Του Φοίβου Οικονομίδη

Διδάκτορα Ιστορίας της Σορβόνης  – ερευνητή, δημοσιογράφου

Η περίοδος του Μεσοπολέμου περιλαμβάνει εκείνο το χρονικό διάστημα και τα γεγονότα που συνέβησαν σ’ αυτό από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την αρχή του Δεύτερου, δηλαδή από το 1918 έως το 1939.

Οι ιστορικές εξελίξεις που συνέβησαν κατά το Μεσοπόλεμο δεν έπεσαν από τον ουρανό, αποτελούσαν συνέχεια των γεγονότων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά μερικές φορές συνδέονταν και με το παρελθόν πριν από αυτόν.

Ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος του 1870-1871 είχε ως αποτέλεσμα την ήττα της Γαλλίας. Η γαλλική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να καταβάλλει στους νικητές ένα πολύ σημαντικό χρηματικό ποσό υπό τη μορφή πολεμικών αποζημιώσεων και παράλληλα να παραχωρήσει στους νικητές την Αλσατία και ένα μεγάλο μέρος της Λοραίνης.

Κατά ειρωνεία της τύχης, στα ανάκτορα των Βερσαλλιών, περί τα 20 χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι, στις 19 Ιανουαρίου 1871, οι νικητές ανακήρυξαν την ενοποιημένη γερμανική αυτοκρατορία. Σ’ ένα κλίμα ευφορίας είκοσι πέντε αυτόνομα γερμανικά κράτη συναποτέλεσαν ένα ενιαίο ομόσπονδο γερμανικό κράτος στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν η Αλσατία και η Λοραίνη.

Τα ομόσπονδα γερμανικά κράτη θα διατηρούσαν την εσωτερική τους αυτοτέλεια, αλλά η Πρωσία θα διηύθυνε την εξωτερική πολιτική, τα οικονομικά και στρατιωτικά ζητήματα όλης της Γερμανίας. Ο Πρώσος αυτοκράτορας ανακηρυσσόταν ο ηγεμόνας της Γερμανίας.

Από τότε η ενοποιημένη Γερμανία θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις μέχρι τις μέρες μας.

Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η σκληρή γαλλο-γερμανική σύγκρουση συνεχίστηκε. Η ήττα της Γερμανίας από τη Γαλλία και τους συμμάχους της είχε ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων την επιστροφή της Αλσατίας και της Λοραίνης και πάλι στη γαλλική επικράτεια.

Αλλά οι συνέπειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τη Γερμανία δεν έμειναν στην επιστροφή της Αλσατίας και Λοραίνης στη Γαλλία. Οι αποφάσεις των νικητών ήταν πολύ δυσμενείς για τη Γερμανία. Οι ανταγωνιστές της την έβλεπαν ως ένα επικίνδυνο διεθνή αντίπαλο που είχε ήδη κατορθώσει να γίνει και μια αποικιοκρατική δύναμη. Ορισμένοι ξένοι ιστορικοί χαρακτηρίζουν όλη αυτή την περίοδο από την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914) μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1945) ως την περίοδο του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου (1). Αυτό μόνο εν μέρει υπήρξε αληθινό, καθώς και μη ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ ή η Ιαπωνία ενεπλάκησαν στις συγκρούσεις που βέβαια άρχισαν στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ιδιαίτερα η Ιαπωνία στο Μεγάλο Πόλεμο υπήρξε αντίπαλος της Γερμανίας, ενώ στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκαν στο ίδιο στρατόπεδο. Το ίδιο συνέβη και με την Ιταλία.

Στις 15 Αυγούστου 1914 η κυβέρνηση της εμπόλεμης Γερμανίας αιφνιδιάστηκε καθώς η Ιαπωνία δεν έχασε ευκαιρία να της επιδώσει τελεσίγραφο, ζητώντας την άμεση εκκένωση της περιοχής του Κιάοτσοου και ιδιαίτερα το λιμάνι του Τσινγκτάο στην Κίνα που ήταν υπό γερμανική κατοχή.

Ο Μεγάλος Πόλεμος έδωσε την ευκαιρία να αμφισβητηθούν οι γερμανικές αποικίες στην Ασία, Αφρική και νήσους του Ειρηνικού. Οι Αγγλοι που είχαν ανησυχήσει έντονα με την άνοδο της γερμανικής αποικιοκρατικής δύναμης πρωτοστάτησαν στις ένοπλες συγκρούσεις με τους Γερμανούς για την εκδίωξή τους από όλες τις αποικίες τους, συνεπικουρούμενοι από δυνάμεις της Αντάντ (γαλλικές και βελγικές αποικιακές δυνάμεις). Στην περίπτωση του λιμανιού του Τσιγκτάο, οι Αγγλοι βοήθησαν τους Ιάπωνες να νικήσουν ένοπλα τους Γερμανούς που σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις αμύνθηκαν δυναμικά για την υπεράσπιση των αποικιών τους, αλλά με περιορισμένες δυνάμεις.

Με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, στις 28 Ιουνίου 1919, η Γερμανία έπαψε να είναι μια μεγάλη διεθνής δύναμη που να διεκδικεί ένα σημαντικό μερίδιο πλούτου από τους νικητές του πολέμου. Περιοριστικοί όροι τέθηκαν και για τη στρατιωτική ανάπτυξη της Γερμανίας, ώστε να μην αποτελεί κίνδυνο για τους αντιπάλους της.

Από μια άποψη, η περίοδος του Μεσοπολέμου μπορεί να θεωρηθεί και ως η μεγάλη προσπάθεια των ηγετικών κύκλων της Γερμανίας, με διάφορους τρόπους, διπλωματικούς, πολιτικούς, στρατιωτικούς, δικονομικούς, να κερδίσουν έδαφος από τους νικητές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και να επανέλθουν αποφασιστικά στο διεθνές προσκήνιο ως οι εκπρόσωποι μιας παγκόσμιας, αν όχι και της πρώτης παγκόσμιας δύναμης.

Στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών. Η συνεργασία με την Αντάντ ήταν αποτέλεσμα της έντονης αντίθεσης του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο που είχε οδηγήσει και σ’ ένα βαθύ εσωτερικό διχασμό στην ελληνική κοινωνία. Τελικά υπερίσχυσε ο Βενιζέλος με τη βοήθεια των Αγγλογάλλων.

Η παρουσία της Ελλάδας στο στρατόπεδο των νικητών πρόσφερε την ευκαιρία πραγματοποίησης της «Μεγάλης Ιδέας», καθώς η Τουρκία είχε βρεθεί στο στρατόπεδο των ηττημένων και πολλοί ορέγονταν να κερδίσουν εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Η «Μεγάλη Ιδέα», η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, που στο βάθος ασπάζονταν τόσο οι Βενιζελικοί όσο και οι βασιλόφρονες, δεν αποτελούσε ένα αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Ηταν το φαντασιακό που κυριαρχούσε στο σύνολο των εθνικών κρατών: Η Μεγάλη Βρετανία, η «Μεγάλη Βουλγαρία». Η «Μεγάλη Αλβανία», η Μεγάλη Ρωσία. Πάνω στο πρόταγμα της Μεγάλης Γερμανίας και της Μεγάλης Ιταλίας, που θ’ αναγεννούσε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αναδείχτηκαν ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι την περίοδο του Μεσοπολέμου για να οδηγήσουν τελικά τις χώρες τους στη συντριβή και σ’ ένα αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

%ce%b2%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%b6%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82

Ο Βενιζέλος είχε φέρει την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών με τις μικρότερες δυνατές ανθρώπινες απώλειες στον ευρωπαϊκό χώρο.

Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές της εποχής, ο αριθμός των ανθρώπινων απωλειών στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν 9.009.052 νεκροί και 20.917.158 τραυματίες. Η Ελλάδα συμπεριλαμβανομένης της εκστρατείας στην Ουκρανία, είχε 1.059 νεκρούς και 4.447 τραυματίες, καθώς και 844 αξιωματικούς και οπλίτες αγνοούμενους. Αντίθετα, γειτονικές με την Ελλάδα χώρες είχαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες: Σερβία 120.000 νεκρούς, 160.000 τραυματίες, Τουρκία 325.000 νεκρούς, 600.000 τραυματίες, Βουλγαρία 90.000 νεκρούς, 200.000 τραυματίες.

Όλα έμοιαζαν ρόδινα για την ελληνική πλευρά και φαίνονταν να προχωρούν κατ’ ευχήν. Τέσσερις αυτοκρατορίες εξαφανίστηκαν, περιορίστηκαν ή είχαν αλλάξει χρώμα με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου.

Η αυστροουγγρική αυτοκρατορία διαλύθηκε, η γερμανική αυτοκρατορία έχασε τις αποικίες της και τμήματα του εδάφους της, ο Γερμανός αυτοκράτορας εξέπεσε του αξιώματός του, οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να διατηρούν περιορισμένο αριθμό ανδρών και οπλικών συστημάτων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ουσιαστικά διαλυόταν και εδαφικά της τμήματα διεκδικούσαν οι νικητές του Μεγάλου Πολέμου, οι Αγγλογάλλοι, αλλά και οι Ιταλοί και οι Ελληνες επίσης.

Οι Αγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι διεκδικούσαν από καιρό οθωμανικά εδάφη. Το καλοκαίρι του 1919 ο Αμερικανός αντιπρόσωπος στη Συμμαχική Επιτροπή των νικητριών δυνάμεων ενημέρωσε την κυβέρνησή του ότι «Η Μεγάλη Βρετανία σχεδιάζει να καταλάβει ολόκληρη τη Μεσοποταμία, την Αραβία και την Παλαιστίνη. Τα κοιτάσματα πετρελαίου της Μοσούλης είναι ίσως τα πλουσιότερα του κόσμου και οι Αγγλοι θέλουν να αναλάβουν την αποκλειστική τους εκμετάλλευση».

Η Ρωσία με τη σειρά της στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε αλλάξει πολιτικό χρώμα μετά την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 και από σύμμαχος της Αγγλίας, της Γαλλίας και της ΗΠΑ είχε μεταμορφωθεί σε σοβαρό ιδεολογικό της αντίπαλο. Ο Λένιν καλούσε τους εργαζόμενους σε μια παγκόσμια επανάσταση για την ανατροπή της καπιταλιστικής τάξης των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Ηταν ένα αγκάθι, το νέο ρωσικό καθεστώς, που δεν έπρεπε να βρει μιμητές σε άλλες χώρες.

Μόλις είχε προλάβει να τελειώσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον Νοέμβριο του 1918 και η Αντάντ είχε αποφασίσει να επέμβει στρατιωτικά στη Ρωσία.

Το 1919, στην εκστρατεία της Ουκρανίας, η συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό των Αγγλων, Γάλλων και Αμερικανών για την ανατροπή των Μπολσεβίκων, έγινε με κύριο σκεπτικό την ευμενή αποδοχή από τους συμμάχους της των ελληνικών βλέψεων στη Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη. Μόλις ο Βενιζέλος έλαβε γνώση «της ελληνικής αιτήσεως προς ενίσχυσιν του Συμμαχικού αγώνος κατά των ερυθρών», τηλεγράφησε στον Ελληνα πρεσβευτή στο Παρίσι: «Δηλώσατε Πρωθυπουργώ (Γαλλίας) και Υπουργώ των Εξωτερικών ότι ο Ελληνικός Στρατός είναι εις διάθεσίν των και δύναται να χρησιμοποιηθεί διά κοινόν αγώνα, πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία». Η γαλλική κυβέρνηση ικανοποιημένη από τη διαβεβαίωση του Βενιζέλου ενημέρωσε τον Ελληνα πρεσβευτή στο Παρίσι ότι «η Γαλλία θα λάβη πρωτοβουλίαν εκ εδαφικής επεκτάσεως της Ελλάδος εις Θράκην και εκθύμως θα υποστηρίξει πάσαν υπέρ της Ελλάδος λύσιν του ζητήματος της Σμύρνης, αν προταθή υπό της Αγγλίας ή της Αμερικής».

Η συνολική δύναμη του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος στη Ρωσία ανήλθε σε 23.351 άνδρες που τέθηκαν υπό γαλλική διοίκηση στον αγώνα εναντίον των Μπολσεβίκων(3).

Οι πρώτες μέρες του 1919 έμοιαζαν σαν ένα όνειρο που δημιουργούσε την λαθεμένη εντύπωση ότι η στιγμή εκπλήρωσης του οράματος της Μεγάλης Ιδέας πλησίαζε αποφασιστικά. Ελληνικές δυνάμεις είχαν αναχωρήσει ακτοπλοϊκά για να φθάσουν στην Οδησσό από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Στο γαλλικό πλοίο «Seine» έχει επιβιβασθεί ο επίατρος Νικόλαος Σμπαρούνης – Τρίκορφος που κράτησε ημερολόγιο για την ελληνική συμμετοχή στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Σ’ αυτό διαβάζουμε: «3 Ιανουαρίου, Πέμπτη (1919). Ωρα 9 π.μ. ευρισκόμεθα αντίκρυ της Ιμβρου. Περί ώραν 9ην π.μ. εισερχόμεθα εις τα Στενά των Δαρδανελλίων. Διαπλέομεν την Προποντίδα με ηλαττωμένην ταχύτητα, διά να φθάσωμεν την πρωΐαν εις την Κωνσταντινούπολιν.

»4 Ιανουαρίου (Παρασκευήν). Περί ώραν 8ην π.μ. διακρίνομεν μέσω αραιάς ομίχλης την Κωνσταντινούπολιν. Εις τας 9 π.μ. εισερχόμεθα εις τον λιμένα. Ολίγον προ ημών προηγείται το (πλοίο) «Normand» φέρον τμήμα του 34ου πεζικού Συντάγματος. Εις τας 2 μ.μ. συγκέντρωσις άπαντος του προσωπικού επί του καταστρώματος και ανάγνωσις υπ’ εμού του ιδίου της ημερήσιας διαταγής της 4ης Ιανουαρίου…».

Η ημερήσια διαταγή ανέφερε: «Εν τω λιμένι Κωνσταντινουπόλεως, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται! Αντικρύζαμεν την πόλιν των εθνικών μας ονείρων την οποίαν από πέντε περίπου αιώνων μολύνει το πέλμα του Τούρκου κατακτητού. Ατενίζομεν την βασιλίδα των πόλεων, την πόλιν των προτέρων εθνικών μας παραδόσεων, την θρυλικήν πρωτεύουσα του έθνους μας προς την οποίαν συγκεντρώνονται αι πόθοι των απανταχού Ελλήνων… ο Ελληνισμός επίστευσεν πάντοτε μαζί με τον Εθνικόν ποιητών ότι «πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι» και ότι τότε μόνον θα θεωρήση λήξαντα τον υπέρ της Εθνικής του αποκαταστάσεως αγώνα όταν η κυανόλευκος μαζί με τον δικέφαλον αετόν των Βυζαντινών υψωθή στην Αγιά Σοφιά»(4).

