Ευρωπαϊκή Ενωση και κρίση: Κι ο γυαλός έγινε στραβός και στραβά αρμενίζουμε

 

Του Ιωάννη Χ. Βούλγαρη

Ι. Η κρίση που πλήττει την Ευρώπη κι όχι μόνο την Ελλάδα, αν και στη χώρα μας έχει τραγικές επιπτώσεις, οφείλεται σε πολλαπλά αίτια, δομικά και λειτουργικά. Πραγματικά, αν και το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (ΕΚ/ΕΕ) ξεκίνησε πριν από περισσότερο από εξήντα χρόνια (ΕΚΑΧ το 1952 και ΕΥΡΑΤΟΜ και ΕΟΚ το 1958) με τις καλύτερες προθέσεις από τους ιδρυτές του (Γαλλία, Δ.Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο), ώστε να προοιωνίζεται η επιτυχία του στη συνέχεια, σήμερα το εγχείρημα αυτό (ΕΚ/ΕΕ) μοιάζει με ακυβέρνητο σκάφος που κλυδωνίζεται στα κύματα ενός ταραγμένου Ωκεανού, με διαφορετικό περίγυρο, αλλά και διαφορετικά ρεύματα από εκείνα που υπήρχαν κατά τη εποχή της έναρξης του εγχειρήματος.

Στόχος των ιδρυτών της ΕΚ/ΕΕ δεν ήταν μόνο η δημιουργία Κοινής Αγοράς εμπορευμάτων, κεφαλαίων, προσώπων και υπηρεσιών, αλλά ευρύτερα ένα πλαίσιο οικονομικής και στη συνέχεια πολιτικής συνεργασίας των κρατών μελών, ώστε όχι μόνο να αποφευχθούν οι συγκρούσεις του παρελθόντος, αλλά και που να συμβάλλει στην πολιτική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη των κρατών μελών και στην εδραίωση της ειρήνης και της συνεργασίας σε διεθνή πλαίσια.Το εγχείρημα αυτό απαιτούσε προγραμματισμό με λογική αλληλουχία και οργανωτικό πλαίσιο με προοπτική, για να προχωρήσουν με επιτυχία οι διάφορες φάσεις του. Στηρίχθηκε,επίσης, σε στερεά θεμέλια από τους ιδρυτές του, με την επιλογή βασικών αρχών που θα εφαρμόζονταν για τη δόμηση και λειτουργία του:

Βασική αρχή υπήρξε η αποδοχή της Δημοκρατίας τόσο από τα κράτη μέλη, όσο και από την ίδια την ΕΚ/ΕΕ στην οργάνωση και λειτουργία της, βασιζόμενη στην αρχή της ισότητας των κρατών μελών. Έτσι, οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονταν στη αρχή μόνο με ομοφωνία, ενώ στη συνέχεια, όταν περιορίστηκε η ομοφωνία, καθιερώθηκε ειδική πλειοψηφία για σημαντικές αποφάσεις,κατά τρόπο που να μην μπορούν οι ισχυρές πληθυσμιακά και οικονομικά χώρες να επιβάλλουν μόνες τις απόψεις τους, καταδυναστεύοντας έτσι τις λιγότερο ισχυρές χώρες. Άλλο δείγμα της ισότητας των κρατών μελών ήταν και αναγνώριση ως επισήμων όλων των γλωσσών που μιλιούνται στα κράτη μέλη.

Άλλη δημοκρατική αρχή για την προώθηση του εγχειρήματος και που απορρέει άμεσα από τη προηγούμενη αρχή της ισότητας, είναι και εκείνη της αλληλεγγύης, ώστε να επιτευχθεί και διατηρηθεί η ισότητα αυτή και να λειτουργήσει ικανοποιητικά η δημοκρατική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Γι’ αυτό σε όλες τις φάσεις της διεύρυνσης της ΕΚ/ΕΕ, λαμβανόταν πρόνοια τα νέα κράτη να έχουν αποκτήσει οικονομικό και πολιτικό επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο των ήδη κρατών μελών και αυτό ενδεχόμενα και με τεχνική ή οικονομική βοήθεια και της ΕΚ/ΕΕ.

