ερευνητικό παραμιλητό, τραγουδιστό πολλές φορές, ζωγραφιστό, κυματιστό, ερωτικό, θυμωμένο που και που, έντονα μουσικό. Πλούσιο. Γενναιόδωρο σαν τον ίδιο. Και ανάλογα τον τρόπο που παραμιλά, έρχονται κόσμοι και απλώνονται στην καρδιά κι από εκεί σε όλες τις αισθήσεις.

Μέσα από τις χιλιάδες των χιλιάδων λέξεις, τις απαλλαγμένες από κόμματα, τελείες και άλλα σημάδια στίξης, τις έξοχα ωστόσο στολισμένες με τα πνεύματα και τους τόνους τους, τις γραμμένες με την ορθογραφία που υπαινίσσεται σοφά την ερμηνεία τους, και χωρίς καμμία περιγραφή, βάζει τον αναγνώστη σε κόσμους πυκνής κι αισθαντικής λεπτομέρειας. Και πώς, αφού δεν περιγράφει; Κρατάει σφιχτά την ουσία που σφυρίζει κι αυτή σαν τον άνεμο του Αιγαίου και αγκαλιάζει πέρα ώς πέρα την ψυχή. Αυτό πετυχαίνει. Ίσως σε βιβλίο δεν το έχω συναντήσει ποτέ έτσι. Μόνο σε ταινίες υψηλού εικαστικού επιπέδου. Κι εκείνες πάλι έχουν την αβάντα της εικόνας που περιγράφει λιτά και που χρειάστηκε κόπος πολύς γι’ αυτήν τη λιτότητα.