Το 1919 το Συμβούλιο της Διάσκεψης της Ειρήνης, που το αποτελούσαν οι ηγέτες της Βρετανίας, Λόιντ Τζορτζ, της Γαλλίας Ζορζ Κλεμανσό και των ΗΠΑ Γούντρουφ Ουίλσον, έδωσαν το πράσινο φως στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ώστε να σταλούν ελληνικά στρατεύματα στη Σμύρνη. Στις 15 Μαΐου 1919, ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην παραλία της Σμύρνης, μέσα σ’ ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού των Ελλήνων κατοίκων της πόλης. Η είδηση της κατάληψης της Σμύρνης από τα ελληνικά στρατεύματα θεωρήθηκε από τους Τούρκους ως «συμφορά» και ο σουλτάνος μόλις έμαθε τα νέα, έκλαψε «σαν γυναίκα»(5).

Το δέλεαρ που είχε προσφερθεί στον Βενιζέλο επιβεβαιώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, τον Αύγουστο του 1920, η οποία καθόριζε ότι η Ελλάδα θα προσαρτούσε την Ανατολική Θράκη μέχρι τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, τα νησιά Ιμβρο και Τένεδο, ενώ η περιοχή της Σμύρνης θα υπαγόταν υπό πενταετή μεταβατική ελληνική διοίκηση, αν και θα παρέμενε υπό τουρκική κυριαρχία. Μετά το τέλος της πενταετούς μεταβατικής περιόδου, η τοπική βουλή ή ένα τοπικό δημοψήφισμα, θα μπορούσε να αποφανθεί υπέρ της ένωσης της Σμύρνης με την Ελλάδα.

Τελικά η αρχική ευφορία και αισιοδοξία της ελληνικής πλευράς θα μετατραπεί σε μια δεινή ήττα με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ετσι, τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, μια νικήτρια χώρα, η Ελλάδα, στο πλευρό της Αντάντ, υφίσταται μια βαριά ήττα από μια χώρα του στρατοπέδου των ηττημένων. Οι δυνάμεις του Κεμάλ, κατορθώνοντας να νικήσουν, διατήρησαν και εδραίωσαν τη θέση της Τουρκίας στο διεθνές προσκήνιο, έστω και ακρωτηριασμένος εδαφικά σε σύγκριση με το παρελθόν.

Αυτό το γεγονός δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής της ηττημένης Γερμανίας και να την ενθαρρύνει ότι βαθμιαία εκμεταλλευόμενη τη διεθνή συγκυρία και τις αντιθέσεις που υποβόσκουν μεταξύ των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα της επιτρέψουν να επανέλθει με αξιώσεις κάποια στιγμή στο διεθνές προσκήνιο.

%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%b9%cf%80%cf%80%ce%b9%ce%ba%ce%bf

Οι αντιθέσεις έχουν ήδη φανεί εκτός των άλλων στη Μικρά Ασία. Οι Γάλλοι διαπίστωναν ότι τη μερίδα του λέοντος από το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον καρπωνόταν η Αγγλία σε βάρος των δικών της και των ιταλικών συμφερόντων.

«Οι αλληλοσυγκρουόμενες φιλοδοξίες των Συμμάχων σχετικά με το μέλλον της Μικράς Ασίας» και όχι μόνο «απέληξε σε μερικές από τις πιο αηδιαστικές μηχανορραφίες στη σύγχρονη διπλωματία», που λειτούργησαν σε βάρος της Ελλάδας, δύο από τις οποίες «ήταν ιδιαίτερα επαίσχυντες: οι συμφωνίες της Γαλλίας και της Ιταλίας με τον Κεμάλ, που κατέληξαν στη χορήγηση όπλων και πολεμοφοδίων προς την Τουρκία -το χθεσινό τους εχθρό- τα οποία χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του ελληνικού στρατού. Τον Οκτώβριο του 1921, η Γαλλία υπέγραψε στην Αγκυρα επωφελή οικονομική συμφωνία με τον Κεμάλ που «υπαγορεύτηκε από την πλεονεξία των Γάλλων καπιταλιστών, οι οποίοι αναζητούσαν εκχωρήσεις από τους Τούρκους όσον αφορά τους σιδηροδρόμους και τα εμπορικά προνόμια. Σε αντάλλαγμα οι Γάλλοι εγκατέλειψαν επαίσχυντα τους Ελληνες που οι ίδιοι είχαν στείλει το 1919 να καταλάβουν τη Μικρά Ασία»(6).

Αλλά και οι Βρετανοί κινούνταν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Ετσι, τη στιγμή που ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει στο Σαγγάριο Ποταμό, «η ελληνική επίθεση» αποφασιστικής σημασίας εναντίον των δυνάμεων του Κεμάλ «παρεμποδίστηκε κρίσιμα από την αδυναμία αγοράς όπλων, εξαιτίας της απόφασης της Βρετανίας τον Απρίλιο του 1921 να τηρήσει πιστά τη διακήρυξη της αυστηρής ουδετερότητας των Συμμάχων, ενώ Γάλλοι και Ιταλοί δεν δίσταζαν να προμηθεύουν όπλα στους Τούρκους».

Ακριβώς την περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής, ένα άλλο σημαντικό γεγονός ήλθε να επιδράσει αρνητικά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Τον Οκτώβριο του 1922 με την πορεία των φασιστών στη Ρώμη, ο Μπενίτο Μουσολίνι ανέλαβε τελικά τη διακυβέρνηση της Ιταλίας.

Οι αντιθέσεις οξύνονταν, καθώς η φασιστική Ιταλία προσπαθούσε να διεκδικήσει δυναμικά μέρος του παγκόσμιου πλούτου και διεθνούς επιρροής. Η φασιστική Ιταλία προσπαθούσε να παρουσιαστεί όλο και πιο αποφασιστικά στην περιοχή της Μεσογείου και των Βαλκανίων, αλλά και στον αποικιακό κόσμο ερχόμενη έτσι βαθμιαία σε αντίθεση με την Αγγλία και τη Γαλλία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να ακολουθούν μα πολιτική σχετικού απομονωτισμού και αρνήθηκαν ουσιαστικά να επικυρώσουν τη Συνθήκη των Βερσαλιών.

Ενα άλλο σημαντικό γεγονός που απασχολούσε τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, ήταν η εδραίωση του σοβιετικού καθεστώτος στη Ρωσία, που ήταν ένας παράγοντας έντονης αμφισβήτησής τους, αφού καλούσε τους οπαδούς του σε διάφορες χώρες σε αγώνα επαναστατικής ανατροπής του καπιταλιστικού καθεστώτος. Στη Γερμανία το σοσιαλιστικό κίνημα και η Αριστερά παρουσιάζονταν ισχυρά. Λίγο μετά την ανακωχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Σπαρτακιστές οργάνωσαν μια αποτυχημένη τελικά κομμουνιστική εξέγερση τον χειμώνα του 1919. Ηταν ένα καμπανάκι κινδύνου για τις νικήτριες δυνάμεις ότι το γερμανικό κράτος θα μπορούσε να κινδυνεύσει να ανατραπεί από έναν αντίπαλο που θα μπορούσε να θεωρηθεί περισσότερο επικίνδυνος.

