Ο Εφιάλτης του ΕΚΕΒΙ και ο Γκάρντιαν!

 

 

 

Του Αλέξανδρου Ασωνίτη,

Συγγραφέα, συντονιστή της σχολής σεμιναρίων: «Ανοιχτή Τέχνη»

 

Θα παρακάμψω την επικαιρότητα με κάτι συντεχνιακό που, φαινομενικά μόνο,  δεν έχει καθοριστικό αντίκτυπο στην  κοινωνία. Πρόκειται για τον επανακάμψαντα εφιάλτη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) που λειτούργησε επί 20 χρόνια, 1994-2014, προκάλεσε σωρεία καταστροφών στην λογοτεχνική κοινότητα (με μεγάλη ευθύνη συγγραφέων, και εκδοτών δευτερευόντως, που αποδέχθηκαν  έναν  κρατικό προϊστάμενο, οι δε συγγραφείς υποβίβασαν εαυτόν στην θέση των μετακλητών υπαλλήλων) και κατασπατάλησε εκατομμύρια ευρώ, χωρίς  κανένα χειροπιαστό αποτέλεσμα. Με εξαίρεση την βάση δεδομένων της Βιβλιονέτ, που κι αυτό δεν είναι σπουδαίο επίτευγμα, απλή ηλεκτρονική ταξινόμηση είναι, στον αιώνα της πληροφορικής.  Σκεφθείτε όμως, για αντιστάθμισμα, τα  όσα χρήματα κόστισε το ΕΚΕΒΙ να είχαν διατεθεί σε υποδομές ή σε συμμετοχή/χρηματοδότηση για μετάφραση ελλήνων συγγραφέων και ποιητών, στρατηγική που ακολουθούν  πολλές χώρες αλλά όχι η δική μας, αν και θεωρούνται τα ελληνικά  «μικρή»  -σικ- γλώσσα.

Το ΕΚΕΒΙ έκλεισε ευτυχώς πρόπερσι με απόφαση του νεοδημοκράτη υπουργού πολιτισμού Τζαβάρα -έχουν κι οι δεξιοί τις εκλάμψεις τους, μία-δύο ανά χιλιετία- και μας το ξαναθύμισε ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας των συντακτών.

Πριν απ’ όλα, πρέπει κάποιος επισήμως να μας πληροφορήσει επιτέλους  πόσα χρήματα κόστισε το ΕΚΕΒΙ στον ελληνικό λαό. Και για να κατανοηθεί η λειτουργία του,  αρκεί το ακόλουθο γεγονός επί διευθύνσεως Χρ. Λάζου, τέλη δεκαετίας ’90 και αρχές αυτής του 2000: Το ΕΚΕΒΙ λοιπόν έδωσε, χωρίς να μας  ρωτήσει και ενημερώσει, και χωρίς να το εξουσιοδοτήσουμε, τα στοιχεία μας, τα στοιχεία όλων των συγγραφέων, στην εταιρεία «Μέτρον ανάλυσις» το 2001, κι αυτή  μας έστειλε, Μάιο-Ιούνιο, ένα ερωτηματολόγιο από ογδόντα (!!!) ερωτήσεις. Μεταξύ των οποίων: τι βιβλία διαβάζαμε μικροί, τι βιβλία διάβαζε ο πατέρας μας, αν είχαμε βιβλιοθήκη σπίτι μας, αν είμαστε ικανοποιημένοι απ’ την καρριέρα μας, αν δίνουμε αρκετές συνεντεύξεις κι αν θέλουμε να δώσουμε περισσότερες, αν θέλουμε να κάνουμε καριέρρα στο εξωτερικό κλπ. κλπ.

Πολλοί απέδωσαν το προσβλητικό, χυδαίο αλλά και εύγλωττο αυτό ερωτηματολόγιο σε μια απόπειρα να εντοπίσουν τυχόν συγγραφείς που συνδέονταν με την 17 Νοέμβρη,  ήταν η εποχή της ανοιχτής παλάμης καιτου «ως εδώ», συνθήματα  που υιοθέτησαν, για δικούς τους λόγους, σωρεία εκσυχρονιστών που διακρίθηκαν μετά στον εθνομηδενισμό και κατέλαβαν και κυβερνητικές θέσεις.

Δεν απάντησα φυσικά στο ερωτηματολόγιο, μου το ξαναστείλανε τρεις μήνες αργότερα, δεν απάντησα πάλι, και μου τηλεφώνησαν από την μέτρον ανάλυσις να μου ζητήσουν τον λόγο την ώρα ακριβώς, δεν αστειεύομαι, που γίνονταν οι επιθέσεις του Μπιν Λάντεν στους Πύργους!         

