Αρχική Παρεμβάσεις Ο κινούμενος κατακλυσμός

Ο κινούμενος κατακλυσμός

Του Πωλ Κρούγκμαν

The New York Times

ΦΩΤΟ: ΙΝ ΤΙΜΕ (Γ. ΛΙΑΚΟΣ)

Τι προκάλεσε τον χρηματιστηριακό πανικό της προηγούμενης εβδομάδας; Τι σημαίνει αυτό για το μέλλον; Κανείς δεν γνωρίζει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ενώ και η θέση μας σε ό,τι αφορά το δεύτερο δεν είναι και πολύ καλύτερη.

Οι προσπάθειες να εξηγήσει κανείς την καθημερινή πορεία των χρηματιστηρίων είναι συνήθως καταδικασμένες: μια έρευνα για το κραχ του 1987 δεν κατέληξε σε κανένα συμπέρασμα, όπως οι συνηθισμένες εκλογικεύσεις που προσφέρουν οι οικονομολόγοι και οι δημοσιογράφοι. Οι άνθρωποι πουλούσαν τις μετοχές τους απλώς και μόνο επειδή οι τιμές έπεφταν. Και το χρηματιστήριο αποτελεί έναν φριχτό οδηγό για το μέλλον της οικονομίας: ο Πολ Σάμιουελσον σχολίασε κάποτε ότι οι αγορές προέβλεψαν τις… εννέα από τις τελευταίες πέντε κρίσεις, χωρίς αυτό να αλλάξει το παραμικρό.

Παρ’ όλα αυτά, οι επενδυτές είναι εμφανώς νευρικοί. Και έχουν κάθε λόγο να είναι. Μπορεί τα οικονομικά νέα να είναι καλά, αλλά όχι σπουδαία το τελευταίο διάστημα στις ΗΠΑ, όμως ο κόσμος στο σύνολό του φαίνεται ιδιαίτερα επιρρεπής στα ατυχήματα. Εδώ και επτά χρόνια ζούμε σε μια παγκόσμια οικονομία που παραπαίει από κρίση σε κρίση. Κάθε φορά που μια περιοχή του κόσμου φαίνεται επιτέλους να στέκεται και πάλι στα πόδια της, μιαν άλλη παραπατάει. Και η Αμερική δεν μπορεί να προφυλάξει τον εαυτό της ολοκληρωτικά από αυτά τα παγκόσμια δεινά.

Γιατί όμως η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να παραπατά; Επιφανειακά, όλα δείχνουν ότι συναντήσαμε διάφορες αναπάντεχες αναποδιές. Πρώτα ήρθε η φούσκα της αγοράς ακινήτων και η τραπεζική κρίση που προκάλεσε. Έπειτα, όταν τα χειρότερα έδειχναν να έχουν περάσει, η Ευρώπη μπήκε στην κρίση χρέους και τη διπλή ύφεση. Η Ευρώπη τελικά πέτυχε μια επισφαλή σταθερότητα και άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Τώρα όμως βλέπουμε μεγάλα προβλήματα στην Κίνα και άλλες αναδυόμενες αγορές που μέχρι πρότινος ήταν πανίσχυροι πυλώνες τής οικονομίας.

Δεν πρόκειται όμως για μια σειρά ασύνδετων ατυχημάτων. Αντιθέτως, βλέπουμε αυτό που συμβαίνει όταν πάρα πολλά χρήματα κυνηγούν πολύ λίγες επενδυτικές ευκαιρίες. Πριν από μία δεκαετία, ο Μπεν Μπερνάκε υποστήριξε ότι η διόγκωση του εμπορικού πλεονάσματος των ΗΠΑ ήταν το αποτέλεσμα όχι ενδογενών παραγόντων, αλλά ενός «παγκόσμιου κατακλυσμού αποταμιεύσεων»: έναν τεράστιο πακτωλό αποταμιεύσεων αντί επενδύσεων στην Κίνα και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, κάτι που οφειλόταν εν μέρει στις αντιδράσεις της ασιατικής κρίσης της δεκαετίας του ’90.

Ο Μπερνάκε επισήμανε με κάποια ανησυχία ότι η εισροή κεφαλαίου κατέληγε όχι σε επιχειρηματικές επενδύσεις, αλλά σε αγορές ακινήτων: προφανώς θα έπρεπε να ανησυχεί περισσότερο – και κάποιοι από εμάς το κάναμε. Η διαπίστωσή του πάντως ότι η εκρηκτική ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ οφειλόταν εν μέρει στην αδυναμία των ξένων οικονομιών μοιάζει ακόμη και σήμερα έγκυρη.

