Μάρω Βαμβουνάκη: «Η Γλυκοφιλούσα που φλόγισε εκστατικά την ποίηση»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

 

 «Εχει μια λύπη η δέησή μας, από έναν παιδικό καιρό, που ξανάνθισε μια τρυφερότητα νησιώτικης ακρογιαλιάς, που καθρεφτίζει τους οικτιρμούς σου. Κατέβα από τους λόφους, φέρε την πηγή του ελέους σου ν’ αναβλύση πλάι στην πληγή μας». Ψαλτήρια επίκληση στην Παναγία, του Ματθαίου Μουντέ. Ο Φώτης Κόντογλου αναφέρει: «Σήμερα τ’ αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δέντρα σα να γενήκανε πιο χλωρά, τ’ αυγουστιάτικο κύμα σα ν’ αρμενίζει πια δροσερό μέσα στο πέλαγο κι αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη. Το κάθε τι πανηγυρίζει κι αγάλλεται».Στον παπαδιαμαντικό ρεμβασμό κυριαρχεί η μορφή του Φραγκούλη Φραγκούλα, του φιλέρημου γέροντα στο ναΐσκο της Παναγίας της Πρέκλας. «Αφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη. Ελεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα και τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων… Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε…» Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν».Στην ξεχωριστή μεθαυριανή μέρα, ψηφίδα από τον «Αγιον Αύγουστο, αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σ’ αυτόν θα κάνω την προσευχή μου», στέκεται και ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Τη μέρα κείνη, της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθονταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε. Είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι». «Στη φλογέρα του βασιλιά», αναπτύσσοντας το βυζαντινό του όραμα ο Κωστής Παλαμάς, αφιερώνει στην «ηλιόκαλλη μορφή της Παρθένου» εκατοντάδες στίχους: «Φορείς τον ήλιο φόρεμα, σκαμνί σου το φεγγάρι, για ν’ ακουμπάς τα πόδια σου, και γύρο στα μαλλιά σου στεφάνι δωδεκάστερο. Και δέρνουν τα πλευρά σου φτερούγια σαν του σταυραϊτού, με κείνα για να τρέχεις απ’ της παράδεισος το φως, στης κόλασης τη νύχτα».

Με αφορμή τον Δεκαπενταύγουστο ας θυμηθούμε μια παλαιότερη συνέντευξη με τη συγγραφέα Μάρω Βαμβουνάκη.

– Ο φετινός ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου;

«Οι μεγαλύτεροι, οι ελκυστικότεροι ρεμβασμοί επιδιώκουν τη θραύση του χρόνου. Ρεμβάζοντας ψάχνουμε να ανακαλύψουμε μια ρωγμή, να ακουμπήσουμε εκεί το μάτι μας και να κοιτάξουμε κατά το παρελθόν, κατά το μέλλον. Επιζητούμε τελικά να ατενίσουμε το ατέρμονο, το αιώνιο. Διότι ανήκει στη φύση μας η αθανασία, γι’ αυτό δεν υποφέρεται ο θάνατος, δεν αντέχεται η λήξη μιας ευτυχίας. Η φύση μας είναι ζυμωμένη από αιωνιότητα, είτε πιστεύουμε στον αιώνιο Θεό ή όχι. Ολοι μας, δηλαδή, νοσταλγούμε».

– Οι Παναγίες του κόσμου;

«Εορτάζουν αύριο όπως και οι Μαρίες της γης. Και αν όντως κάθε όνομα που βαφτιζόμαστε φέρει και μια ευθύνη μας για τα ιδιώματα του αγίου προσώπου που συνδέεται και μας συνδέει, καταλαβαίνετε τη σημασία τού να ονομάζεται μια Μαρία! Μακάρι να ζούσαμε με τέτοιες αξίες, σημεία και ζωτικούς συμβολισμούς. Δεν θα υπέφερε τόσο ο κόσμος από την κατάθλιψη του κενού, από τις απελπισίες της ανίας. Με τέτοια νοήματα δεν θα μαραινόταν από τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Οι δυσκολίες θα μεταμορφώνονταν σε προκλητικές περιπέτειες».

– Ξεχωρίζετε κάποιο από τα προσωνύμιά της;

«Μα το Γλυκοφιλούσα, βέβαια!».