Έχει την καλωσύνη ο κ.  Λάζος, που μετά το ΕΚΕΒΙ διορίσθηκε στην Καλών Τεχνών,  να μας θυμίσει τις υπόλοιπες ερωτήσεις ή  η μέτρον ανάλυσις ή οι συντάκτες  που  ξέθαψαν το δυσώδες κουφάρι του ΕΚΕΒΙ και το  έφεραν ως πρότυπο! Παρουσιάζοντας δήθεν τον χώρο μας να θλίβεται για την κατάργησή του κι εμφανίζοντας «έναν εκδότη μεγάλης ηλικίας», που δεν κατανομάζεται, να επιδεικνύει την ψευτοθυμοσοφία του  λέγοντας: «Τι τα θέλετε τα βιβλία; Το κουτόχορτο που σας ταΐζουμε δεν είναι αρκετό;» εννοώντας σαν κουτόχορτο την κατάργηση του ΕΚΕΒ που δρούσε και παραγόντιζε ως πνευματέμπορος. Κυβερνήσεις διόριζαν διευθυντές/ριες και οι διευθυντές/ριες διάλεγαν συγγραφείς κι έκαναν ό,τι ήθελαν σε έναν κρατικό θεσμό που λειτουργούσε χωρίς καταστατικό.

Όμως όσα γράφω είναι λάθος και εμπαθή και απολογούμαι και ξαναζητάω: επίσημα συγκεκριμένα στοιχεία για τα χρήματα στο ΕΚΕΒΙ και την ακριβή διάθεσή τους. Να δούμε ποιοι και γιατί το θρηνούν με, εγείροντα πάσης φύσεως υποψίες, δάκρυα που εμφαίνουν ό,τι μοχθούν να καλύψουν.

Ότι το ΕΚΕΒΙ προσπάθησε να τιθασεύσει συγγραφείς και βιβλία, γιατί τα  βιβλία  έχουν πολλαπλάσια εμβέλεια απ’ τις πωλήσεις τους. Είναι ένα δημιούργημα που ίσως δεν το έχει άμεση ανάγκη κανείς,  αλλά δεν παλιώνει ούτε πεθαίνει ποτέ. Το βιβλίο, η λογοτεχνία, η σκέψη, οι ιδέες είναι αθάνατες, και ως αθάνατες διατρέχουν τον χρόνο και την αιωνιότητα, γι’ αυτό και καίνε ή απαγορεύουν τα βιβλία όλοι οι φασισμοί απ’ τον Κωνσταντίνο  ως την Κρουσπάγια Λένιν, το Βατικανό, το Πατριαρχείο, τον Χίτλερ και τον Κιμ.

Γιατί ο μέγας και απέθαντος τρόμος κάθε απολυταρχίας και ολοκληρωτισμού είναι η σκέψη και η έκφρασή της. Αλλά η σύλληψη μιας σκέψης ισοδυναμεί με την διατύπωσή της, άσχετως αν δημοσιοποιηθεί ή όχι. Η σκέψη είναι το νήμα που ενώνει και κινεί την ανθρώποτητα στον ασίγαστο πόλεμο περί την κοσμοθεωρία που θα επικρατήσει στην γη και που,  με την σειρά της, κινεί και καθορίζει τα νήματα της εκάστοτε επικαιρότητας. Αυτά, λοιπόν, και πολλά άλλα συμβολίζει το κάθε βιβλίο.

 

Στην  ίδια εφημερίδα, στις πολιτιστικές σελίδες πάλι, διαβάζουμε για ένα ακόμα ανόητο, κακεντρεχές και κυρίως ανακριβές αλλά χρήσιμο άρθρο του «Γκάρντιαν» που δείχνει πώς διαστρεβλώνουν την πραγματκότητα οι ευρωπαίοι,  με τους οποίοις δεν έχουμε καμμία απολύτως σχέση,  ευτυχώς. Αλλοιώς θα καταντούσαμε σαν την Αυστρία, την Ουγγαρία, Γερμανία, Αγγλία κλπ. Ένας, λοιπόν, γνωστός εγγλέζος δημοσιογράφος, ονόματι Τζόναθαν Τζόουνς  υπογράφει  άρθρο με τίτλο: «Χωρίς την γενναιοδωρία της Ευρώπης, τα ελληνικά μουσεία θα ήταν  μια αρχαία ιστορία» (!!!!) Το αντίθετο είναι βέβαια η ιστορική πραγματικότητα: Αν δεν κατάκλεβαν την  Ελλάδα (πρωτίστως),  την Ρώμη, την Μεσοποταμία, την Αίγυπτο και την Νότια Αμερική, μόνο τα κρανία των εκατομμυρίων θυμάτων τους θα εξέθεταν στα ευρωπαϊκά εκθετήρια κλοπιμαίων (γράφω την ορθή ονομασία τους ήδη από το 2002, απ’ το  μυθιστόρημά μου «Λάλον Ύδωρ», εκδ. Πατάκης), με κλεμμένους θησαυρούς από όλες τις ηπείρους, πλην της στερούμενης πολιτισμού προχιστιανικής Ευρώπης.

Κατά τον εγγλέζο αρθογράφο λοιπόν, που συγκινήθηκε απ’ την φτώχεια  μας και τον εκθειάζει η εγχώρια εφημερίδα (που βρίσκει την ευκαιρία να ανακατέψει  αναίτια και τα σενάρια περί δραχμής για να λοιδορήσει την ΛΑΕ),  χωρίς την ΕΕ, λοιπόν, δεν θα είχαμε μουσεία, ούτε καν αυτό της Ακρόπολης (κόστισε 38 εκατομμύρια ευρώ) που χτίστηκε με βοήθεια (πόση;) απ’ την ΕΕ και έχει και μια ωραία καφετέρια (το μουσείο), κατά τον διακεκριμένο συντάκτη με την μεγάλη επιρροή.

