Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Μια περιπλανώμενη σκέψη μέσα στη ροή της κοινωνίας

Χαμογελούσε, χρησιμοποιώντας την αγαπημένη του πίπα –σε μια κίνηση που του είχε γίνει συνήθεια- για να δώσει ρυθμό στις λέξεις που εκστόμιζε με φειδώ. Από χθες, το σύννεφο καπνού που συνόδευε τις συζητήσεις του Ζίγκμουντ Μπάουμαν δεν θα κρύβει πια το πρόσωπό του. Ο θάνατός του ήρθε σαν μια γροθιά στο στομάχι, ξαφνικά, παρότι η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί τους τελευταίους μήνες. Και αμέσως τα σάιτ στο ίντερνετ τον αποκάλεσαν θεωρητικό της ρευστής κοινωνίας, μια ταμπέλα που τον διασκέδαζε, γιατί σηματοδοτούσε μια επικοινωνιακή πραγματικότητα που έτεινε προς τη μέγιστη απλούστευση ενάντια στην οποία επικαλούνταν μια νοητική αυστηρότητα χαρακτηριστική ενός διανοουμένου του εικοστού αιώνα.

Σύζευξη ακαδημαϊκής και λαϊκής κουλτούρας

Συχνά αγανακτούσε. «Μόνο αυτά που πίνω μου αρέσει να είναι ρευστά», είχε δηλώσει κάποτε, ενοχλημένος από τη σύγκριση με τους μεταμοντέρνους θεωρητικούς ή με τους κοινωνιολόγους των «μικρών πραγμάτων». Η ρευστή νεωτερικότητά του ήταν η απεικόνιση μιας τάσης υπό εφαρμογή, όχι ενός μη ιστορικού «νόμου» που ισχύει στους αιώνες των αιώνων. Γι’ αυτό, απέρριπτε κάθε καταστροφική ανάγνωση του παρόντος προς χάρη μιας υπομονετικής δουλειάς που πρόσθετε μια-μια τις ψηφίδες ενός παζλ του παρόντος, αλλά που αντιλαμβανόταν ότι ασφαλώς δεν θα ολοκλήρωνε ο ίδιος. Ο Μπάουμαν, πράγματι, φρόντιζε με φυσικότητα να μην αφήσει να πέσει στη λάσπη η πεποίθηση ότι μπορούμε να σκεφτόμαστε την κοινωνία όχι σαν ένα άθροισμα θραυσμάτων ή αυτοαναφορικών συστημάτων, όπως αντίθετα ισχυρίζονταν οι κληρονόμοι του Τάλκοτ Πάρσονς, μελετητή των Ηνωμένων Πολιτειών που ο Μπάουμαν είχε διαβάσει και γνωρίσει προσωπικά στη Βαρσοβία όταν ο ψυχρός πόλεμος ήταν στο αποκορύφωμά του.
Κάθε φορά που έπαιρνε το λόγο σε δημόσιο χώρο ο Μπάουμαν εμφάνιζε ξεκάθαρα την τάση του προς τη σαφήνεια, και, όπως θύμιζε πολλές φορές στις συνεντεύξεις του, αυτό δεν γινόταν χωρίς κόπο. Ήταν μια τάση που είχε αποκτήσει στα χρόνια της μαθητείας του στη διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Μιλούσε εναλλάσσοντας αναφορές των «μεγάλων γερόντων» της κοινωνιολογίας και φράσεις που προέρχονταν από τις διαφημίσεις, τα περιοδικά και τις εφημερίδες. Το να βάζει μαζί την ακαδημαϊκή κουλτούρα και τη «λαϊκή» κουλτούρα ήταν απαραίτητο για να αποδώσει εκείνη τη διάλυση της «στέρεης νεωτερικότητας» που είχε αντικατασταθεί από μια «ρευστή νεωτερικότητα», όπου δεν υπήρχε σημείο ισορροπίας και όπου ολόκληρη η κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική τάξη του εικοστού αιώνα είχε ρευστοποιηθεί, τροφοδοτώντας μια συνεχή ροή πεποιθήσεων και συλλογικής φαντασίας, την οποία το εθνικό κράτος δεν κατόρθωνε να στρέψει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν χαρακτηρίστηκε, λοιπόν, θεωρητικός της ρευστής κοινωνίας. Ασφαλώς αυτό ήταν κάτι απρόσμενο για ένα κοινωνιολόγο που αρνιόταν να τον συνδέουν με την τάδε ή τη δείνα «σχολή», χωρίς όμως να παραιτηθεί από το να θεωρεί τον Αντόνιο Γκράμσι και τον Ίταλο Καλβίνο δύο πολικούς αστέρες της «περιπλάνησής» του στον αιώνα των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, τον εικοστό.