Αξιοπρόσεκτο είναι ότι εκείνος που κατέπνιξε το κομμουνιστικό κίνημα ήταν ο Γερμανός σοσιαλιστής Γκούσταβ Νόσκε, υπουργός της κυβέρνησης, που αναζήτησε τη βοήθεια των Ελεύθερων Σωμάτων (Erei Korps) για να συντρίψει τους Σπαρτακιστές. Τα «Ελεύθερα Σώματα», που μέλη τους θα συναντήσουμε στη συνέχεια στα ναζιστικά Τάγματα Εφόδου, εκτέλεσαν τους αρχηγούς των Γερμανών κομμουνιστών Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Το φάντασμα μιας εξέγερσης της επαναστατικής Αριστεράς είχε αρχίσει να απασχολεί σοβαρά τις ηγετικές τάξεις όλων των ευρωπαϊκών κρατών.

Ο Πόλεμος που άρχισε το 1914, είχε ως σκοπό να εγγυηθεί την επιβίωση και την επέκταση της επιρροής του κατεστημένου στη Γερμανία και στην Αυστρο-Ουγγαρία, όμως η ήττα του 1918 εξασφάλισε την κατάρρευση του συστήματος. Παρ’ όλα αυτά η αμείλικτη στάση αλλά και «αι επιδέξιοι πολιτικοί χειρισμοί της Δεξιάς στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ουγγαρία, μπορεί να μην κατόρθωσαν να διασώσουν την αυτοκρατορία, αλλά εξασφάλισαν τουλάχιστον την αιματηρή κατάπνιξη του μπολσεβικισμού στις χώρες αυτές. Η όξυνση της κοινωνικής πόλωσης μετά την πόλεμο συνοδεύτηκε από την εμφάνιση ακροδεξιών ομάδων κρούσης, οι οποίες ανέλαβαν αυτόβουλα την υπεράσπιση με βίαια μέσα του παλαιού κοινωνικού και οικονομικού καθεστώτος. Οι Ιταλοί φασίστες ήταν απλά η πιο εντυπωσιακή από αυτές τις ομάδες. Η μπολσεβίκικη Ρωσία έγινε ο φάρος της ελπίδας για την Αριστερά και το φόβητρο για τη Δεξιά στην Ευρώπη»(7).

Οπως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγήθηκαν ενός αμείλικτου αντι-σοβιετικού αγώνα, έτσι και μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Σοβιετική Ρωσία και το νέο πολιτικό-οικονομικό σύστημα και ο επαναστατικός τρόπος που πρότεινε για την επιβολή του, φαινόταν ότι απασχολούσε σοβαρά τη σκέψη των ηγετικών τάξεων των ευρωπαϊκών και όχι μόνο κρατών. Αλλωστε, αυτό είχε φανεί από την πρώτη στιγμή με την αποφασιστική επέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ, ώστε να ανατρέψουν το σοβιετικό καθεστώς μόλις εν τη γεννέσει του, χωρίς όμως να το κατορθώσουν.

Η Σοβιετική Ενωση με τη σειρά της, προσπαθούσε να στηριχθεί στη δική της οικονομική και στρατιωτική ανόρθωση, στα κατά τόπους κομμουνιστικά κόμματα που ορισμένα ήταν ιδιαίτερα ισχυρά, όπως στη Γερμανία και στις εσωτερικές αντιθέσεις που υπέβοσκαν μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών. Το φάσμα του μπολσεβικισμού απασχολούσε πλέον τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Η Γαλλία που συνόρευε με τη Γερμανία και είχε πικρή εμπειρία από τις αντιπαραθέσεις μαζί της, ξεκινούσε από την αρχή ότι μια αδύνατη Γερμανία επιτρέπει την ύπαρξη μιας ασφαλούς Γαλλίας. «Αντίθετα, οι Βρετανοί και μαζί τους οι Αμερικανοί, προτιμούσαν μια ειρήνη με επιεικείς όρους, ώστε να ελκύσουν τη νεαρή γερμανική δημοκρατία της Βαΐμάρης (που άνθισε αμέσως μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) στο νέο παγκόσμιο σύστημα, γεγονός που θα ενίσχυε τη διεθνή σταθερότητα. Η Γερμανία ήταν σημαντική οικονομική δύναμη και πίστευαν ότι μπορούσε να χρησιμεύσει ως ουδέτερη ζώνη μεταξύ της Δύσης και της επαναστατικής Ρωσίας»(8).

Μια ισχυρή ελεγχόμενη Γερμανία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανάχωμα και έναν εν δυνάμει αξιόλογο αντίπαλο της Σοβιετικής Ρωσίας. Μια παρόμοια σκέψη θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για την ανόρθωση της Γερμανίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όπως συνέβη και μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά οι Γάλλοι κυρίως πρόβαλλαν αντιρρήσεις γιατί αγωνιούσαν για την ασφάλειά τους και για τις αποζημιώσεις που έπρεπε να λάβουν από τους ηττημένους Γερμανούς.

Τον Ιανουάριο του 1923 γαλλικά και βελγικά στρατεύματα εισέβαλαν στην περιοχή του Ρουρ, που εθεωρείτο το κέντρο της βαριάς βιομηχανίας της Γερμανίας εκείνης της εποχής. Οι Γάλλοι επιθυμούσαν να εκμεταλλευτούν τα πολυάριθμα ορυχεία του Ρουρ. Η κυβέρνηση της Γαλλίας δικαιολόγησε την επεμβατική της πολιτική στη Γερμανία, προβάλλοντας την άρνηση της γερμανικής κυβέρνησης να εκπληρώσει τις πολεμικές επανορθώσεις προς τη γείτονά της. Η γερμανική κυβέρνηση κάλεσε τους πολίτες σε παθητική αντίσταση απέναντι στους Γάλλους που πλήρωναν το εθνικό αίσθημα των Γερμανών.

Ακριβώς την ίδια περίοδο, το 1923, η Κομμουνιστική Διεθνής (Κομιντέρν) κινήθηκε ενεργητικά για την υποστήριξη μιας πιθανής εξέγερσης στη Γερμανία. Την Πρωτομαγιά εκείνης της χρονιάς μια πολύ επιβλητική εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο όπου συμμετείχαν και οι ομάδες περιφρούρησης του ΚΚ Γερμανίας, οι εργατικές, προλεταριακές εκατονταρχίες. Ο Τρότσκι θεωρούσε ότι υπήρχαν οπωσδήποτε οι επαναστατικές συνθήκες, το 1923, για την εξέγερση και επιθυμούσε μάλιστα τον καθορισμό μιας συγκεκριμένη ημερομηνίας για τη γερμανική επανάσταση. Σύμφωνα με τον Τρότσκι, σε μια χώρα όπως η Γερμανία, «που βιώνει μια βαθιά κοινωνική κρίση, όταν οι αντιθέσεις οξύνονται στο έπακρο, όταν οι εκμεταλλευόμενες μάζες βρίσκονται σε διαρκή αναταραχή, όταν το κόμμα διαθέτει την υποστήριξη της αμφισβήτησης πλειοψηφίας των εκμεταλλευόμενων και κατά συνέπεια των στοιχείων με τη μεγαλύτερη ταξική συνείδηση, τότε το καθήκον με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο το (Κομμουνιστικό) Κόμμα είναι ο καθορισμος μιας συγκεκριμένης ημερομηνίας (για την επανάσταση) στο άμεσο μέλλον»(9).