Ο προγραμματισμός με προοπτική και με βάση τις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης των κρατών μελών λειτούργησε ικανοποιητικά μέχρι και την τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα, όταν η πτώση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» δημιούργησε διαφορετικές συνθήκες που επηρέασαν τη συγκρότηση και λειτουργία της ΕΚ/ΕΕ, αλλά και τους στόχους της στο νέο, παγκοσμιοποιημένο πλέον πλαίσιο, όπου έπρεπε να συνεχίσει την πορεία της. Έτσι, τον λογικό και με προοπτική προγραμματισμό της εξέλιξης του εγχειρήματος, διαδέχθηκαν βιαστικές ασύμμετρες διαδικασίες οργάνωσης και λειτουργίας (ΙΙ), ενώ παράλληλα η βιαστική και ευρεία διεύρυνσή της προς νέες χώρες μέλη, κυρίως του πρώην «Υπαρκτού Σοσιαλισμού», οδήγησε και σεαδυναμία της απαρέγκλιτης εφαρμογής της ορθής διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης ,με αποτέλεσμα να διασπαστεί η συνοχή και το ενιαίο του οικοδομήματος(ΙΙΙ), προβλήματα που εξετάζονται στη συνέχεια, σύντομα μεν αλλά κατά το δυνατό με σαφήνεια, για να εξαχθούν στη συνέχεια ορισμένα, σύντομα και σαφή επίσης, Συμπεράσματα (ΙV), ως προς τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες αυτές στην διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, ώστε να μην κινδυνέψει τελικά το εγχείρημα αυτό.

  1. II. ΤΟΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΑΣΥΜΜΕΤΡΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των νέων συνθηκών διεθνούς ανταγωνισμού που επικράτησαν μετά τη πτώση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» κατά τη δεκαετία του 1990 και η δημιουργία μιας Παγκοσμιοποιημένης Οικονομίας και Αγοράς, με πολλαπλούς φορείς και ανταγωνιστές, οδήγησαν την ΕΚ/ΕΕ να αλλάξει μέθοδο στη διαδικασία ολοκλήρωσης. Έτσι,αντί να συνεχιστεί η διαδικασία της οικονομικής ολοκλήρωσης, μέσω της ΟΝΕ, με τη σύμπραξη όλων των κρατών μελών, διατηρώντας έτσι την κοινοτική συνοχή, προτιμήθηκε να προηγηθεί η Νομισματική Ένωση και μάλιστα με περιορισμένο αριθμό κρατών, για να μπορέσουν τα πιο αναπτυγμένα βιομηχανικά κράτη της ΕΚ/ΕΕ να αντιμετωπίσουν με όργανο το ευρώ τον παγκοσμιοποιημένο αυτό ανταγωνισμό(Α). Επίσης, η ταχεία και μεγάλη διεύρυνση της ΕΚ/ΕΕ, ιδίως με κράτη του πρώην «Υπαρκτού Σοσιαλισμού», οδήγησεστο να μην προχωρήσει η πολιτική ολοκλήρωση μέχρι να μπορέσουν τα νέα αυτά κράτη μέλη να αφομοιώσουν επαρκώς το κοινοτικό κεκτημένο (Β).