Ενάντια σε κάθε μορφή αντισημιτισμού

Γεννήθηκε στην Πολωνία το 1925 σε μια εβραϊκή οικογένεια και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του την πρώτη φορά με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στη Βαρσοβία. Βρέθηκε στη Σοβιετική Ένωση και εντάχθηκε στον στρατό της ελεύθερης Πολωνίας.

Μετά το τέλος του πολέμου είχε δύο επιλογές: να παραμείνει στο στρατό ή να ξαναρχίσει τις σπουδές του, που είχε εγκαταλείψει απότομα. Τελικά ολοκληρώνει τις σπουδές του και καταλαμβάνει έδρα καθηγητή πολύ νωρίς. Στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα εκδηλώνεται η σχέση του με τη νέα σοσιαλιστική εξουσία. Ο Μπάουμαν ήταν πεπεισμένος ότι η νέα κοινωνία έπρεπε να οικοδομηθεί πάνω στα ερείπια της παλιάς. Στη Βαρσοβία, η σχολή της κοινωνιολογίας ήταν μια ξεχωριστή νησίδα, που φιλοξενούσε και θεωρητικούς που δεν ήταν αρεστοί στο καθεστώς. Στη Βαρσοβία έφθαναν και ετερόδοξα βιβλία, του Εμίλ Ντουρκχάιμ, του Τέοντορ Αντόρνο, του Γκέοργκ Ζίμελ, του Μαξ Βέμπερ, του Ζαν Πολ Σαρτρ, του Ίταλο Καλβίνο και του Αντόνιο Γκράμσι. Όταν στους δρόμους της Βαρσοβίας και της Κρακοβίας εμφανίστηκε ένα άτυπο φοιτητικό κίνημα, ο Μπάουμαν πήρε το λόγο για να το στηρίξει.
Ο Μπάουμαν μίλησε για τη μαρξιστική κοινωνιολογία με μια οξυδερκή ανάλυση της μετάβασης της πολωνικής κοινωνίας από αγροτική σε βιομηχανική, που εστιάζει στις αλλαγές που συνέβησαν στις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα. Κρίση της πατριαρχικής οικογένειας, απώλεια της επιρροής της καθολικής εκκλησίας στον προσανατολισμό των ιδιωτικών και συλλογικών συμπεριφορών. Τέλος, απουσία μιας πεισμένης ένταξης της εργατικής τάξης στο σοσιαλιστικό καθεστώς, άποψη που το καθεστώς δεν είδε θετικά. Όταν, μεταξύ 1968 και 1970, η εξουσία χρησιμοποιεί τα όπλα του αντισημιτισμού, η συνετή κριτική του γίνεται πλήρης διαφωνία. Για τον Μπάουμαν, εκείνο το «ποτέ πια» που φώναζαν οι επιζήσαντες εβραίοι δεν περιοριζόταν μόνο στο Ολοκαύτωμα, αλλά σε κάθε μορφή αντισημιτισμού. Έτσι εγκατέλειψε τη χώρα για να εγκατασταθεί στο Ενωμένο Βασίλειο.
Η πρώτη περίοδος του Μπάουμαν στην Αγγλία ήταν ένα ξεκαθάρισμα θεωρητικών λογαριασμών με τον «σοβιετικό μαρξισμό». Αρχίζει να παίρνει αποστάσεις από τη μαρξιστική ιδέα του προλεταριάτου ως υποκειμένου του μετασχηματισμού.
Στη συνέχεια το αντικείμενο μελέτης του είναι η εβραϊκή ταυτότητα. Η σύντροφός του είχε επιζήσει από τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τον συντρόφεψε και στη συγγραφή του «Νεωτερικότητα και Ολοκαύτωμα». Το Ολοκαύτωμα, γράφει ο Μπάουμαν, είναι ένα προϊόν της νεωτερικότητας. Είναι η σκοτεινή της πλευρά, γιατί ο ορθολογικός σχεδιασμός της εξόντωσης χρησιμοποίησε όλα τα εξελιγμένα εργαλεία, αρχίζοντας από την πεποίθηση ότι όλα μπορούν να καταγραφούν, να μαζικοποιηθούν και να διοικηθούν σύμφωνα με ένα ορθολογικό σχέδιο αποτελεσματικότητας.