– Χαροποιόν το πένθος;

«Πάντα σα γιορτή μεγάλης χαράς την ένιωθα. Πριν χρόνια, όταν πρωτοαντίκρισα, στο τέμπλο της μεγάλης παραλιακής εκκλησίας στην Αίγινα, την εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου, σφίχτηκε η καρδιά μου. Ενα τοσοδούλι κοριτσάκι, σα δροσοσταλίδα, να μπαίνει αφιερωμένο στο ναό, να προχωράει θαρρετά και σαν θεληματικά προς τα φριχτότερα μαρτύρια μιας μέλλουσας μάνας… Τον Δεκαπενταύγουστο όμως όλα είναι πια αλλιώς και τελειωμένα. Ξεκούραστη, γαλήνια στο κρεβάτι της και ο γιος της επιτέλους να ξανακατεβαίνει από τους ουρανούς, να την αγκαλιάζει εκείνην τώρα σα βρέφος και να την παραλαμβάνει. Σε ένα σμίξιμό τους παντοτινό».

– Σε ποια πρόσωπα συναντάμε την Παναγία σήμερα;

«Νομίζω πως όλα τα παιδιά αποζητούν μια Παναγία μέσα στη μάνα τους. Θα τολμούσα να πω πως και οι αληθινά ερωτευμένοι μια Παναγία επιζητούν στο βυθό της ψυχής που αγαπούν. Οι άνθρωποι, ασχέτως αν θρησκεύονται ή δηλώνουν άθεοι, άγονται και φέρονται από συναισθήματα και πόθους που διψούν το απόλυτο. Το απόλυτα αληθινό, το απόλυτα αγνό, το απόλυτα καλό, το απόλυτα αφοσιωμένο. Και από τον εαυτό μας το θέλουμε αυτό, όμως ο εγωισμός μάς κάνει επιεικείς με εμάς και απαιτητικότατους με τους άλλους. Τελικά, τέτοιοι πόθοι αξεδίψαστοι είναι που βασανίζουν και εμπνέουν τη ζωή».

– «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε…»

«Δεν ξέρω να υπάρχει στους αιώνες πρόσωπο που να έχει φλογίσει τόσο πολύ και τόσο εκστατικά την ποίηση όσο η Παναγία. Οι ύμνοι, τα χαίρε, οι παρακλήσεις πέρα από την πνευματικότητα που φέρουν είναι λογοτεχνικά αριστουργήματα. Αυτό που λέτε, για την αστραπιαία άφιξη των Αποστόλων από τα πέρατα της γης όπου ταξίδευαν, γύρω από το κρεβάτι της, είναι τόσο υπερβατικό και συγκινητικό γεγονός, τόσο δυναμικό όπως μονάχα τα θαύματα είναι.Εγώ αγαπώ πολύ και τον παρηγορητικό στίχο του Δεκαπενταύγουστου που καθησυχάζει: «Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε…»».

– Θυμάστε τους παιδικούς σας καιρούς;

«Οσο πιο μικροί στην ηλικία τόσο πιο κοντά στον απολεσθέντα Παράδεισο και στα φρέσκα ίχνη του. Τα παιδιά, αγνά και ευφυή στην καρδιά τους -όσο πιο αγνή μια καρδιά τόσο εξυπνότερη- διακρίνουν αλήθειες, ζουν συχνά μεταφυσικά. Με το πέρασμα της παιδικής ηλικίας όλο και προχωράμε μέσα στην εξορία της ενήλικης ζωής. Στη θλίψη της χαμένης παιδικότητας, της χαμένης Εδέμ πιο πίσω. Κάθε φορά που αναλογιζόμαστε εκείνους τους χαμένους καιρούς, ξανανθίζει το τότε και η αόριστη απώλεια μας πλημμυρίζει με θλίψη. Δεν είναι φυσικό; Ωρες ώρες υποψιάζομαι ότι οι ηλικιωμένοι που πάσχουν από άνοια και ξαναγίνονται παιδιά, ίσως να το επιλέγουν με κάποιο, νοσηρό έστω, τρόπο. Μια αλλόκοτη επιστροφή στον παιδικό εαυτό, από παθολογική νοσταλγία. Ισως…».

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here