Α. Νομισματική Ένωση χωρίς ολοκλήρωση της Οικονομικής Ένωσης.- Η Νομισματική Ένωση αποτελεί το τελευταίο στάδιο της οικονομικής και ενδεχόμενα της πολιτικής ολοκλήρωσης. Απαιτεί προηγουμένως να έχει επέλθει οικονομική ολοκλήρωση στην οποία στηρίζεται και την οποία εκφράζει: το νόμισμα είναι το μέτρο της οικονομίας και το μέσο με το οποίο λειτουργεί αυτή. Επίσης, το νόμισμα είναι και η έκφραση εξουσίας και κυριαρχίας, αλλά και την οποία προϋποθέτει. ΄Όμως το ευρώ καθιερώθηκε και η Ευρωζώνη άρχισε να λειτουργεί, αλλά και να διευρύνεται, χωρίς να έχει επέλθει οικονομική (1) και θεσμική (2)ενοποίηση:

1) Η οικονομική ενοποίηση υπήρξε από τους κύριους στόχους της ΕΚ/ΕΕ. Πράγματι, εκτός από την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, κεφαλαίων, υπηρεσιών και προσώπων, τόσο η αρχική ΣυνθΕΟΚ (άρθρα 102-103), όσο και η σήμερα ισχύουσα ΣυνθΛΕΕ (άρθρο 131) προβλέπουν και τη φορολογική ενοποίηση ή εναρμόνιση μεταξύ των κρατών μελών, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει σημαντικά. Έτσι, όχι μόνο η φορολογία στα διάφορα κράτη μέλη ρυθμίζεται κατά μεγάλο μέρος και ουσιαστικά από τα επιμέρους εθνικά δίκαια των κρατών μελών, με μερικές εξαιρέσεις για ορισμένους έμμεσους φόρους (π.χ. οινόπνευμα κ.ά.), αλλά και ο κατ’ εξοχήν κοινοτικός Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), διαφέρει από κράτος σε κράτος, ως προς τα ποσοστά με τα οποία βαρύνει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες. Ακόμη περισσότερο, ο φόρος αυτός (ΦΠΑ), μέρος του οποίου αποτελεί ένα από τους άμεσους οικονομικούς πόρους της ΕΚ/ΕΕ (οι άλλοι είναι οι εξωτερικοί δασμοί της Κοινότητας/Ένωσης, και η εισφορά των κρατών μελών ποσοστού 0,7% του ΑΕΠ), δεν συνεισφέρει πλέον στον κοινοτικό προϋπολογισμό κατά το ίδιο μέτρο για όλα τα κράτη μέλη της ΕΚ/ΕΕ : έτσι, ενώ αρχικά όλα τα κράτη μέλη κατέβαλαν στον κοινοτικό προϋπολογισμό το 0,3% του εισπραττόμενου από αυτά ΦΠΑ, πλέον ορισμένα από αυτά και ιδίως βιομηχανικά κράτη του Ευρωπαϊκού Βορρά καταβάλουν μικρότερο ποσοστό (μέχρι και 0,1%)του εισπραττόμενου φόρου. Οι φορολογικές αυτές διαφοροποιήσεις, οδηγούν σε στρεβλώσεις της Κοινής Αγοράς με έμμεσα εμπόδια και φαλκίδευση του ανταγωνισμού στα πλαίσιά της, αλλά και προς τα έξω, αφού τα προϊόντα κρατών με μικρότερες φορολογικές επιβαρύνσεις είναι πιο ανταγωνιστικά. Αποτέλεσμα, να δημιουργούνται ελλείματα στο ισοζύγιο εξωτερικού εμπορίου και πληρωμών για τα κράτη αυτά της έντονης φορολογικής επιβάρυνσης, με συνέπεια την ανάγκη εξωτερικού δανεισμού και εσωτερική υποτίμησητου κοινού νομίσματος στα κράτη αυτά, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες (όπως ύφεση, μείωση της αγοραστικής δύναμης) που γνωρίσαμε τελευταία, ιδίως εμείς οι Έλληνες.

