Ουμπέρτο Έκο – Ένας κρυφός νομοθέτης του κόσμου

Του ΘΕΔΟΣΗ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗ*

Πέραν της εμφανώς πολυσχιδούς παρουσίας του στη σύγχρονη διανόηση, ο Ουμπέρτο Έκο είναι ακόμα πιο σπουδαίος για τις σιωπηλές υποδείξεις του, τους υπαινιγμούς του. «Τον κόσμο», έλεγε ο Νίτσε, «τον κυβερνούν ιδέες που έρχονται πατώντας στην γη σαν περιστέρια». Αν ακούσει κανείς τις αθόρυβες προτροπές του Έκο -που, σύμφωνα με μια δική του διατύπωση για τον Προυστ, δεν στηρίζονται σε λέξεις αλλά ξεπηδάνε ανάμεσα από τις λέξεις-, μπορεί να προσανατολιστεί έτσι, ώστε να ξεπεράσει διανοητικά αδιέξοδά του.

Ένα τέτοιο διανοητικό αδιέξοδο της εποχής μας είναι ο επαπειλούμενος θάνατος, όπως λένε, της φιλοσοφίας. Ο Έκο, αντιδρώντας στον ισχυρισμό αυτόν, δεν παραθέτει ένα ακόμη επιχείρημα δίπλα στο πλήθος των θεωριών που έχουν ώς τώρα διατυπωθεί υπέρ της αξίας της φιλοσοφίας. Απεναντίας, αξιοποιεί τη φιλοσοφία, προκειμένου να θεμελιώσει άλλες, μη φιλοσοφικού αυστηρά χαρακτήρα απόψεις του. Στην προσπάθειά του, ορισμένως, να εξηγήσει πώς συμβαίνει από ένα και το αυτό κείμενο να προσλαμβάνομε περισσότερες από μια, διαφορετικές συχνά μεταξύ τους, σημασίες, καταφεύγει στον Βρετανό φιλόσοφο Ντέιβιντ Χιουμ, ο οποίος αναφέρεται σε μια ιστορία του Θερβάντες, που λέει ότι δύο πρόγονοι του Σάντσο, δοκιμάζοντας ένα κρασί, διαφώνησαν ως προς τη γεύση του. Ο ένας μιλούσε για γεύση σιδήρου και ο άλλος για μυρωδιά δέρματος. Η διαφωνία τους λύθηκε, όταν, αδειάζοντας το βαρέλι του κρασιού, βρήκαν στον πυθμένα του ένα κλειδί δεμένο σε δερμάτινο κορδόνι. Το κείμενο μοιάζει με το εν λόγω βαρέλι του κρασιού. Μόνο που, αντί για το κλειδί με το δερμάτινο κορδόνι, στο βάθος του υπάρχει η δομή του, από την οποία ξεπηδάνε τα ποικίλα νοήματά του, που, ανυποψίαστοι εμείς, προσεγγίζοντάς το απ’ έξω, τα προσλαμβάνουμε.

Κατά τρόπον ανάλογο, προκειμένου να αναδομήσει τη γλώσσα του Αδάμ, ο οποίος, σύμφωνα με την ιουδαϊκή – χριστιανική παράδοση, ονομάτισε τα πλάσματα και τα πράγματα του κόσμου, ο Έκο προσφεύγει στους φιλοσόφους. Στην πανάρχαιη αυτή αντίληψη για τον Αδάμ ως ονοματοδότη ο Έκο αντιπαραθέτει την άποψη φιλοσόφων του 17ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία οι λέξεις δεν δηλώνουν πλάσματα και πράγματα, αλλά εκφράζουν διαδικασίες ή ενέργειες, βάσει των οποίων χαρακτηρίζονται αυτά. Προς επίρρωσιν της θέσης αυτής, ο Έκο αναφέρεται στη θεωρία του Πλάτωνα, ότι μια λέξη δεν αντιπροσωπεύει κατά τρόπον στατικό ένα συγκεκριμένο πράγμα ή πλάσμα ούτε μια ορισμένη κατηγορία αυτών, αλλά υποδηλώνει μια διαδικασία χάρη στην οποία, εντασσόμενο ένα πλάσμα ή ένα πράγμα, παίρνει αυτό και το όνομά του. Η λέξη «άνθρωπος», ορισμένως, στον Πλάτωνα, σημαίνει πρωτίστως τη διαδικασία της εξέτασης. «Άνθρωπος» είναι «ο αναθρών α όπωπε», ήγουν εκείνος που εξετάζει όσα έχει δει.