«Αρχείο μετεωρολογικών, αισθηματικών και λοιπών συμβάντων», χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Παναγιώτης Κουσαθανάς τη μυθ-ιστορία του. Παραθέτω ατόφιο το «δελτίο τύπου» που ο ίδιος υπογράφει, τις ιδιαίτερες συστάσεις του βιβλίου θα έλεγα, που, ναι, για όποιον -«όγοιον», μυκονιστί- δεν έχει προηγούμενη επαφή με γραπτό του Παναγιώτη, είναι απαραίτητες:
Υφασμένη με μαβί στημόνι σε είκοσι τέσσερα κεφάλαια η μυθ-ιστορία Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα προσπαθεί να συντάξει τα ανείπωτα ή χιλιοειπωμένα της ζωής και της γραφής, καθώς και τον ελεγειακό επίλογο του χρονικού ενός τόπου και των ανθρώπων του, χρονικού που είχε γραφτεί μισόν αιώνα πριν (1965) με ανεπανάληπτο και προφητικό τρόπο από τη συμπατριώτισσα του γράφοντος Μέλπω Αξιώτη στη «διήγησή» της Το σπίτι μου, μιαν ακένωτη λογοτεχνική πηγή, έναν λογοτεχνικό άμα τε και ιστορικογεωγραφικό πορτολάνο για το περίβλεπτο νησί της Μυκόνου.
Ενδόμυχοι εξορκισμοί για την αλαλία ή τη φλυαρία, ρεμέντια για τη νόσο, για τα δαγκώματα των σκύλων, αλλά και τις δαγκωνιές της ζωής, μινυρίσματα επωδών και κατάδεσμων για το κακό και την κακία, πεισματικά και αθυρόστομα λειανοτράγουδα δρασκελούν τους αιώνες αψηφώντας τη σκόνη τους και φτάνουν ώς εμάς· ονείρατα, ενοράσεις κι εφιάλτες, καθημερινά ρεαλιστικά συμβάντα, μετεωρολογικά φαινόμενα, μια τραγική ιστορία «έρωντα» κι άλλη μια περήφανης κι ασυμβίβαστης φιλοτιμίας μεταξύ δύο φίλων, ενός φτωχού κι ενός πλούσιου, που αναμετρούν τις ψυχικές και σωματικές αντοχές τους ξιφουλκώντας πάνω στην ανεξαγόραστη φιλία τους, μια ακέφαλη μούμια, δυο αδελφές, η Δόμνα, ερασιτέχνις μετεωρολόγος, και η Αριέττα, ερασιτέχνις πριμαντόνα του λυρικού θεάτρου, ξεπεσμένα παλιά αρχοντοσόγια εμπόρων, καραβοκύρηδων και γραμματισμένων αστών μαθημένα στα μεγαλεία και στην εκμετάλλευση, που δεν βλέπουν με καλό μάτι τις καταιγιστικές αλλαγές στο νησί της νέας εποχής· παραχαραγμένοι άνθρωποι σ’ ένα παραχαραγμένο σήμερα τοπίο μνημειωμένο στα 1932 σε κάποιες μισοτελειωμένες ξυλογραφίες του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού· ασήμαντες και σημαντικές ιστορικές και περιηγητικές πληροφορίες, που μας έχουν παραδοθεί με ψιλά γράμματα ή έχουν φτάσει ως ψίθυροι στ’ αφτιά μας μεταξύ παραμυθιού και πραγματικότητας, οι αλμυροί αγέρηδες που τρικυμίζουν το μυαλό κάθε συγγραφέα σκορπίζοντας ασύνταχτες τις λέξεις, και στο μέσον του βιβλίου ένα «ιντερμέδιο», μια παρέκβαση, ανάπαυλα και περιδιάβαση για τον αναγνώστη, με καταλόγους από τερπνές ευωδίες, γεύσεις, αγγίγματα, ακροάσεις, αναγνώσεις και θεάματα, καταλόγους-ύμνους στις πέντε αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένης και της λεγόμενης «έκτης») και στις χαρές της ζωής. Ο παραπεμπτικός διακειμενικός διάλογος του συγγραφέα, κυρίως με περιηγητικά κείμενα διαφόρων περιόδων της ιστορίας του νησιού ‒«όταν καθόμαστε στο τραπέζι να γράψομε δεν γράφομε ποτέ μόνοι»‒, δεν αποβλέπει σε διακόσμηση ή σε παραγιόμισμα, αλλά στοχεύει στην κατανόηση και την ερμηνεία των συμβάντων, των καταστάσεων και των χαρακτήρων, που συναποτελούν την «ψυχή του τόπου». Μαζί ψηφίδες ή πινελιές της προσωπικής μυθολογίας του συγγραφέα συμπληρώνουν το ψηφιδωτό ή τον πίνακα αυτού του «αρχείου των συμβάντων» όπου όλα γίνονται το εφαλτήριο της γραφής για συνειρμούς και σκέψεις, φορτισμένες συναισθηματικά κρίσεις κι επικρίσεις για το παρόν και οιωνίσματα για το μέλλον, μια στοχαστική αφήγηση, μια δημιουργική, διαπορούσα στρέβλωση, συγχρόνως όμως και διαφωτιστική διασαφήνιση από λοξούς κι απροσδόκητους δρόμους μέσα και κάτω από το μαβί του Βουνού του Τσυκνιά και του Όρους της Ζωής. Κατά τον προσφιλή στον συγγραφέα τρόπο, συνηθισμένα πράγματα εστιάζονται και φωτίζονται από ασυνήθιστες οπτικές γωνίες, και στη συνέχεια προεκτείνονται καλειδοσκοπικά αποκτώντας μιαν απροσδόκητη, σύγχρονη προοπτική. Έρχονται έτσι στο φως ή τεχνηέντως αποκρύπτονται κατά την κρίση και την επιλογή του γράφοντος όψεις και πλευρές της ζωής, της γραφής και της «τρυπωμένης ψυχής του τόπου» (και του κόσμου), που ο αναγνώστης καλείται συμμετέχοντας να τις εντοπίσει και να εξιχνιάσει τα κρησφύγετά τους ή τουλάχιστον να τις στοχαστεί.
Χάρη στην οικονομία του αργαλειού του γενέθλιου τοπικού ιδιώματος, όπου ύφαναν τα φτερωτά λόγια τους γενιές και γενιές ανθρώπων, μαζί κι η Μέλπω Αξιώτη, και στου οποίου τα μυστικά μαθήτεψε κι ο Παναγιώτης Κουσαθανάς από τα γεννοφάσκια του, χάρη στη γονιμοποιό και γενεσιουργό, ρητή ή υπόρρητη, παρουσία της μουσικής και της λαϊκής μούσας, αλλά και χάρη στη συνέργεια των προδρόμων ή των συγχρόνων συγγραφέων, με τους οποίους ο γράφων αρέσκεται να συνδιαλέγεται, επαναδιατυπώνονται δημιουργικά, οικεία και κουβεντιαστά αποκτώντας νέα, ιδιάζουσα βαρύτητα όσα έχουν χιλιοειπωθεί και απολεπίζονται ή εξοβελίζονται όσα νεκρά σωρεύει η συνήθεια στον Λόγο και στη Γραφή. Δεν θα απείχε από την αλήθεια αν κανείς ισχυριζόταν ότι και σ’ αυτή τη μυθ-ιστορία, ιδιαιτέρως σ’ αυτήν, ο Π. Κ. αποτολμά έναν συγκρητισμό των τεσσάρων συγγραφικών «ιδιοτήτων» του, του ποιητή, του πεζογράφου, του μελετητή της ιστορίας και του πολιτισμού του γενέθλιου τόπου, και, τέλος, του εραστή της Μουσικής, που από τη φύση της αναπότρεπτα βηματίζει και συνοδοιπορεί ρυθμικά με την Ποίηση και τον Χρόνο – ιδιοτήτων εξάπαντος αυθαιρέτων και χωρίς στεγανά, αφού θα μπορούσαν και οι τέσσερεις αυτές ιδιότητες να συγκερασθούν σ’ ένα και μόνο είδος γραφής «μιχτό αλλά νόμιμο», ένα είδος λογοτεχνικού, ιστορικού και μουσικού αρχείου, ένα ερμάρι ακριβών αισθημάτων, που προσπαθούν ν’ αγγίξουν άλλοτε με σοβαρότητα κι άλλοτε παιγνιωδώς τις ρίζες του τόπου, τις ρίζες της ψυχής των αθρώπων.
Τελος, όπως θα διαπιστωθεί κατά την ανάγνωση του βιβλίου, ο γράφων αποβλέπει και πάλι στο να προκαλέσει την εργώδη και καρποφόρα συμμετοχή του αναγνώστη και ως συγ-γραφέα. «Αν τον παρακινήσω να διαβάσει όχι μόνο όσα βρίσκονται στις αράδες, αλλά κι εκείνα που θα μπορούσαν να υπάρχουν ανάμεσό τους», σημειώνεται κάπου μέσα στο βιβλίο για τα συμφραζόμενα ή υπαινισσόμενα της γραφής και της ζωής, με άλλα λόγια για το περίφημο «εκφώνημα» του M. Bakhtin, «τότε η διήγησή μου είναι μια καλή διήγηση κι έχει πετύχει τον σκοπό που έχουν όλες οι μυθ-ιστορίες και τα παραμύθια: να ψυχ-αγωγήσουν, να παρηγορήσουν και να θυμίσουν τα χρειαζούμενα στη ζωή, αυτά που συχνά ο άνθρωπος με ελαφρότητα περιφρονεί και ταπεινώνει».
Παναγιώτης Κουσαθανάς