2) Η έλλειψη θεσμικής ενοποίησης που προέρχεται από τη βιαστική και ασύμμετρη προώθηση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, με τη δημιουργία της Ευρωζώνης με ορισμένα μόνο μέλη της ΕΚ/ΕΕ, μεγαλώνει και πολλαπλασιάζει της δυσμενείς αυτές συνέπειες. Έτσι, επειδή δεν υπήρχε μηχανισμός για να διορθώνει τις δυσμενείς αυτές συνέπειες, δημιουργήθηκε ένας υβριδικός μηχανισμός με κοινοτικά (Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) και εξωκοινοτικά (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) όργανα για να τις ελέγξει κατά το δυνατόν. Όμως ούτε αυτό πέτυχε αφού το ΔΝΤ έχει άλλη πολιτική από αυτή που πρέπει να κυριαρχεί σε μία διαδικασία όπως η ΕΚ/ΕΕ και η Ευρωζώνη, όπου οι αρχές της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας θα πρέπει να πρυτανεύουν και στη διόρθωση των στρεβλώσεων αυτών. Επειδή αυτό έγινε αντιληπτό (ιδίως από τα λάθη που έγιναν στην περίπτωση της Ελλάδας και τα αναγνώρισε,έστω και εμμέσως και με μισόλογα, το ΔΝΤ), δημιουργήθηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (EMS), χωρίς να παύσει να συμμετέχει και το ΔΝΤ, όχι μόνο ως τεχνικός σύμβουλος της ΕΚ/ΕΕ (Ευρωζώνης), όπως θα μπορούσε ενδεχόμενα, αλλά ως ισότιμος εταίρος (παρά τη μειωμένη συμμετοχή του σε οικονομικές παροχές), μεταβάλλοντας πλέον τη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε διαδικασία απλής διακρατικής συνεργασίας και μάλιστα περίπλοκης, με κινδύνους όχι μόνο για τα κράτη που υφίστανται τα προγράμματα που τους επιβάλλονται, αλλά και για την ίδια τη λειτουργίατης ΕΚ/ΕΕ και το μέλλον του ευρώ.

Β. Ελλιπής και ασύμμετρη πολιτική ολοκλήρωση.-Η ελλιπής και ασύμμετρη οικονομική ολοκλήρωση ακολουθήθηκε και από ελλιπή και ασύμμετρη πολιτική ολοκλήρωση. Μια τέτοια, πολιτική ολοκλήρωση προϋποθέτει κοινές αρχές ως προς τη δημογραφική-πληθυσμιακή (2) και γεωγραφική-εδαφική (2) συγκρότηση της ΕΚ/ΕΕ, οι οποίες και πάλι δεν εφαρμόστηκαν ορθά:

1)Ηδημιουργία της Ευρώπης των Πολιτών με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) που καθιέρωσε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, ήταν και πάλι ένα ατελές και ασύμμετρο δημιούργημα, αφού απλώς προσθέτει την ευρωπαϊκή ιθαγένεια σε εκείνη των κρατών μελών, χωρίς όμως να ενοποιεί η τουλάχιστον να εναρμονίζει τους τρόπους απόκτησης ή απώλειας της ιθαγένειας από τα δίκαια των κρατών μελών. Έτσι, η ευρωπαϊκή ιθαγένεια αποκτάται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με την ισχύουσα νομοθεσία εθνικής ιθαγένειας στα διάφορα κράτη μέλη, κατάσταση που συντελεί τόσο στη πληθυσμιακή διαφοροποίηση και εξέλιξη των κρατών, αλλά και τη διαφοροποίηση των μεταναστευτικών ροών προς τα κράτη μέλη.

