Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ούτε διαλαλεί την πραμάτεια της ούτε εκλιπαρεί τους περαστικούς να σταθούν και να αγοράσουν ένα από τα πακέτα χαρτομάντιλα που εκθέτει μπροστά της. Πάντα καθισμένη σ’ ένα σκαλί στον σταθμό του μετρό στην πλατεία Αττικής.

Τη βλέπω σχεδόν καθημερινά. Αδύνατο σαρκίο, φτωχικά ντυμένη, αλλά πόσο ευγενικό πρόσωπο· καλοσυνάτο, χαμογελαστό, καθαρό, φιλικό. Κανείς δεν ξέρει τι κουβαλά μέσα της, πού τρέχει ο λογισμός της, πού βρίσκεται η οικογένειά της. Να ‘χει οικογένεια; Να την περιμένει κάποιος στο σπίτι της; Να βρίσκει ένα πιάτο ζεστό φαγητό; Να ‘χει ένα σπιτικό να την προφυλάσσει από το κρύο και την παγωνιά του Δεκέμβρη;

Μικρά ερωτήματα, που αφορούν πολλούς άλλους, σε όλη την επικράτεια· ερωτήματα που ενοχλούν την «αρτιμέλειά» μας, τη βολή μας, τη συνείδησή μας, την ιδεολογία και τον ανθρωπισμό μας. Εκτεθειμένη στο τσουχτερό κρύο δεν διαφέρει από πολλούς άλλους άστεγους αλλά και πρόσφυγες. Δυο κοριτσόπουλα, 6-8 χρονώ, μελαψά και όμορφα την πλησιάζουν.

Βγάζει το ένα από το πανωφόρι του μια σοκολάτα, συνομιλεί για δευτερόλεπτα με το άλλο (πιθανώς αδερφάκι του) και με αποφασιστική κίνηση την προσφέρει στην ηλικιωμένη κυρία. Τη σφίγγει στα χέρια της. Τα μάτια της λάμπουν. Επιχειρεί να δώσει ένα πακέτο χαρτομάντιλα στα κοριτσάκια. Αυτά αρνούνται, κάπως αμήχανα.

Παρεμβαίνει ένα ζευγάρι, ιδίου χρώματος με τα παιδιά (προφανώς οι γονείς τους), και πολύ ευγενικά την αποτρέπουν. Τα παιδιά «λειτούργησαν» από μόνα τους, προσπαθούν να πουν με σπασμένα ελληνικά. Το ‘καναν μέσα από την καρδούλα τους, να βοηθήσουν τη γιαγιά, να τη γλυκάνουν.

Πόσο όμορφοι γονείς και πόσο πιο όμορφα τα παιδιά τους -εκπατρισμένα, ξενιτεμένα, κυνηγημένα και τρομοκρατημένα ίσως, αλλά με πόση καλοσύνη μέσα τους. «Να δώσεις το χαρτομάντιλο σε άλλους ανθρώπους, κυρία», προφέρουν με πολύ ωραία ελληνικά, «να κερδίσεις περισσότερα χρήματα».

Το κρύο σταματάει ξαφνικά. Φως μελαψό καταλαμβάνει την ατμόσφαιρα· ο σταθμός ομορφαίνει, «μεγαλώνει», εξανθρωπίζεται. Η παιδική αλληλεγγύη, η γλυκιά διάθεση να βοηθήσουν έναν άνθρωπο που θεωρούν ότι έχει ανάγκη ζεσταίνει τα σκαλιά του σταθμού, μεταμορφώνει τα σκληρά πρόσωπα των πολλών, πολλαπλασιάζει τα σκιρτήματα (και φτερουγίσματα) όσων παρακολουθούν, επιταχύνει τη ροή του αίματος μέσα στις φλέβες, αναθερμαίνει το δέρμα της αδιαφορίας.

Κυρίως (ανα)ταράζονται οι «βεβαιότητές» μας, ειδικά εκείνων που ευαγγελίζονται την «καθαρότητα» (οι ξένοι μάς παίρνουν τις δουλειές, να πάνε σπίτια τους και άλλα ανόητα πομπώδη): Τα μικρά μελαψά κορίτσια μάς κάνουν να διερωτηθούμε για τα αισθήματά μας, για τη βαθμίδα πολιτισμού μας, για το εύρος της αλληλεγγύης, μας αλλάζουν την οπτική γωνία, τα ιδεολογικά στερεότυπα· όχι;

Ετσι κι αλλιώς τα παιδιά πάντα μιλούν (ημεδαπά και αλλοδαπά), ακόμη και με τη σιωπή τους, με μικρές χαριτωμένες κινήσεις, με διεθνιστική αφοπλιστικότητα. Υπάρχουν και ‘κείνα τα παιδιά (μεταναστόπουλα, προσφυγόπουλα) που αποκτάνε εμπειρίες πριν από την ώρα τους -η ζωή (των μεγάλων και των «ισχυρών») δεν φέρεται ευνοϊκά απέναντί τους· αυτά, όμως, καταφέρνουν κι αντεπεξέρχονται· μιλάει η καρδούλα τους περισσότερο γιατί πότε να προλάβει να «καθιερωθεί» η λογική στην κάθε τους μέρα;

Χάιδεψε τα κεφαλάκια των κοριτσιών η κυρία με τα χαρτομάντιλα, σκούπισε διακριτικά ένα της δάκρυ, ξετύλιξε τη σοκολάτα και άρχισε να τη μασουλάει με γαλήνη. Οι γονείς πήραν τα παιδιά τους από το χέρι και απομακρύνθηκαν· χάθηκαν μέσα στην πολυκοσμία. Σαν μελωδία ακουγόταν ο ήχος από τους συρμούς των τρένων. Κανείς απ’ όσους ήμασταν δίπλα δεν ένιωθε πια το κρύο, κανείς δεν έσπρωχνε, δεν βιαζόταν, δεν έβριζε…

Aπό Εφημερίδα των Συντακτών

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here