Όταν τα πάντα είναι ρευστά

Το δοκίμιό του για την παγκοσμιοποίηση ηχεί σαν ένα κατηγορώ απέναντι στην ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς. Η οικογένεια, τα κόμματα, η εκκλησία, το σχολείο, το κράτος έχουν οριστικά διαβρωθεί από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Όλα έχουν γίνει ρευστά. Μπορεί ο εικοστός αιώνας να πρόδωσε τις υποσχέσεις μιας καλής κοινωνίας, όμως και η νέα χιλιετία δεν βλέπει τη μεγέθυνση της ευημερίας για όλους τους κατοίκους του πλανήτη που υπόσχονται οι «διανοούμενοι» του νεοφιλελευθερισμού. Η παγκοσμιοποίηση και η ρευστή κοινωνία παράγουν αποκλεισμό.
Είναι τα χρόνια που ο έρωτας είναι ρευστός, το σχολείο είναι ρευστό, τα πάντα είναι ρευστά. Ο Μπάουμαν χαμογελάει με τον εκχυδαϊσμό που τροφοδοτεί ο τύπος. Μια ανησυχητική διαδικασία που πρέπει να μελετηθεί με προσοχή καταντάει σχεδόν μια κουβέντα καφενείου.
Ο Μπάουμαν είναι πολύ αγαπητός στους κύκλους των καθολικών θεωρητικών λόγω της επίκλησης του ήθους, ενώ η αριστερά θεωρεί ότι ο Μπάουμαν δίνει ελάχιστη προσοχή στις υλικές συνθήκες. Όμως οι τελευταίες περιπλανήσεις του Μπάουμαν στον παγκόσμιο ιστό δείχνουν ένα συγγραφέα που εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η διάσταση της επισφάλειας και του φόβου γίνεται ισχυρό εργαλείο διαχείρισης της καθεστηκυίας εξουσίας, που βρίσκει στο διαδίκτυο ένα εκπληκτικό όργανο για μια λεπτομερειακή παρακολούθηση συμπεριφορών, τρόπων ζωής, που συνδυάζονται εφόσον αποτελούν δεδομένα τροφοδότησης της τελετουργίας της κατανάλωσης.
Ο Μπάουμαν δεν ήθελε να τον θεωρούν στρατευμένο διανοούμενο. Έβλεπε με περιέργεια τα κοινωνικά κινήματα, μολονότι υπεράσπιζε πάντα με πάθος το κοινωνικό κράτος («η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης της κοινωνίας που οι άνθρωποι κατόρθωσαν να κάνουν λειτουργική»). Στις συζητήσεις με τον συντάκτη αυτού του άρθρου μιλούσε με πικρία για τους opinion makers, τους νέους μαθητευόμενους μάγους της κοινής γνώμης, αλλά επικαλούνταν την ηθική και πολιτική διάσταση του ειδικού διανοούμενου του Μισέλ Φουκό, ως τον μοναδικό πολιτικό τρόπο να στοχαστεί κανείς την κοινωνία χωρίς να καταλήξει σε μια στεγνή κατάταξη των θρήνων για τα πράγματα που δεν πάνε καλά.

Απόδοση από το Manifesto:
Τόνια Τσίτσοβιτς

*******************************

Το περιβάλλον της αβεβαιότητας

Ο Μπάουμαν  βρέθηκε στη Σοβιετική Ένωση και εντάχθηκε στον στρατό της ελεύθερης Πολωνίας. Μετά το τέλος του πολέμου είχε δύο επιλογές: να παραμείνει στο στρατό ή να ξαναρχίσει τις σπουδές του.