Επί πλέον οι μεταναστευτικές αυτές ροές διαφοροποιούνται και μεταβάλλονται και από την έλλειψη ενιαίας μεταναστευτικής πολιτικής της Κοινότητας/Ένωσης, αφού αυτή γίνεται με Οδηγίες και όχι με Κανονισμούς και βρίσκει διαφορετική εφαρμογή στα κράτη μέλη, κατάσταση η οποία περιπλέκεται ακόμη περισσότερο με τους Κανονισμούς (αυτή τη φορά) Δουβλίνο, δημιουργώντας ασύμμετρες καταστάσεις εις βάρος των μικρών και οικονομικά αδυνάτων χωρών που τυχαίνει να είναι και οι κυριότερες πύλες εισόδου των μεταναστευτικών ροών, όπως η Ελλάδα, όπου και μπλοκάρεται μεγάλο μέρος των μεταναστών

2) Η έλλειψη εδάφους, με σταθερά και προστατευόμενα από την Κοινότητα/Ένωση εξωτερικά σύνορα,περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Πραγματικά, πριν από τη πρόσφατη πολιτική κρίση τα μόνα εξωτερικά σύνορα που αναγνώριζε η ΕΚ/ΕΕ ήταν εκείνα για την εφαρμογή του κοινού εξωτερικού δασμολογίου και τίποτα περισσότερο. Αυτό το έκανε γιατί δεν ήθελε να λάβει θέση σε εδαφικές διαφορές των κρατών μελών με τρίτες χώρες (όπως π,χ. Ελλάδας-Τουρκίας), πολιτική πλήρως κοντόφθαλμη, αλλά και τελείως αντιφατική με εκείνη που είχε ακολουθηθεί στο θέμα της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Κοντόφθαλμη, αφού παραμελεί την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών, που είναι βασική αρχή της δομής και λειτουργίας της, αφήνοντας τα κράτη μέλη και ιδίως τα παραμεθόρια, όπως η Ελλάδα, να προασπίσουν όχι μόνο τα εθνικά εδαφικά συμφέροντά τους (όπως σε περίπτωση διαφόρων παραβιάσεων της εδαφικής κυριαρχίας), αλλά και εκείνα της ΕΚ/ΕΕ (όπως σε περίπτωση μεταναστευτικών ροών που πλήττουν όλη την Κοινότητα/Ένωση). Τα αποτελέσματα είναι γνωστά, αφού οδήγησαν στην αδρανοποίηση της Συνθήκης Σένγκεν και επαναλειτουργία, έστω και μερικά ή προσωρινά, των εσωτερικών συνόρων, πάλι σε βάρος, των παραμεθορίων κρατών, όπως η Ελλάδα. Αλλά η πολιτική αυτή ως προς την εδαφική διάσταση και τα εξωτερικά σύνορα είναι και αντιφατική σε σχέση με εκείνη που ακολουθήθηκε από την ΕΚ/ΕΕ ως προς τη δημογραφική πολιτική και την ευρωπαϊκή ιθαγένεια: έτσι,για την τελευταία έγιναν δεκτά τα επιμέρους εθνικά συμφέροντα, κυρίως οικονομικής φύσεως,  για την απόδοση ιθαγένειας των κρατών μελών, τα οποία κάλυψε και η ΕΚ/ΕΕ με την απονομή της ιθαγένειάς της, ενώ δεν δέχτηκε να εγγυηθεί και την εδαφική κυριαρχία και τα σύνορα κράτους μέλους με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή την αναγνώριση του εδάφους και των συνόρων του και ως δικών της.Όταν διαπιστώθηκε, με την τελευταία μεταναστευτική κρίση, ότι η κατάσταση οδηγεί σε κινδύνους για το σύνολο της ΕΚ/ΕΕ, έγινε πάλι προσπάθεια να διορθωθεί με αποσπασματικές και ασύμμετρες επεμβάσεις (FRONTEX, εμπλοκή του ΝΑΤΟ για τη φύλαξη των συνόρων), οι οποίες όμως δεν προωθούν την κανονική διαδικασία ολοκλήρωσης