Φυσικά, η εκρηκτική ανάπτυξη μετατράπηκε σε φούσκα που τελικά προκάλεσε τρομακτικές ζημιές όταν έσκασε. Και αυτό δεν ήταν το τέλος. Υπήρξε ένας κατακλυσμός κεφαλαίου από τη Γερμανία και άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Και αυτό αποδείχτηκε φούσκα, το σπάσιμο της οποίας την περίοδο 2009 – 2010 αποτέλεσε το προανάκρουσμα της κρίσης του ευρώ.

Ούτε αυτό όμως ήταν το τέλος. Με την Αμερική και την Ευρώπη να μην αποτελούν πια ελκυστικούς προορισμούς, ο παγκόσμιος κατακλυσμός χρήματος άρχισε να αναζητεί άλλες φούσκες για να διογκώσει. Τις βρήκε στις αναδυόμενες αγορές, στέλνοντας νομίσματα όπως το βραζιλιάνικο ρεάλ σε ύψη στα οποία δεν μπορούσαν να διατηρηθούν. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να διαρκέσει και σήμερα βρισκόμαστε στο μέσο μιας κρίσης των αναδυόμενων αγορών που θυμίζει σε μερικούς αναλυτές την κρίση της δεκαετίας του ’90. Ας θυμηθούμε από πού άρχισαν όλα.

Οπότε πού θα στραφεί τώρα ο κατακλυσμός; Μα φυσικά πίσω στην Αμερική. Εκεί όπου οι πρόσφατες εισροές ξένων κεφαλαίων οδήγησαν το δολάριο σε ψηλά επίπεδα, απειλώντας για ακόμη μια φορά την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας μας. Τι προκαλεί αυτόν τον παγκόσμιο κατακλυσμό; Πιθανότατα μια σειρά παράγοντες. Η αύξηση του πληθυσμού επιβραδύνεται παγκοσμίως και, παρόλο τον ντόρο για τις νέες τεχνολογίες, αυτές δεν φαίνεται να ανεβάζουν ούτε την παραγωγικότητα ούτε τη ζήτηση για επιχειρηματικές επενδύσεις.

Η ιδεολογία της λιτότητας, που οδήγησε σε πρωτοφανείς αδυναμίες στις κρατικές δαπάνες, προστέθηκε στο πρόβλημα. Και ο χαμηλός πληθωρισμός σε όλο τον κόσμο, κάτι που σημαίνει χαμηλά επιτόκια ακόμη και όταν οι οικονομίες αναπτύσσονται, μείωσε το περιθώριο για μείωση των επιτοκίων εκεί που οι οικονομίες συρρικνώνονται.

Όποιο κι αν είναι το ακριβές μείγμα των αιτιών, αυτό που είναι σήμερα αξιοσημείωτο είναι ότι οι πολιτικοί ηγέτες παίρνουν στα σοβαρά την πιθανότητα -για να μην πω βεβαιότητα- ότι οι υπερβολικές αποταμιεύσεις και οι επίμονες παγκόσμιες αδυναμίες αποτελούν τη νέα πραγματικότητα.

Νομίζω ότι υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη απροθυμία, ακόμη και ανάμεσα στους πιο καταρτισμένους αξιωματούχους, να αποδεχτούν αυτή την πραγματικότητα. Και αυτό οφείλεται κυρίως στα ειδικά συμφέροντα: η Γουόλ Στριτ δεν θέλει να ακούει ότι ένας ασταθής κόσμος απαιτεί σθεναρή χρηματοοικονομική ρύθμιση και οι πολιτικοί που επιθυμούν να σκοτώσουν το κράτος πρόνοιας δεν θέλουν να ακούν ότι οι κρατικές δαπάνες και το χρέος δεν αποτελούν προβλήματα στο σημερινό περιβάλλον.

Υπάρχει όμως ακόμη, πιστεύω, ένα είδος συναισθηματικής προκατάληψης απέναντι στην ίδια την έννοια του παγκόσμιου κατακλυσμού αποταμιεύσεων. Οι πολιτικοί και οι τεχνοκράτες θέλουν να θεωρούν τους εαυτούς τους ως σοβαρούς ανθρώπους που παίρνουν δύσκολες αποφάσεις – αποφάσεις όπως οι περικοπές δημόσιων προγραμμάτων και η αύξηση των επιτοκίων. Δεν τους αρέσει να ακούν ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι υποτιθέμενες αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις στην πραγματικότητα κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Όμως σε έναν τέτοιο κόσμο ζούμε και αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Αναδημοσίευση από Αυγή

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here