Η με­τα­νά­στευ­ση και η νεω­τε­ρι­κό­τη­τα εί­ναι δύο έν­νοιες α­δια­χώ­ρι­στες. Δεν μπο­ρεί κα­νείς να φα­ντα­στεί τη διά­δο­ση του εκ­συγ­χρο­νι­σμού α­να την υ­φύ­λιο, χω­ρίς την με­τα­κί­νη­ση ε­νός ση­μα­ντι­κού α­ριθ­μού αν­θρώ­πων. Η νεω­τε­ρι­κό­τη­τα έ­χει δυο βα­ριές, διαρ­κώς ε­πι­τα­χυ­νό­με­νες «βιο­μη­χα­νίες» που δεν η­συ­χά­ζουν πο­τέ. Κοι­νό τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι η πα­ρα­γω­γή πολ­λών, πε­ριτ­τών αν­θρώ­πων, που δεν μπο­ρούν να στε­γα­στούν, που πρέ­πει να ε­ξα­σφα­λί­σουν τα μέ­σα για την ε­πι­βίω­σή τους αλ­λού, που βρί­σκο­νται συ­νε­χώς σε κί­νη­ση εί­τε τους α­ρέ­σει εί­τε ό­χι. Η πρώ­τη «βιο­μη­χα­νία» εί­ναι η κα­τα­σκευή της τά­ξης. Πρό­κει­ται για μια εμ­μο­νή της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας. Η δεύ­τε­ρη εί­ναι αυ­τό που ο­νο­μά­ζου­με «οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη», που βα­σί­ζε­ται στην αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γής με ό­λο μι­κρό­τε­ρα έ­ξο­δα και λι­γό­τε­ρη ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη. Στην ε­ξέ­λι­ξη και των δύο αυ­τών δια­δι­κα­σιών άν­θρω­ποι κα­θί­στα­νται πε­ριτ­τοί, με­τα­τρέ­πο­νται σε«αν­θρώ­πι­να α­πορ­ρίμ­μα­τα» της εμ­βά­θυν­σης της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας, που χά­νουν το προ­σω­πι­κό κε­φά­λαιο δε­ξιο­τή­των και ε­μπει­ριών, και πρέ­πει να ξε­κι­νή­σουν α­πό την αρ­χή, να ψά­ξουν την τύ­χη τους αλ­λού.

Άνθρω­ποι σε κί­νη­ση

Όταν η Ευ­ρώ­πη ή­ταν η μο­να­δι­κή πε­ριο­χή του κό­σμου σε δια­δι­κα­σία εκ­συγ­χρο­νι­σμού, με­τα­νά­στες ή­ταν οι Ευ­ρω­παίοι. Έχε­τε υ­πό­ψην σας ό­τι τους προ­η­γού­με­νους δύο αιώ­νες, σύμ­φω­να με ε­κτι­μή­σεις πε­ρί­που 50-80 ε­κα­τομ­μύ­ρια Ευ­ρω­παίοι με­τα­νά­στευ­σαν σε «κε­νές» πε­ριο­χές στη βό­ρεια και νό­τια Αμε­ρι­κή και αλ­λού. Επρό­κει­το για έ­να δια­φο­ρε­τι­κό τύ­πο με­τα­νά­στευ­σης α­πό το ση­με­ρι­νό, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει με­τα­νά­στευ­ση, και εν­δε­χο­μέ­νως οι γη­γε­νείς των «κε­νών» αυ­τών πε­ριο­χών δεν θα ή­ταν ι­διαί­τε­ρα εν­θου­σια­σμέ­νοι με την προο­πτι­κή της εν­σω­μά­τω­σης αυ­τών των αν­θρώ­πων, ό­πως συμ­βαί­νει τώ­ρα και με μας.
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της ση­με­ρι­νής με­τα­νά­στευ­σης εί­ναι αυ­τό που α­πο­κα­λώ «δια­σπο­ρά». Οι άν­θρω­ποι που με­τα­να­στεύουν τώ­ρα εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να δε­χτούν τον τρό­πο ζωής των χω­ρών στις ο­ποίες κα­τα­λή­γουν. Αντι­στέ­κο­νται στην εν­σω­μά­τω­ση και θα πα­ρα­μεί­νουν οι Ξέ­νοι, οι Άλλοι πι­θα­νό­τα­τα για με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα. Οι δια­σπο­ρές χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό πολ­λα­πλές ταυ­τό­τη­τες, βιώ­νουν μια σύ­γκρου­ση ταυ­το­τή­των, κα­θώς σε δια­φο­ρε­τι­κές πε­ρι­στά­σεις α­νή­κουν σε δια­φο­ρε­τι­κές ο­μά­δες. Αυ­τό εί­ναι μό­νο μία διά­στα­ση του χα­ρα­κτη­ρι­στι­κού της ε­πο­χής μας, αυ­τού της διά­χυ­της α­βε­βαιό­τη­τας. Όλα εί­ναι ρευ­στά, κι­νού­νται τό­σο γρή­γο­ρα, ώ­στε πριν προ­λά­βου­με να αν­στο­χα­στού­με, να κα­τα­νοή­σου­με την κα­τά­στα­ση αυ­τή έ­χει ή­δη με­τα­βλη­θεί. Αυ­τό δη­μιουρ­γεί μια διά­χυ­τη α­να­σφά­λεια, που ση­μαί­νει πο­λύ α­πλά ό­τι μπο­ρούν να συμ­βούν τα πά­ντα, χω­ρίς ε­μείς να έ­χου­με τη δυ­να­τό­τη­τα πα­ρέμ­βα­σης.