Το Κ.Κ. Γερμανίας δίστασε να προχωρήσει το 1923 σε νέα επαναστατική εξέγερση, αλλά δεν διέφυγε της προσοχής των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών η ισχυρή παρουσία της άκρας Αριστεράς στη Γερμανία. Επρεπε, επομένως, να μετριασθούν οι δυσμενείς όροι που είχαν κυρωθεί σε βάρος της Γερμανίας, ώστε να ενισχυθεί σε κάποιο βαθμό το αστικό κράτος. Αυτό το αντιλήφθηκε και η γαλλική κυβέρνηση ως ένα βαθμό.

Οι Γάλλοι είχαν αντιδράσει στη γερμανική στάση πληρωμών καταλαμβάνοντας ορυχεία και εργοστάσια στο Ρουρ. Η γερμανική κυβέρνηση – που πάντα είχε ως στόχο την επιστροφή της Γερμανίας στο διεθνές προσκήνιο – εφάρμοζε «το τέχνασμα» να τυπώνει μαζικά χαρτονομίσματα προκειμένου να αποδείξει ότι η χώρα δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τις αποζημιώσεις. Ο πληθωρισμός στη Γερμανία έφτασε στα ύψη. Ο φόβος της οικονομικής κατάρρευσης της Γερμανίας έπεισε τους Αμερικανούς και τους Αγγλους να απαλύνουν τα σκληρά μέτρα. Με το σχέδιο Ντοζ (Dawes Plan) οι επανορθώσεις μειώθηκαν σε επίπεδα που μπορούσε το Βερολίνο ν’ ανταποκριθεί. Τον Οκτώβριο του 1925 ακολούθησε η συμφωνία του Λοκάρνο, όπου η Γαλλία, η Γερμανία και το Βέλγιο, συμφώνησαν να σεβαστούν τα κοινά τους σύνορα «κάτι το οποίο σήμαινε πρακτικά ότι οι Γάλλοι δεν θα είχαν πλέον την ελευθερία κινήσεων και δεν θα μπορούσαν να αντιδράσουν αποτελεσματικά σε νέες παραβιάσεις των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών από τους Γερμανούς».

Βαθμιαία, η Γερμανία επανακτούσε δικαιώματα που είχε χάσει λόγω του αποτελέσματος του Μεγάλου Πολέμου. Οι αμερικανικές επενδύσεις στη Γερμανία, που άρχισαν να εισρέουν στη χώρα, δημιούργησαν μια ανακύκλωση κεφαλαίων που βοηθούσε στην πληρωμή των επανορθώσεων, αλλά αυτό δεν διατηρήθηκε για πολύ. Τον Οκτώβριο του 1929, το κραχ στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, σήμανε την απαρχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα υποχρέωσαν πολλές σημαντικές χώρες να στραφούν έντονα στο εσωτερικό τους για να τα επιλύσουν. Οπότε προσφέρθηκε η μεγάλη ευκαιρία απελευθέρωσης της Γερμανίας από δεσμεύσεις και υποχρεώσεις στην προσπάθειά της να επιλύσει και εκείνη τα μεγάλα οικονομικά της προβλήματα και να επανέλθει στο διεθνές προσκήνιο ως μια παγκόσμια δύναμη.

Σύμφωνα με έναν γνωστό Βρετανό ιστορικό, η παγκόσμια οικονομική κρίση της περιόδου του Μεσοπολέμου είχε βαθιά επίδραση στην ιστορία του 20ού αιώνα. Δίχως αυτή την οικονομική κατάρρευση «ασφαλώς δεν θα υπήρχε ο Χίτλερ», αλλά και οι σοσιαλιστές θα είχαν δει με μια άλλη ματιά τον εξελισσόμενο κόσμο.

«Οι ίδιες οι υπερήφανες ΗΠΑ, που τις θεωρούσαν ασφαλή λιμάνι απέναντι στους σεισμούς λιγότερο τυχερών ηπείρων, έγιναν το επίκεντρο του μεγαλύτερου παγκόσμιου σεισμού που κατέγραψαν ποτέ οι οικονομικοί ιστορικοί στην κλίμακα Ρίχτερ – της μεγάλης ύφεσης του Μεσοπολέμου. Με μια φράση: στη μεσοπολεμική περίοδο, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία φάνηκε να καταρρέει. Ουδείς γνώριζε πώς θα μπορούσε να επανακάμψει». Στη χειρότερη περίοδο της οικονομικής ύφης (1932-33), το 27% του εργατικού δυναμικού στις ΗΠΑ, το 22%-23% στη Βρετανία και το 44% στη Γερμανία ήταν άνεργο(10).

Την ίδια περίοδο της κρίσης, οι Ιάπωνες έκαναν επίδειξη δύναμης στην Απω Ανατολή με αφορμή μια συμπλοκή μεταξύ κινεζικών δυνάμεων  ;;;;;;; στις ιαπωνικές σιδηροδρομικές γραμμές στη Μαντζουρία. Το Σεπτέμβριο του 1931 οι Ιάπωνες εισέβαλαν στην Κίνα σε μια προσπάθεια να κατακτήσουν τμήματά της και να την διαμελίσουν. Αφού κατέλαβαν την περιοχή της Μαντζουρίας, που είναι μεγαλύτερη από την έκταση της Ιαπωνίας, την απέσπασαν από την Κίνα και δημιούργησαν ένα δήθεν ανεξάρτητο κράτος υπό την κυριαρχία τους. Στο νέο κράτος, το «Μαντζουκουό» (Κράτος της Μαντζουρίας) διόρισαν ως πρόεδρό του τον πρώην αυτοκράτορα της Κίνας, τον Που-Γι. Αλλά η διεθνή κοινότητα καταδίκασε την ιαπωνική ενέργεια, γεγονός που έκανε την Ιαπωνία ν’ αποχωρήσει από την Κοινωνία των Εθνών, το 1933. Βαθμιαία η Ιαπωνία, η Γερμανία και η Ιταλία άρχισαν να συντονίζονται και να διεκδικούν κυρίως από τους Αγγλοσάξωνες τουλάχιστον ένα μερίδιο της παγκόσμιας πίττας.

%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%bf%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-%cf%87%ce%b9%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b3%ce%ba

Στη Γερμανία, το 1933, στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, κρίθηκε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να προχωρήσει πλέον αποφασιστικά η χώρα στην αμφισβήτηση των «ατιμωτικών» συμφωνιών, όπως εκείνης των Βερσαλλιών, ν’ απορρίψει τους όρους που την εμπόδιζαν να επανέλθει στο διεθνές προσκήνιο ως μια μεγάλη στρατιωτική και πολιτική δύναμη, επανακτώντας το εθνικό της γόητρο που είχε τρωθεί. Αυτό το σκεπτικό δεν αφορούσε μόνο τον Χίτλερ, κυριαρχούσε από καιρό στο συντηρητικό πολιτικό κόσμο και σ’ ένα μεγάλο τμήμα της γερμανικής κοινής γνώμης γενικότερα. Το 1926, αρκετά χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο Γερμανός υπουργός Αμυνας, Βίλχελμ Γκρένερ, όταν του ζητήθηκε να διατυπώσει τα βασικά σημεία της γερμανικής στρατιωτικής πολιτικής για το μέλλον, έθεσε ως βασική της αρχή την ανάγκη να οργανωθούν και να στραφούν όλες οι δυνάμεις του λαού στη μάχη και στην εργασία».