Το να του θυμίσουμε τον  Κυριάκο Πιττάκη, τον  Ανδρούτσο, τον Μακρυγιάννη, την Μελίνα ή να του θυμίσουμε πόσα μουσεία είχαμε πριν την ΕΕ είναι περιττό. Ολ’ αυτά όμως περνάνε ασχολίαστα από την εγχώρια εφημερίδα που βρίσκει την μιλιά της για να τον ειρωνευθεί, όταν ο εγγλέζος γράφει πως «Ευρώπη πως χωρίς Φινλανδία νοείται, Ευρώπη χωρίς  Ελλάδα είναι οξύμωρο». Ποιος ξέρει γιατί ενοχλήθηκε απ’ το πασιφανούς  ακρίβειας σχόλιο, που εντάσσεται στην στρατηγική μαστίγιου-καρότου των συμπλεγματικών Ευρωπαίων απέναντί μας.

 

Αλλά αυτός ο Τζόουνς είναι χρυσωρυχείο σωστό. Ανακατεύει και τον ναό της Αφαίας στην Αίγινα και γράφει ότι οι Γερμανοί βρίσκονται στο στόχαστρο των Ελληνων λόγω των Μνημονίων που ξεχνάνε, οι αχάριστοι, την βοήθεια που πρόσφεραν οι Γερμανοί σε περιπτώσεις όπως της Αφαίας, που χρηματοδότησαν τις ανασκαφές κλπ.

Και η καλή εγχώρια εφημερίδα λησμονεί και  δεν γράφει ούτε για την Κατοχή ούτε ότι την Αφαία την κατάκλεψαν οι Γερμανοί (όπως είχα γράψει και στην Ελευθερυτυπία, όλες οι κλοπές των αρχαιοτήτων μας γίνονται  μεταξύ 1800 και 1821) και τα κλεμμένα εκθέτουν έκτοτε στο Μόναχο, πατρίδα του Χίτλερ, του Στράους και των μαύρων σερίφηδών του, όπως ονομαζόταν η νεοχιτλερική νεολαία του τα τέλη του ‘70.

Οι Γερμανοί  έκλεψαν και τον περίφημο βωμό του Διός από την Πέργαμο και χιλιάδες άλλα που, αν είχαμε δράμι μυαλό, θα ‘χαμε απαιτήσει και πάρει μετά τον Β’ Π. Π. Αλλά τα κόμματά μας αιματοκύλησαν, μαζί με τον Τσώρτσιλ, την Ελλάδα και τον  λαό, γιατί διαφωνούσαν για τους  προστάτες μας. «Καλίτερα ψωμοζητούντες παρά προστάτας να ΄χωμεν», έγραφε ο Κάλβος. Οι μεν ήθελαν τον Τρούμαν και τον Τσώρτσιλ, οι δε τον Στάλιν. Δεν χρειάζονται άλλες αποδείξεις για την κατάντια,  την αθλιότητα, την ανοησία μας.

Τέλος, στο βιβλίο του Κάρλ Χάνς Ροτ  «Γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις – Η Ελλάδα μπορεί»,  εκδ. Λιβάνη, διαβάζουμε πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, όπως:

      «Η ισχυρή ελίτ της Γερμανίας … αντιμετωπίζει  τις τάσεις εξιλέωσης ως ένα «εξωτικό» περιθωριακό φαινόμενο που δεν επηρεάζει την ατζέντα της. Η συνακόλουθη αποποίηση οποιασδήποτε ιστορικής ευθύνης φαίνεται να την έχει οδηγήσει σε ένα κατάφωρο σύμπλεγμα όσον αφορά την Ελλάδα. Φαίνεται  να έχει ξεχάσει ότι οι δυνάμεις κατοχής κατέρρευσαν πολύ σύντομα και κατέστρεψαν οικονομικά την Ελλάδα. Και μοιάζει  σαν να μην έχει συγχωρήσει μέχρι σήμερα τον μικρό Νοτιοευρωπαίο εταίρο των Συμμάχων που πρόβαλε τόσο σθεναρή αντίσταση στην Κατοχή.»

Τονίζω την τελευταία πρόταση γιατί όταν τα γράφουμε εμείς (βλ. άρθρο μου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία: «Δυο ξένοι στην ζώνη του ευρώ»)  θεωρούνται παρακινδυνευμένα. Το ίδιο και χειρότερο συνέβη κι όταν έγραφα για τις γερμανικές αποζημιώσεις στο «Λάλον Ύδωρ».

Έχει η δειλία μονοπάτια πολλά που όλα ξεκινούν και όλα καταλήγουν στην νοητική και ψυχική αναξιοπρέπεια. Και  στην συνειδητή επιλογή κάποιου να είναι δούλος, γιατί μόνο τότε βρίσκεται σε αρμονία με τον αληθινό εαυτό του.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here