Ο Αλιέντε και ο Καραμεσίνης- 43 χρόνια από το πραξικόπημα του Πινοσέτ και τη δολοφονία του Χιλιανού προέδρου

 

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, μεσούσης της ελληνικής στρατιωτικής δικτατορίας, η διεθνής κοινή γνώμη ξαφνιάστηκε με την αναγγελία του στρατιωτικού πραξικοπήματος στη Χιλή. Εντασσόταν και αυτό στο πλαίσιο του αγώνα κατά της Αριστεράς, αγώνα που είχε επικεφαλής τις ΗΠΑ.

aliente3

Στο κέντρο, ο εκλεγμένος πρόεδρος της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε λίγη ώρα πριν σκοτωθεί από τους πραξικοπηματίεςΣτο πραξικόπημα συμμετείχαν και τα τρία όπλα, Στρατός, Ναυτικό και Αεροπορία, όπως και δυνάμεις της Αστυνομίας, με κύριο στόχο ν’ ανατρέψουν το σοσιαλιστή πρόεδρο της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε και την κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας».

Ο Αλιέντε αρνήθηκε να παραδοθεί, το προεδρικό μέγαρο βομβαρδίστηκε. Ο Χιλιανός πρόεδρος έπεσε μαχόμενος μαζί με τη φρουρά του. Επικεφαλής του πραξικοπήματος ανέλαβε ο αρχηγός Στρατού, που είχε διοριστεί επί Αλιέντε, στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Τα θύματα του πραξικοπήματος υπήρξαν χιλιάδες: νεκροί, εξαφανισθέντες, βασανισθέντες. Αργότερα, η αμερικανική Γερουσία ανέλαβε να διαλευκάνει τον πιθανό ρόλο της ηγεσίας των ΗΠΑ στην εκδήλωση του πραξικοπήματος του 1973 στη Χιλή.

Ο ρόλος της CIA

Η αμερικανική Γερουσία ερευνώντας φώτισε σημαντικές πτυχές της συνωμοτικής δράσης περί την ανατροπή του Αλιέντε.

Το καλοκαίρι του 1966 ο Ρίτσαρντ Χελμς ανέλαβε διευθυντής της CIA και ο Ελληνοαμερικανός Θωμάς (Τομ) Καραμεσίνης προωθήθηκε στη θέση του αναπληρωτή διευθυντή Σχεδίων (DDP). Η νέα θέση του Καραμεσίνη σήμαινε ότι ετίθετο επικεφαλής των μυστικών επιχειρήσεων της CIA σε όλο τον κόσμο.

Η παρουσία του Καραμεσίνη στο πλευρό τού Χελμς συμπίπτει και με την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα. Ο Καραμεσίνης έπαιξε κεντρικό ρόλο και στις αποσταθεροποιητικές και ανατρεπτικές ενέργειες της CIA εναντίον του Χιλιανού προέδρου Αλιέντε (ή Αγιέντε).

Ο Ρίτσαρντ Νίξον, μετά την παραίτησή του από τη θέση του προέδρου των ΗΠΑ, το 1974, απαντώντας σε γραπτά ερωτήματα της Ειδικής Επιτροπής της αμερικανικής Γερουσίας για τις υπηρεσίες Πληροφοριών, υποστήριξε πως δεν γνώριζε ότι «η CIA έδινε αυτόματα όπλα ή άλλο υλικό στους Χιλιανούς αξιωματικούς, γνωστούς στη CIA ότι σχεδιάζουν απόπειρα πραξικοπήματος».

Αντίθετα «όλοι οι επίσημοι της CIA δήλωσαν», ενώπιον της Επιτροπής, «ότι ερμήνευσαν την εντολή του προέδρου Νίξον στις 15 Σεπτεμβρίου (1970) ως μία κατευθυντήρια οδηγία για την προώθηση ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος στη Χιλή στα τέλη του 1970». Την ίδια ερμηνεία έδωσε και ο τότε σύμβουλος του προέδρου για θέματα Εθνικής Ασφάλειας, δόκτωρ Κίσινγκερ.

Η Ειδική Επιτροπή της Γερουσίας για τις υπηρεσίες πληροφοριών παρατήρησε ότι ήταν «της ίδιας σπουδαιότητας» και η διαφωνία «αν ο Λευκός Οίκος γνώριζε τις συνεχείς προσπάθειες της CIA να προωθήσει ένα πραξικόπημα στη Χιλή μετά τα μέσα Οκτωβρίου 1970».

Ο Κίσινγκερ κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής ότι μετά τις 15 Οκτωβρίου 1970 ο Λευκός Οίκος ούτε γνώριζε ούτε ειδικότερα ενέκρινε τα σχέδια πραξικοπήματος της CIA στη Χιλή. Ομως οι εκπρόσωποι της CIA αντέδρασαν και κατέθεσαν ότι «η ενθάρρυνση» που έδωσαν «στους Χιλιανούς στρατιωτικούς μετά τις 15 Οκτωβρίου για το σχεδιασμό ενός πραξικοπήματος ήταν γνωστή και είχε εγκριθεί από το Λευκό Οίκο».