Από το καλοκαίρι του 1932 οι κυβερνήσεις που αναλαμβάνουν την εξουσία στη Γερμανία είναι σαφώς δεξιές εθνικιστικές, αρχικά του Φραντς φον Πάπεν και στη συνέχεια του Σλάιχερ. Στις 29 Αυγούστου η γερμανική κυβέρνηση ζήτησε από τους Γάλλους άμεσες διαπραγματεύσεις για την ουσιαστική κατάργηση των περιορισμών στη στρατιωτική ανάπτυξη των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, γεγονός που προξένησε αναταραχή στη γαλλική κοινή γνώμη. Η Γερμανία ζητούσε επίσημα την αναθεώρηση των συνθηκών και ιδιαίτερα εκείνης των Βερσαλλιών. Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1932 έδωσαν μια ισχυρή παρουσία στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ, όχι όμως την πλειοψηφία. Αρχισαν οι διακριτικές επαφές του Χίτλερ με τον Φον Πάπεν. Τελικά, ο πρόεδρος της Γερμανίας, ο στρατάρχης Πάουλ φον Χέντενμπουργκ, στις 30 Ιανουαρίου 1933, έδωσε στον Χίτλερ την εντολή για το σχηματισμό κυβέρνησης, αντικαγκελάριος έγινε ο Πάπεν. Είναι αξιοσημείωτο ότι το φαντασιακό της Μεγάλης Γερμανίας που θα διεκδικούσε την παγκόσμια κυριαρχία, έβρισκε τη δικαίωσή του στην ανάδειξη από το 1925 του στρατάρχη Χίντενμπουργκ ως προέδρου της ηττημένης Γερμανίας. Ο Χίντενμπουργκ, ως εκπρόσωπος και σύμβολο της γερμανικής δύναμης, είχε υπάρξει αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Γερμανίας (1916-1918) στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η έγκριση του Χίντεμπουργκ για την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Χίτλερ, βοήθησε τον ηγέτη των εθνικοσοσιαλιστών ώστε να γίνει αποδεκτός από ένα μεγάλο τμήμα των Γερμανών συντηρητικών και «από εξέχοντα στελέχη» των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Στο πρόσωπο του Χίτλερ έβλεπαν ένα νέο ηγέτη, συνεπή εκπρόσωπο της στρατοκρατικής γερμανικής αναγέννησης, που θα οδηγούσε τη Γερμανία να επανέλθει στο διεθνές προσκήνιο και να διεκδικήσει την παγκόσμια κυριαρχία. Το φαντασιακό της Μεγάλης Γερμανίας που δεν είχε σβήσει, επανερχόταν στο προσκήνιο, κάτι που σήμαινε συγκεντρώσεις, δάκρυα και αίμα, αλλά αυτό ήταν κατά τους εθνικοσοσιαλιστές το πεπρωμένο της ανθρωπότητας.

Ο Χίτλερ επέβαλε ένα δικτατορικό καθεστώς, έθεσε εκτός νόμου τα αριστερά κόμματα και προχώρησε με γοργά βήματα στη στρατιωτικοποίηση της Γερμανίας και σε δημόσιες επενδύσεις, ώστε να είναι έτοιμη η χώρα από κάθε άποψη. Η πολεμική γερμανική αεροπορία που δημιουργήθηκε το 1935 κατά παράβαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ήταν εκείνη που θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο βομβαρδισμό του Λονδίνου, στην επίθεση κατά δεκάδων μετώπων του νέου Παγκοσμίου Πολέμου που πλησίαζε(11). Ολα εκινούντο με πυρετώδη ρυθμό στη Γερμανία. Οι πολεμικές προετοιμασίες είχαν ανάγκη από δημόσια έργα, δρόμους κ.λπ., για την προώθηση της στρατιωτικής μηχανής, εξοπλιστικά προγράμματα, παραγωγή τροφίμων, ένδυση κ.ά., έτσι που η μηχανή της βαριάς και ελαφράς βιομηχανίας έπρεπε να εργάζεται πυρετωδώς. Ο Χίτλερ και οι υπουργοί του συχνά δεν αποχωρίζονταν τη στρατιωτική τους ενδυμασία, που συμβόλιζε την πολεμική προετοιμασία που θα οδηγούσε στην εκστρατεία για την επαναφορά της Μεγάλης Γερμανίας στο παγκόσμιο προσκήνιο. Σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, η γερμανική ηγεσία πίστευε ότι ήταν έτοιμη να προχωρήσει δυναμικά στην εκτέλεση του σχεδίου της. Αρχικά προβλήθηκε η γερμανική ενότητα, η ένωση των «αλύτρωτων» Γερμανών με τη μητέρα πατρίδα. Το 1936 ο Χίτλερ διόρισε στη Βιέννη ως πρεσβευτή τον Φον Πάπεν που θα έπρεπε να εργαστεί για την ολοκλήρωση του σχεδίου της ενώσεως της Αυστρίας με το γερμανικό Ράιχ. Το «Auschluss» η προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία πραγματοποιήθηκε το 1938, παρ’ όλες τις προηγούμενες αντιδράσεις της αυστριακής κυβέρνησης. Στις 12 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στο αυστριακό έδαφος. Ο Χίτλερ και ο ίδιος αυστριακής καταγωγής, το απόγευμα της ίδιας μέρας πέρασε με αυτοκίνητο στην Αυστρία, για μια περιοδεία, περνώντας αρχικά από το Μπραουνάου τη γενέτειρά του. Στις 2 Απριλίου στη Βιέννη ο Χίτλερ διακήρυξε στην Πλατεία Ηρώων, ενώπιον μεγάλης λαϊκής συγκέντρωσης, την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ. Η Γαλλία και η Αγγλία έδειχναν μια περίεργη ανοχή στις αρχικές διεκδικήσεις του Χίτλερ, γεγονός που δεν διέφυγε της προσοχής τόσο της αυστριακής όσο και αργότερα της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης.

Η γερμανική ηγεσία είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται σοβαρά και να προβάλλει το θέμα της αυτονομίας της γερμανικής μειονότητας της Σουδητίας στην Τσεχοσλοβακία. Αργότερα οι Γερμανοί ζήτησαν την προσάρτηση της Σουδητίας, γεγονός που προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις τόσο στην Τσεχοσλοβακία όσο και σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η Γερμανία απείλησε με εισβολή στη Σουδητία, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεν ζήτησε την έκτακτη σύγκλιση μιας διάσκεψης. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1938 πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο η τετραμερή συνδιάσκεψη όπου έλαβαν μέρος ο Αγγλος πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν, ο Γάλλος ομόλογός του Εντουάρ Νταλαντιέ, ο ντούτσε Μπενίτο Μουσολίνι ως αρχηγός του ιταλικού κράτους, καθώς και ο φίρερ Αδόλφος Χίτλερ καγκελάριος και ταυτόχρονα πρόεδρος της Γερμανίας (μετά το θάνατο του Χίντενμπουργκ το καλοκαίρι του 1934). Στις 30 Σεπτεμβρίου συμφωνήθηκε από τους συμμετέχοντες η προσάρτηση της Σουδητίας στη Γερμανία. Η απόφαση πάρθηκε χωρίς να επιτραπεί η συμμετοχή Τσεχοσλοβάκου αντιπροσώπου στη συνδιάσκεψη. Οι Τσεχοσλοβάκοι τη Συμφωνία του Μονάχου την ένιωσαν ως ένα πισώπλατο χτύπημα εκ μέρους της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στη διεθνή κοινή γνώμη άρχισε να επικρατεί η εντύπωση ότι οι Αγγλογάλλοι έδειχναν ανέτοιμοι κι αιφνιδιασμένοι απέναντι στη γερμανική αποφασιστικότητα. Στη διάρκεια του 1936 ο Χίτλερ είχε προχωρήσει στην κατάληψη της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης της Ρηνανίας, γεγονός που υπήρξε κόλαφος για τους Γάλλους και τώρα, εντός του 1938, η Γερμανία προσαρτούσε την Αυστρία και τμήμα της Τσεχοσλοβακίας για να ακολουθήσει η διάλυση και οριστική κατάληψη της τελευταίας, με τη σύμφωνη γνώμη Αγγλίας και Γαλλίας. Η ίδια γενικά κατευναστική πολιτική εκ μέρους των Αγγλογάλλων παρουσιάστηκε και κατά την ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία, τον Οκτώβριο του 1935 και τη δημιουργία τον επόμενο χρόνο της Ανατολικής Ιταλικής Αφρικής (Ερυθραία, Σομαλία, Αιθιοπία). Αλλά και στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) οι κυβερνήσεις Αγγλίας και Γαλλίας ακολούθησαν μια πολιτική «ουδετερότητας», ενώ αντίθετα ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ συμμετείχαν ενεργά στο πλευρό του πραξικοπηματία Φράνκο με στρατό και αεροπορία.