Θα ήταν παράλειψη να μην επαινεθεί η ταιριαστή ακουαρέλα της Μαργαρίτας Μπακοπούλου που κοσμεί το εξώφυλλο, η αναπαραγωγή του έξοχου χαρακτικού του Γιάννη Κεφαλληνού στην προμετωπίδα, καθώς και η αισθητική και τυπογραφική αρτιότητα της έκδοσης.
* Ο Παναγιώτης Κουσαθανάς (Μύκονος, 1945) σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση επί μία εικοσαετία. Είναι ποιητής, πεζογράφος και μελετητής. Έχει εκδώσει 27 βιβλία. και έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη (1980) και δυο Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας (Χρονικού-Μαρτυρίας το 2003 & Διηγήματος το 2010). Το 2011 του απενεμήθη το Χρυσό Μετάλλιο του Δήμου Μυκόνου και το 2014 το Χαλκό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών «για το σύνολο του ερευνητικού και συγγραφικού έργου του και την εν γένει προσφορά του στην πνευματική πρόοδο και πολιτισμική προβολή του γενέθλιου τόπου του». Πρόσφατα βιβλία του: «Τα ποιήματα και τέσσερεις αναπλάσεις» (2011), «Αξιοσημείωτες συναντήσεις» (2011) και «Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα» (2016, και τα τρία από τις Εκδόσεις Ίνδικτος). Αυτή τη στιγμή ετοιμάζει τους υπό έκδοση έξι τελευταίους τόμους (Γ΄-Η΄) από τα «Παραμιλητά, Κείμενα για τον πολιτισμό και την ιστορία της Μυκόνου», μια βελτιωμένη-συμπληρωμένη β΄ έκδοση τού από ετών εξαντλημένου «Χρηστικού Λεξικού του Ιδιώματος της Μυκόνου» και μια σειρά με διηγήματα με τον τίτλο «Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του».
** Εργογραφία Παναγιώτη Κουσαθανά