Η προσπάθεια των Νίξον – Κίσινγκερ ν’ αποποιηθούν κάθε ευθύνη για την αμερικανική υπόσκαψη του Αλιέντε φαινόταν να πέφτει ιστο κενό. Προς επιβεβαίωση της θέσης της, η CIA κατέθεσε στην Επιτροπή μνημόνιο «συνάντησης στο Λευκό Οίκο», στη διάρκεια της οποίας ο Κίσινγκερ «επιφόρτισε τον αναπληρωτή διευθυντή Σχεδίων (DDP)» της υπηρεσίας, Τομ Καραμεσίνη, ν’ αναβάλει το σχέδιο πραξικοπήματος «τουλάχιστον προσωρινά» και στη συνέχεια του «έδωσε εντολή να προφυλάξει το δυναμικό της CIA στη Χιλή, δουλεύοντας μυστικά και με ασφάλεια, ώστε να διατηρηθεί η επιχειρησιακή ικανότητά της εναντίον του Αλιέντε στο μέλλον».

Προς αυτή την κατεύθυνση υπήρξαν «πολυάριθμες αναφορές» που ήλθαν σε γνώση της αμερικανικής ηγεσίας «για επαφές των ΗΠΑ με τον απόστρατο φιλοπραξικοπηματία Χιλιανό στρατηγό Ρομπέρτο Βιο και τις φιλοπραξικοπηματικές δραστηριότητες ενός Αμερικανού στρατιωτικού ακολούθου, αποσπασμένου στο Σαντιάγο», πρωτεύουσα της Χιλής.

Οι αποσταθεροποιητικές ενέργειες εναντίον του Αλιέντε περιλαμβάνονταν στο «Σχέδιο 1» και το «Σχέδιο 2», που είχαν εγκριθεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Ο πρώην Αμερικανός πρέσβης στη Χιλή, Εντουαρντ Κόρι, κατέθεσε ότι υπήρχε ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο «Σχέδιο 1» και το «Σχέδιο 2» εναντίον του Αλιέντε και της κυβέρνησης της Αριστεράς. Το «Σχέδιο 2» ήταν εκείνο που προέβλεπε «τη συγκαλυμμένη στρατιωτική δράση» και είχε εκπονηθεί από το Λευκό Οίκο, ενώ το «Σχέδιο 1» υπεδείκνυε απλώς αποσταθεροποιητικά μέτρα.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1970 ο πρόεδρος Νίξον πληροφόρησε το διευθυντή της CIA Χελμς ότι «δεν θα πρέπει να υπάρξει ανάμειξη της πρεσβείας των ΗΠΑ» στη Χιλή, «σε ό,τι έγινε γνωστό ως «Σχέδιο 2″». Ο Τομ Καραμεσίνης κατέθεσε στην Επιτροπή ότι «ήταν πεισμένος πως οι βάσεις που τέθηκαν στην προσπάθεια εφαρμογής του «Σχεδίου 2″, το 1970, είχαν τον αντίκτυπό τους το 1973», δηλαδή στο πραξικόπημα του Πινοσέτ εναντίον του προέδρου Αλιέντε στη Χιλή.

Τα συμφέροντα

Ο Νίξον, ερωτώμενος από την Ειδική Επιτροπή της Γερουσίας, με βάση χειρόγραφο ντοκουμέντο του διευθυντή της CIA για την ανάμειξη του Λευκού Οίκου στην αποσταθεροποίηση της Χιλής, δικαιολογήθηκε απαντώντας ότι ήταν «βαθιά ανήσυχος», επειδή η παρουσία του Αλιέντε στην προεδρία αυτής της χώρας «θα μπορούσε να θίξει άμεσα και αρνητικά τα συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ». Ετσι ο Νίξον υπέδειξε «στον κ. Χελμς ότι η CIA θα πρέπει να προχωρήσει συγκαλυμμένα», προσθέτοντας ότι για να πετύχει «κάθε προσπάθεια να ηττηθεί ο κ. Αλιέντε θα πρέπει να υποστηριχθεί από τις στρατιωτικές ομάδες στη Χιλή».

Ο Νίξον δικαιολογήθηκε ισχυριζόμενος ότι απλώς συνέχισε την πολιτική των προκατόχων του, των προέδρων Κένεντι και Τζόνσον, που «ξόδεψαν περίπου 4 εκατομμύρια δολάρια υπέρ των αντιπάλων του κ. Αλιέντε», προσπαθώντας να τον εμποδίσουν να γίνει πρόεδρος. Αλλωστε «η επέκταση της κουβανικού στιλ κομμουνιστικής διείσδυσης στη Χιλή θα μπορούσε να προσφέρει ένα προγεφύρωμα για αντάρτικες επιχειρήσεις σε όλη τη Λατινική Αμερική».

Η στενή συνεργασία τής επίσημης Αμερικής με την άκρα δεξιά, με παλιούς ή νέους ναζιστές, στη Χιλή, την Ελλάδα, τη Δυτική Γερμανία κ.ά., κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, στον αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, έχει αφήσει ακόμα νωπά ίχνη στις χώρες αυτές.

Ετσι οι ηττημένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με άλλο προσωπείο επιβίωσαν και συνεχίζουν να επιβιώνουν, απροκάλυπτα τώρα πια, και με αντιαμερικανικούς τόνους όταν νιώθουν προδομένοι.

Αναδημοσίευση από Eλευθεροτυπία

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here