Οι με­τα­νά­στες ως πο­λι­τι­κό κε­φά­λαιο

Οι με­τα­νά­στες εί­ναι φυ­σι­κό να κα­τη­γο­ρη­θούν γι’ αυ­τή τη συν­θή­κη. Και αυ­τό για­τί α­πο­τε­λούν το προ­κε­χω­ρη­μέ­νο φυ­λά­κιο του «α­πό­λυ­του α­γνώ­στου». Το α­πό­λυ­το αυ­τό ά­γνω­στο βρί­σκε­ται ε­κεί έ­ξω, α­κού­με γι’ αυ­τό, δεν το βλέ­που­με, αλ­λά α­κό­μα και αν μπο­ρού­σαν, δεν έ­χου­με τη δυ­να­τό­τη­τα να το προ­σεγ­γί­σου­με. Αυ­τό το ά­γνω­στο εί­ναι υ­πεύ­θυ­νο για τη με­τα­νά­στευ­ση και για ό­λες τις ε­στίες α­βε­βαιό­τη­τας α­πό τις ο­ποίες υ­πο­φέ­ρουν οι άν­θρω­ποι. Οι με­τα­νά­στες, ό­μως, εί­ναι ο­ρα­τοί, κο­ντά μας, ε­πι τό­που. Εί­ναι γι’ αυ­τό πο­λύ χρή­σι­μοι, έ­χουν κα­τα­σκευα­στεί για να εί­μα­στε προ­κα­τει­λημ­μέ­νοι ε­να­ντίον τους. Πα­ρα­φρά­ζο­ντας το Βολ­ταί­ρο «αν δεν υ­πήρ­χαν, θα έ­πρε­πε να τους ε­φεύ­ρου­με». Εί­ναι α­πο­λύ­τως α­πα­ραί­τη­τοι για να πα­ραχ­θεί πο­λι­τι­κή. Έχουν προ­βά­δι­σμα έ­να­ντι στη μά­χη α­πέ­να­ντι στο μα­κρι­νό και α­νώ­νυ­μο πα­γκό­σμιο κε­φά­λαιο και ε­μπό­ριο, την πα­γκό­σμια τρο­μο­κρα­τία κ.λπ., για­τί εί­ναι α­πτοί, εί­ναι γεί­το­νές μας. Μπο­ρεί κα­νείς με­σώ των με­τα­να­στών να ε­ξοι­κειω­θεί με το α­νοί­κειο, να σω­μα­το­ποιή­σει το ά­γνω­στο.
Δεύ­τε­ρον μπο­ρούν να πά­ρουν τη θέ­ση του ε­νό­χου, να κα­τη­γο­ρη­θούν. Σε α­ντί­θε­ση με τους α­πό­μα­κρους κιν­δύ­νους που α­να­φέ­ρα­με νω­ρί­τε­ρα, στη δι­κή τους πε­ρί­πτω­ση μπο­ρούν να παρ­θούν μέ­τρα. Αυ­τό εί­ναι πο­λύ δε­λε­α­στι­κό. Μπο­ρού­με να τους εκ­διώ­ξου­με α­πό τις γει­το­νίες μας, να τους πε­ριο­ρί­σου­με α­ριθ­μη­τι­κά, να στεί­λου­με με­ρι­κούς πί­σω στους τό­πους προέ­λευ­σή τους. Μπο­ρού­με να κά­νου­με σ’ αυ­τούς ό­τι δεν έ­χου­με τη δυ­να­τό­τη­τα να κά­νου­με στο πα­γκό­σμιο τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα και τις πο­λυε­θνι­κές.
Και τε­λι­κά το τρί­το στοι­χείο που τους κα­θι­στά βο­λι­κά κα­τάλ­λη­λους γι’ αυ­τό το σκο­πό εί­ναι ό­τι οι κυ­βερ­νή­σεις μπο­ρούν να δεί­ξουν ό­τι λαμ­βά­νουν μέ­τρα για την α­βε­βαιό­τη­τα που νιώ­θουν οι άν­θρω­ποι. Δεν μπο­ρούν να κά­νουν πολ­λά για την υ­παρ­ξια­κή τους α­να­σφά­λεια, δεν μπο­ρούν να κά­νουν τί­πο­τα ό­ταν οι τρά­πε­ζες για πα­ρά­δειγ­μα με­τα­φέ­ρουν αλ­λού τις ε­πεν­δύ­σεις τους, δεν μπο­ρούν να ε­μπο­δί­σουν τη φυ­γή των πα­ρα­γω­γι­κών μο­νά­δω­ν· ό­λες αυ­τές οι δια­στά­σεις της α­βε­βαιό­τη­τας βρί­σκο­νται ε­κτός δι­καιο­δο­σίας των ε­θνι­κών κυ­βερ­νή­σεων, κά­τι που δε ι­σχύει για τους με­τα­νά­στες. Έτσι, λοι­πόν, οι κυ­βερ­νή­σεις δεν μέ­νουν ά­πρα­γες μπρο­στά στον πό­νο των αν­θρώ­πων, και α­ντι­με­τω­πί­ζο­ντας τους με­τα­νά­στες κερ­δί­ζουν κά­ποιες ε­πι­πλέ­ον μο­νά­δες δη­μο­φι­λίας.
Το α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τής της με­τα­τό­πι­σης της ο­πτι­κής εί­ναι έ­νας πό­λε­μος με­τα­ξύ των θυ­μά­των. Εί­μα­στε ό­λοι θύ­μα­τα, με τον έ­να ή τον άλ­λο τρό­πο, της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης που δια­λύει τις πρό­τι­νες, οι­κείες συν­θή­κες της ζωής μας. Φο­βό­μα­στε αυ­τές τις κο­σμο­γο­νι­κές αλ­λα­γές που μπο­ρούν να κα­τα­στρέ­ψουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Εί­μα­στε λοι­πόν, ό­λοι θύ­μα­τα που πα­λεύου­με με­τα­ξύ μας, και ό­ταν συμ­βαί­νει αυ­τό, η λαϊκή σο­φία λέει ό­τι οι πραγ­μα­τι­κοί έ­νο­χοι μπο­ρούν να κοι­μού­νται ή­συ­χοι.