Πέρα όμως από τις συγκεκριμένες αυτές -και άλλες ανάλογες- μνείες του φιλοσόφων, οι οποίες παραπέμπουν στην φιλοσοφία σαν εργαλείο που ένας διανοούμενος μπορεί να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά για την ανάπτυξη των ιδεών του, ο Έκο επιχειρεί μια περιπλάνηση στον κόσμο της Αναγέννησης, όπου η φιλοσοφία είχε έναν σαφώς πρακτικό, χρήσιμο χαρακτήρα. Στόχος της φιλοσοφίας τότε, η οποία ορίζεται ως φυσική φιλοσοφία, ως έρευνα της φύσης, δεν είναι η διατύπωση λογικώς άψογων θεωριών αλλά η ανακάλυψη της καλούμενης φιλοσοφικής λίθου, που, απαλλάσσοντας τον άνθρωπο από τη φτώχεια και τις αρρώστιες και εξασφαλίζοντάς του την αιώνια νεότητα, θα τον κάνει ευτυχισμένο πάνω στην γη.

Επιδίωξη του Έκο, στο ταξίδι του στον κόσμο της Αναγέννησης, δεν είναι να μας αποκαλύψει μέσα από τα κείμενά του κατά τρόπον απτό τον πρακτικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας. Για τον Έκο, η πρόθεση του συγγραφέα έχει ελάχιστη, αν όχι ανύπαρκτη, σημασία στην περιπλάνηση που θα επιχειρήσει κανείς στον κόσμο των κειμένων του. Ο συγγραφέας, λέει ο Έκο, «οφείλει να πεθαίνει μετά τη συγγραφή, για να μη διαταράσσει την πορεία του κειμένου», την περιπλάνησή μας σε αυτό. Οι αφηγήσεις του Έκο για τον κόσμο της Αναγέννησης περικλείουν πλήθος από αθέατα μονοπάτια που οδηγούν σε διαφορετικές περιοχές του πνεύματος – της φιλοσοφίας, της τέχνης, της θρησκείας, της μαγείας, της αστρολογίας, της επιστήμης. Το ποια από τα μονοπάτια αυτά θα ανακαλύψουν και θα ακολουθήσουν οι αναγνώστες των αφηγήσεών του εξαρτάται από τις επιδιώξεις τους, τις εμπειρίες τους, τα όνειρά τους. Η υποθήκη του Έκο προς τους αναγνώστες του παραδίδοντάς τους τις αφηγήσεις του ήταν αφενός να εντοπίζουν τα χρεοκοπημένα πρότυπα της σκέψης ώστε να μην τα ανακαλούν πλέον, αφετέρου να επισημαίνουν ιδέες που είναι δυνατόν να τις μεταχειριστούν για να ξεπεράσουν αδιέξοδα, όπως το πρόβλημα του επαπειλούμενου θανάτου της φιλοσοφίας. Γιατί, όπως έλεγε ο Κίρκεγκωρ, το παρελθόν αξίζει όταν μπορεί να γίνει παρόν – ένα παρόν που ο Έκο φρόντισε να διευρύνει ανοίγοντας την πόρτα στο μέλλον, για να εισρεύσουν ιδέες, με τις οποίες η ψυχή μας θα πετάξει πιο ψηλά, σε πιο ανοιχτούς ορίζοντες.

Ο Πέρσυ Σέλλεϋ παρομοίασε τους ποιητές προς τους «καθρέφτες γιγάντιων ίσκιων που ρίχνει το μέλλον πάνω στο παρόν … Οι ποιητές είναι οι άδηλοι νομοθέτες του κόσμου». Ένας τέτοιος κρυφός νομοθέτης του κόσμου, ένας τέτοιος καθρέφτης γιγάντιων ίσκων, υπήρξε ο Έκο, έστω κι αν δεν ήταν ένας επαγγελματίας της ποίησης, αλλά εξέφραζε τις σκέψεις του μέσα από άλλες μορφές του πνεύματος, όπως το μυθιστόρημα, η φιλοσοφία ή η μελέτη της γλώσσας. Άλλωστε, ο Σέλλεϋ συγκατέλεγε στους ποιητές τον Ηρόδοτο και τον Πλάτωνα, που δεν έγραφαν, βέβαια, στίχους.

*Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, υφυπουργός Παιδείας

Αναδημοσίευση από την Αυγή 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here