Η Σοβιετική Ενωση παρακολουθούσε προσεκτικά τις εξελίξεις και την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας από τους Γερμανούς που τη θεώρησε ως μια προσπάθεια των Αγγλογάλλων, με το σύμφωνο του Μονάχου, να στρέψουν τον Χίτλερ προς τη ρωσική εδαφική επικράτεια. Η μαρξιστική ιδεολογία των μπολσεβίκων μιλούσε για το αναπόφευκτο των ιμπεριαλιστικών πολέμων, για τους οποίους η Σοβιετική Ενωση θα έπρεπε να είναι έτοιμη για να τους αντιμετωπίσει.

«Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Σοβιετική Ενωση έβαλε μπρος ένα τεράστιο πρόγραμμα βιομηχανικού και στρατιωτικού εκσυγχρονισμού και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 είχε θέσει τα θεμέλια της μελλοντικής της θέσης ως στρατιωτικής υπερδύναμης». Η Βρετανία και η Γαλλία άρχισαν να επανεξοπλίζονται με γοργούς ρυθμούς από το 1934 και από το 1936 επιτάχυναν τα προγράμματα επανεξοπλισμού. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 η ιταλική οικονομία άρχισε να συνδέεται όλο και πιο στενά με την πολεμική προετοιμασία. «Η Γερμανία του Χίτλερ έθεσε το 1936 ένα τετραετές πρόγραμμα που είχε σκοπό το μετασχηματισμό της γερμανικής οικονομίας, έτσι ώστε μέχρι τη δεκαετία του 1940 να έχει στη διάθεσή της τα στρατιωτικά μέσα που χρειάζονταν για να γίνει υπερδύναμη στην Ευρώπη».

Το αρχικό αντιπολεμικό κλίμα αμέσως μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε να δίνει τη θέση του σε μια ατμόσφαιρα που μύριζε μπαρούτι. Μεταξύ των ετών 1932 και 1937 το παγκόσμιο εμπόριο όπλων διπλασιάστηκε. Το 1939 στη Γερμανία, τα 2/3 των βιομηχανικών επενδύσεων διοχετεύονταν στην ευρύτερη πολεμική βιομηχανία. Το 25% του εργατικού δυναμικού της γερμανικής βιομηχανίας έβρισκε απασχόληση στην παραγωγή πολεμικών παραγγελιών, ενώ τα επιτελεία των Ενόπλων Δυνάμεων επιδόθηκαν σε απογραφή των εθνικών πόρων σε έμψυχο και άψυχο βιομηχανικό δυναμικό, με στόχο να διευκολύνουν και να επισπεύσουν τη μετατροπή της πολιτικής οικονομίας για την εξυπηρέτηση πολεμικών αναγκών(12).

Η Σοβιετική Ενωση επιθυμούσε να υπερισχύσουν οι διαφορές σ’ εκείνο το χώρο που θεωρούσε ότι αποτελούσε το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, ώστε να μη στραφεί ενωμένο εναντίον τους. Πίστευε, άλλωστε, στη θεωρία των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που είχαν παρουσιαστεί και στο παρελθόν. Οσον αφορά τον αντικομμουνιστικό αγώνα, αν και διέφεραν οι μέθοδοι αντιμετώπισής του, οι κυβερνήσεις Γαλλίας, Αγγλίας, Ιταλίας και Γερμανίας συμφωνούσαν, αλλά διαφωνούσαν στο μοίρασμα του παγκόσμιου πλούτου.

Η τελευταία πράξη του δράματος του Μεσοπολέμου μόνο λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος εκτυλίχθηκε στη Μόσχα με την υπογραφή της συμφωνίας των υπουργών Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενωσης, Βιάτσεσλαβ Μόλοτοφ και του ομολόγου του της Γερμανίας Γιόακιμ Ρίμπεντροπ στις 23 Αυγούστου 1939. Επρόκειτο για ένα μνημείο της διπλωματικής υποκρισίας των κρατών, καθώς οι δύο θανάσιμοι αντίπαλοι, η ΕΣΣΔ και η χιτλερική Γερμανία, παρουσιάζονταν ως φίλοι. Ενώ οι βαθύτεροι στόχοι και των δύο πλευρών ήταν τελείως διαφορετικοί από τις επίσημες διακηρύξεις τους.

Το κείμενο «του συμφώνου μη επίθεσης» μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ άρχιζε ως εξής: «Η κυβέρνηση του γερμανικού Ράιχ και η κυβέρνηση της Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών επιθυμώντας την ενδυνάμωση της ειρήνης μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ και αρχίζοντας από τις θεμελιώδεις διατάξεις του Συμφώνου Ουδετερότητας που συμφωνήθηκε τον Απρίλιο του 1926 μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ κατέληξαν στην ακόλουθη συμφωνία».

%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%bf%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-3

Το σύμφωνο περιλάμβανε εφτά άρθρα αλλά παράλληλα υπήρχε και ένα μυστικό πρωτόκολλο που δεν έλαβε δημοσιότητα και είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Μόλοτοφ και του Ρίμπεντροπ. Η επίσημη πλευρά του συμφώνου τόνιζε ότι οι δύο συμβαλλόμενοι «υποχρεούνται να απέχουν από κάθε πράξη βίας, κάθε επιθετική δράση του ενός έναντι του άλλου είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλες Δυνάμεις» και ότι αν μία από τις συμβαλλόμενες πλευρές γίνει αντικείμενο επιθετικής ενέργειας από μια τρίτη δύναμη, η άλλη συμβαλλόμενη πλευρά κατ’ ουδένα τρόπο «δεν θα προσφέρει την υποστήριξή της σε αυτή την τρίτη δύναμη». Το σύμφωνο ανέφερε επίσης ότι αν προκύψουν διαφωνίες ή συγκρούσεις μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών, αυτές  θα λυθούν αποκλειστικά με τη φιλική ανταλλαγή απόψεων ή αν χρειασθεί με τη σύσταση επιτροπών διαιτησίας».