Με­τά­φρα­ση: Πέ­τρος Κο­ντές

*Το κεί­με­νο αυ­τό α­πο­τε­λεί τη γρα­πτή εκ­δο­χή μιας τη­λε­ο­πτι­κής συ­νέ­ντευ­ξης του Ζι­γκμου­ντ Μπά­ου­μαν στον ι­στό­το­πο www.resetdoc.org, στα πλαί­σια των σε­μι­να­ρών της Ιστα­μπούλ που διορ­γα­νώ­νει το πα­νε­πι­στή­μιο Μπίλ­γκι.
Ο Ζίγ­μου­ντ Μπα­ου­μαν ή­ταν Ομό­τι­μος Κα­θη­γη­τής στο πα­νε­πι­στή­μιο του Λι­ντς. Γνω­στός για τις α­να­λύ­σεις του σχε­τι­κά με τη νεω­τε­ρι­κό­τη­τα και τον ορ­θο­λο­γι­σμό, τη με­τα­νεω­τε­ρι­κό­τη­τα και τον κα­τα­να­λω­τι­σμό, κα­θώς ε­πί­σης για τη θεω­ρία του της ρευ­στής νεω­τε­ρι­κό­τη­τας, ά­φη­σε την τε­λευ­ταία του πνοή στις 9 Ια­νουα­ρίου 2017.

Από Left.gr

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here