ΙΙΙ. Η ΑΠΟΤΟΜΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΚ/ΕΕ ΜΕ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ  «ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ» ΜΕΤΕΒΑΛΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΣΕ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΉ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Την ορθή διαδικασία ολοκλήρωσης της ΕΚ/ΕΕ μπλόκαρε σημαντικά η ένταξη κρατών του πρώην «Υπαρκτού Σοσιαλισμού». Η ένταξή των κρατών αυτών κρίθηκε αναγκαία και επείγουσα για να μπορέσουν τα κράτη αυτά να ενταχθούν στο καθεστώς της ελεύθερης αγοράς αλλά και να σταθεροποιήσουν το δημοκρατικό καθεστώς που πρόσφατα είχαν ανακτήσει, στόχοι τελείως θεμιτοί και σύμφωνοι με τις αρχές που διέπουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Όμως η διαδικασία αυτή ένταξης των νέων κρατών έγινε πριν οι θεσμοί λειτουργίας της ΕΚ/ΕΕ διαμορφωθούν κατά τρόπο που να μπορούν να εφαρμόζονται αποτελεσματικά με τον αντίστοιχο αριθμό κρατών μελών: έτσι, κατά τις εκτιμήσεις της ίδιας της ΕΚ/ΕΕ,η παρούσα θεσμική οργάνωσή της μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά με μέγιστο αριθμό 27 κρατών μελών, ενώ σήμερα τα κράτη αυτά είναι 28. Επί πλέον ένας μεγάλος αριθμός των νέων κρατών μελών προέρχεται από μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα, που δεν είναι εύκολο να αφομοιώσει γρήγορα και αποτελεσματικά το κοινοτικό κεκτημένο. Δεν είναι το ότι τα κράτη αυτά έχουν στην πλειονότητά τους σλαβική καταγωγή, αφού ιστορικά τα σλαβικά φύλα έχουν από νωρίς (6ο μ.Χ. αι.) ενταχθεί στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Είναι κυρίως οι πρόσφατες περιπέτειες που τα κράτη αυτά πέρασαν στα πλαίσια του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» και που τους διαμόρφωσαν μια διαφορετική πολιτική νοοτροπία σε σχέση με εκείνη των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας/Ένωσης.Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη αυτά και οι κυβερνήσεις τους θεωρούν μεγαλύτερη εγγύηση για την ανεξαρτησία τους την ένταξη και συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ απ’ ότι σε εκείνη της ΕΚ/ΕΕ. Επιπλέον, λόγω της κακής εμπειρίας τους του πρόσφατου παρελθόντος, προτιμούν περισσότερο μια διακρατική συνεργασία στα πλαίσια της ΕΚ/ΕΕ και όχι την προώθηση διαδικασιών πολιτικής ολοκλήρωσης, τόσο στις εξωτερικές όσο και στις εσωτερικές σχέσεις. Έτσι, δεν βλέπουν με καλό μάτι τόσο την προώθηση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας (ΚΕΠΠΑ), αλλά ούτε και την Ευρώπη των Πολιτών και την ελεύθερη κυκλοφορία σ’ αυτή με τη Συνθήκη Σένγκεν. Γι’ αυτό και σε συνέργεια (όχι προγραμματισμένη πάντως) με άλλα κράτη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο της Μ. Βρετανίας και Β.Ιρλανδίας, που για δικούς του λόγους, ιστορικούς, θέλει να διατηρήσει την αυτοτέλειά του ως προς την εξωτερική πολιτική, αποτέλεσαν το εμπόδιο να προωθηθεί η ΚΕΠΠΑ, ιδίως ως προς το σκέλος της άμυνας και τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού. Αν και η προώθηση της δημιουργίας ευρωπαϊκού αμυντικού σκέλους δεν θα έθετε σε κίνδυνο τη λειτουργία του ΝΑΤΟ, αφού τα κράτη μέλη της ΕΕ (και μάλιστα πλέον όλα) θα μπορούσαν να συνεχίσουν να συμμετέχουν ως ενιαία ευρωπαϊκή συμμετοχή, που θα του έδινε ίσως και μεγαλύτερο κύρος, το εγχείρημα αυτό έμεινε σε εμβρυώδη κατάσταση, καταλήγοντας σε ασύμμετρες κατασκευές, όπως στην περίπτωση του προσφυγικού και της φύλαξης των εξωτερικών συνόρων της ΕΚ/ΕΕ στο Αιγαίο.