Το μυστικό πρωτόκολλο αφορούσε εδαφικά ζητήματα και μελλοντικές πιθανές διεκδικήσεις. «Σε περίπτωση εδαφικής και πολιτικής επαναδιευθέτησης των περιοχών που ανήκαν στα βαλτικά κράτη (Φινλανδία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία), τα βόρεια σύνορα της Λιθουανίας θα αντιπροσωπεύουν τα όρια των σφαιρών επιρροής της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ», ανέφερε το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου. Σε ανάλογη περίπτωση για την Πολωνία «οι σφαίρες επιρροής της Γερμανίας και ΕΣΣΔ» θα οριοθετούσαν πλησίον της γραμμής των ποταμών Νάρεφ, Βιστούλα και Σαν.

Το πρωτόκολλο που έπρεπε να θεωρηθεί «αυστηρά απόρρητο», αναφερόταν και στη νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου η σοβιετική πλευρά επέδειξε το ενδιαφέρον της μόνο για τη Βεσαραβία (Ρουμανία), ενώ η γερμανική πλευρά δήλωσε «την πολιτική της αδιαφορία γι’ αυτές τις περιοχές», κάτι που βέβαια διαψεύστηκε από τα γεγονότα λίγο αργότερα.

Επρόκειτο για μια συμφωνία που η κάθε πλευρά έκρυβε απώτερες σκέψεις. Οι Γερμανοί επιθυμούσαν να κινηθούν απερίσπαστα εναντίον των Αγγλογάλλων και των φίλων τους, χωρίς να ενοχληθούν από τους Σοβιετικούς εναντίον των οποίων θα στρέφονταν αργότερα. Οι Σοβιετικοί δεν έβλεπαν με άσχημο μάτι τη διάσπαση εκείνου που θεωρούσαν ως ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, ώστε να μην το αντιμετωπίσουν ενωμένο εναντίον τους. Φυσικά, η μεγάλη διάσταση ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και τη Γερμανία ήταν ορατή και στο φως της μέρας σ’ όλο το προηγούμενο διάστημα. Ο Χίτλερ καταδίωξε έντονα τους Γερμανούς κομμουνιστές και η Κομμουνιστική Διεθνής κάλεσε για τη δημιουργία Λαϊκών Μετώπων που θα έμπαιναν φραγμός στις διάφορες χώρες εναντίον της ανόδου του φασισμού και του ναζισμού. Στις 25 Νοεμβρίου 1936 η Γερμανία και η Ιαπωνία υπέγραψαν το αποκαλούμενο «Σύμφωνο Αντικομιντέρν» που περιλάμβανε ευθείες διατυπώσεις εναντίον του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και κατά της ΕΣΣΔ.

Σ’ αυτό το σύμφωνο προσχώρησε ένα χρόνο αργότερα και η Ιταλία του Μουσολίνι. Όταν το 1936 ο στρατηγός Φράνκο τέθηκε επικεφαλής του στρατιωτικού κινήματος εναντίον της νόμιμης ισπανικής δημοκρατικής κυβέρνησης, ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ βρέθηκαν στο πλευρό του την πρώτη στιγμή με χερσαίες δυνάμεις και αεροπορία. Η Σοβιετική Ενωση ανταπάντησε με τη δημιουργία των Διεθνών Ταξιαρχιών που τάχθηκαν στο πλευρό της ισπανικής κυβέρνησης. Χιλιάδες κομμουνιστές από διάφορα σημεία του κόσμου εντάχθηκαν στις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών, ανάμεσά τους Ελληνες, Κύπριοι και Ελληνοαμερικανοί.

%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%bf%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-2

Αλλά στις τάξεις των Διεθνών Ταξιαρχιών υπήρχαν και αρκετοί που δεν ήταν κομμουνιστές και ανήκαν στους σοσιαλιστές και άλλες πολιτικές συνιστώσεις.

Ορισμένοι από τους ξένους εθελοντές εντάχθηκαν στους αναρχικούς ακόμα και στο τροτσκιστικό POUM για να πολεμήσουν στο πλευρό τους(13).

Στην Ισπανία, για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε η ένοπλη ενότητα δημοκρατών, αριστερών, σοσιαλιστών και κομμουνιστών για να αντιπαρατεθούν στο φρανκισμό. Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος έμοιαζε σαν η πρόβα τζενεράλε του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τελικά μετά από σχεδόν τριετή αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) οι Φρανκιστές επικράτησαν. Η τελική νίκη του Φράνκο στην Ισπανία πιθανόν να δημιούργησε τη λαθεμένη εντύπωση ότι οι δυνάμεις του φασισμού και του ναζισμού που είχαν ενισχύσει αποφασιστικά τους εθνικιστές στην Ισπανία ήταν πιο ισχυρές και αποτελεσματικά από το σύνολο των δημοκρατικών και κομμουνιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θα αποδείξει ακριβώς το αντίθετο.

Λίγο μετά την έναρξη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ σε συνεργασία με τον Ιωάννη Μεταξά, που βρίσκεται στη θέση του πρωθυπουργού, θα εγκαθιδρύσουν τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 στην Ελλάδα. Η νέα ελληνική πολιτική πραγματικότητα έχει παρόμοια ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά με τα φασιστικά καθεστώτα και κυρίως μια συστηματική πολεμική εναντίον των κομμουνιστών, αλλά στο βάθος έχει ένα έντονο και συγκαλυμμένο φιλο-αγγλικό χαρακτήρα που θα φανεί στην αντίστασή του εναντίον αρχικά του Μουσολίνι και αργότερα εναντίον της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα. Στη συνέχεια ο Γεώργιος και η κυβέρνησή του με τη βοήθεια των Αγγλων θα καταφύγουν στο εξωτερικό.

Μόνο λίγες μέρες μετά το σύμφωνο Μόλοτοφ – Ρίμπεντρεπ, με την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η περίοδος του Μεσοπολέμου είχε διαρκέσει 21 χρόνια. Ο νέος πόλεμος θα προκαλούσε εκατομμύρια θύματα, ανάμεσά τους και χιλιάδες Ελλήνων. Η ανθρωπότητα θα έμπαινε σε μια πολύ κρίσιμη και αποφασιστική περίοδο.

 

 

(1) Paul Preston, Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης 1914-1945

(2) J. Evans, United States Policy and the partition of Turkey 1914-1923, σελ. 179

(3) ΓΕΣ, ΔΙΣ, Το ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις μεσημβρινήν Ρωσίαν

(4) ΑΣΚΙ, Νικόλαος Σμπαρούνης – Τρίκορφος, Ημερολόγιον της εις Ρωσίαν εκστρατείας, σ. 30-31, σ. 134-135.

(5) Δ. Κιτσίκης, Συγκριτική Ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ό αιώνα, σε. 202.

(6) H. Morgenthau, Η αποστολή μου στην Αθήνα, σελ. 59-61

(7) Preston, Ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος ό.π. (Ιστορία της Σύγχρονης Ευρώπης – T.W. Blanning (επ.) Οξφόρδη) σελ. 221-222.

(8) Preston, ό.π. σελ. 225-226

(9) Chris Harumm, Η χαμένη επανάσταση στη Γερμανία 1918 – 1923, σελ. 436, Φ. Οικονομίδης Η επανάσταση στην Ελλάδα σελ. 483.

(10) E. Hobsbaun, Η εποχή των άκρων, ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1001, σελ. 117, 125.

(11) Οι πόλεμοι στην Ευρώπη μετά το 1918 (Richard Overy) σελ. 295-323 – Ιστορία της Σύγχρονης Ευρώπης.

(12) R. Overy, ο.π. σελ. 302-303.

(13) Andy Durgan, Touy Cliff, Ισπανία 1936, Λαϊκό Μέτωπο και επανάσταση ενάντια στο φασισμό. Gabriele ranzato, Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here