ΠΟΙΗΣΗ

«Συρραφή ονείρων», 1980 (Βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη) / «Ακαριαία», 1985 / «Ο Άρχοντας του Μεγάλου Δόκανου», 1986 / «Το μενεξεδί της Ποιήσεως», 1991 / «Ο Αντιχνούμενος», Οι Εκδόσεις των Φίλων 1994 / «Τα ποιήματα και τέσσερεις αναπλάσεις» (συγκεντρωτική έκδοση των πέντε ποιητικών συλλογών του Π. Κ. με μετάφραση του «Αντιχνούμενου» στα Aγγλικά από τον David Connolly), Ίνδικτος 2011

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

«Το ρόδο της φωτιάς», 1985 / «Η κουνιστή πολυθρόνα και άλλες ιστορίες», Νεφέλη 1996 / «Είναι και πράματα βουβά», Νεφέλη 1999 / «Η Ξυλόκατα και άλλες παγίδες», Νεφέλη 2004 / «Το κουρτινάκι της καρδιάς» (Παραμύθι για όλες τις εποχές, όλους τους τόπους κι όλες (σχεδόν) τις ηλικίες), Ίνδικτος 2005 / «Μικρό τρίπτυχο του νόστου», Ίνδικτος 2006 / «Λοξές ιστορίες που τελειώνουν με ερωτηματικό» (Μυθ-ιστορίες για τα ολέθρια επακόλουθα του Χρόνου), Ίνδικτος 2009 (Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Διηγήματος) / «Μυζήθρα, Ζυμήθρα» (Ένα αληθινό παραμύθι), Κ.Δ.Ε.Π.Α.Μ. & Εκδόσεις Στεφανίδη 2010 / «Αξιοσημείωτες συναντήσεις» (Μυθ-ιστορίες για σημαδιακά συναπαντήματα), Ίνδικτος 2011 / «Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα» (Αρχείο μετεωρολογικών, αισθηματικών και λοιπών συμβάντων), Ίνδικτος 2016

ΕΠΙΜΕΛΕΙΕΣ – ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΜΥΚΟΝΟΥ

«Όρτσ’ αλά μπάντα!», Δήμος Μυκονίων 1986α, Ίνδικτος και Δήμος Μυκόνου 2002β / «Ένας Λόρδος στη Μύκονο και στις Δήλες το 1749, An Irish Lord in Mykonos, Delos and Rhenea in the year 1749», 1989α, 1991β / «Δήλος, Άνοιξη του 1991 μ.Χ., Delos, Spring 1991 A.D., A Photographic Itinerary», Δήμος Μυκονίων 1991 / «Ποιήματα και ρίμες του Πανάγου Αξιώτη», Η Μυκονιάτικη 1993 / «Χρηστικό Λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου», Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1996 / «Γράμματα στη Μέλπω», Η Μυκονιάτικη 1997 / «Ενθύμιον Μυκόνου – Σχόλια σε φωτογραφίες (1885-1985)», Τόμοι Α΄ & Β΄, «Mykonos (1885-1985), A Photographic Memento», Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1998 / «Παραμιλητά, Κείμενα για τον πολιτισμό και την ιστορία της Μυκόνου», Σειρές Α΄ & Β΄, Ίνδικτος 2002 (Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας) / «Λουδοβίκου Ρουσέλ, Παραμύθια της Μυκόνου», Ίνδικτος και Δήμος Μυκόνου 2007

ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ

«Παραμιλητά Γ΄, Κείμενα για τον πολιτισμό και την ιστορία της Μυκόνου (Λαογραφικά και Γλωσσολογικά)» / «Παραμιλητά Δ΄ (Άγνωστες και γνωστές σελίδες περιηγητών για τη Μύκονο και τις Δήλες ανά τους αιώνες – Επιστολές & μαρτυρίες ξενιτεμένων)» / «Παραμιλητά Ε΄ (Αρχιτεκτονικά, περιβαλλοντικά, αρχαιολογικά και θρηνώδη περιστασιακά για τον τόπο δημοσιεύματα – Παλιές ιστορίες και φυσιογνωμίες του νησιού)» / «Παραμιλητά ΣΤ΄ (Πνευματικές κι άλλες μορφές του νησιού – Βιβλία, βραβεία, επέτειοι κι επιστολές)» / «Παραμιλητά Ζ΄ (Ιστορία και ιστορίες – Δυο πολυφαμελιές και κάποιες φυσιογνωμίες του νησιού – Χλωρίς της Μυκόνου – Βιβλιοκρισίες)» / «Παραμιλητά Η΄ (Θεματικός Βιβλιογραφικός Οδηγός για τη Μύκονο)» / «Χρηστικό Λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου» (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη) / «Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του» (Διηγήματα)

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. … πλάι μου καθώς το χω, σχεδόν έτοιμη να το ξεκινήσω, αυτό το σημείωμα μου δίνει μια δυνατή σπρωξιά να τελειώσω με ότι διαβάζω τώρα… Ευχαριστούμε Φωτεινή! Δε μπορώ να μην επαναλάβω μια πρόταση – αλλά τι πρόταση! – από το δελτίο τύπου: […]» Ενδόμυχοι εξορκισμοί για την αλαλία ή τη φλυαρία, ρεμέντια για τη νόσο, για τα δαγκώματα των σκύλων, αλλά και τις δαγκωνιές της ζωής, μινυρίσματα επωδών και κατάδεσμων για το κακό και την κακία, πεισματικά και αθυρόστομα λειανοτράγουδα δρασκελούν τους αιώνες αψηφώντας τη σκόνη τους και φτάνουν ώς εμάς· ονείρατα, ενοράσεις κι εφιάλτες, καθημερινά ρεαλιστικά συμβάντα, μετεωρολογικά φαινόμενα, μια τραγική ιστορία «έρωντα» κι άλλη μια περήφανης κι ασυμβίβαστης φιλοτιμίας μεταξύ δύο φίλων, ενός φτωχού κι ενός πλούσιου, που αναμετρούν τις ψυχικές και σωματικές αντοχές τους ξιφουλκώντας πάνω στην ανεξαγόραστη φιλία τους, μια ακέφαλη μούμια, δυο αδελφές, η Δόμνα, ερασιτέχνις μετεωρολόγος, και η Αριέττα, ερασιτέχνις πριμαντόνα του λυρικού θεάτρου, ξεπεσμένα παλιά αρχοντοσόγια εμπόρων, καραβοκύρηδων και γραμματισμένων αστών μαθημένα στα μεγαλεία και στην εκμετάλλευση, που δεν βλέπουν με καλό μάτι τις καταιγιστικές αλλαγές στο νησί της νέας εποχής· παραχαραγμένοι άνθρωποι σ’ ένα παραχαραγμένο σήμερα τοπίο μνημειωμένο στα 1932 σε κάποιες μισοτελειωμένες ξυλογραφίες του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού· » […]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here