Άλλο δείγμα αυτής της νοοτροπίας των νέων αυτών κρατών μελών που αντιτίθενται στη διαδικασία της ολοκλήρωσης και στο εσωτερικό, είναι και οι αντιθέσεις τους στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης στην Ευρώπη, με την defacto κατάργηση της Συνθήκης του Σένγκεν  και τη μη εφαρμογή σχετικών προσφάτων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων της ΕΕ), για ποσοτική κατανομή των προσφύγων στα κράτη μέλη, δίνοντας έτσι το παράδειγμα για αναζωπύρωση του εθνικισμού σ’ όλη τη Κοινότητα/Ένωση

ΙV.ΣΥΜΠΕΡΑΜΑΤΙΚΑ, Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΚΥΝΔΥΝΕΥΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ

Τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται να διορθωθούν οι στρεβλές θεωρήσεις του πρόσφατου παρελθόντος και να προχωρήσουμε αποτελεσματικά στην ορθή προώθηση και ολοκλήρωση του εγχειρήματος, σύμφωνα πάντοτε με τις αρχές που βρίσκονταν στη βάση του από το ξεκίνημά του, χωρίς καμία απόκλιση από αυτές, δηλαδή τη ισότητα, την αλληλεγγύη και κυρίως τιςδημοκρατικές διαδικασίες στα κράτη μέλη και την ΕΚ/ΕΕ.

Αυτό προϋποθέτει κυρίως την οικονομική ένωση των κρατών που θα μειώσει τις οικονομικές ανισότητες μεταξύ τους και θα δώσει ίσες ευκαιρίες σε όλα τα κράτη να συμμετάσχουν ισότιμα τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στις διεθνείς συναλλαγές. Επίσης προϋποθέτει την  ολοκλήρωση ενός ελάχιστου πλαισίου για τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής και κυριαρχίας της ΕΚ/ΕΕ, δηλαδή, την ύπαρξη εδάφους με εξωτερικά σύνορα, αλλά και Λαού, για τα οποία όμως θα πρέπει να δεχτεί τα ιστορικά δεδομένα των κρατών μελών και με βάση αυτά να οργανώσει τον τρόπο  προβολής και προάσπισής τους και στο εξωτερικό, προωθώντας την ΚΕΠΠΑ και ιδίως το αμυντικό της σκέλος: αυτό θα βοηθήσει να μειωθούν ή και να εκλείψουν οι φυγόκεντρες και διασπαστικές εθνικιστικές και ξενόφοβες τάσεις που αναπτύσσονται σε διάφορα κράτη μέλη, αφού η Κοινότητα/Ένωση, θα καλύπτει τα εθνικά συμφέροντα προς τα έξω, ως κοινά συμφέροντα.

Τέλος, θα πρέπει να μη συνεχιστεί η προώθηση  διαφορετικών κύκλων συνεργασίας, αλλά να προχωρήσει μια ενιαία συνεργασία σε όλα τα θέματα, με τη δημιουργία των καταλλήλων και αποτελεσματικών ευρωπαϊκών θεσμών διαχείρισης των θεμάτων, αλλά και των κρίσεων που ενδεχόμενα που θα προκύψουν. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να διατηρούν, όπως είδαμε, αποκλίνουσες πολιτικές, θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να γεφυρωθούν οι διαφορές και να προχωρήσουν,όλοι μαζί και με ενιαίο τρόπο, την ορθή διαδικασίατης ευρωπαϊκής ολοκλήρωση. Πριν επιτευχθεί κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί άλλη, οποιαδήποτε διεύρυνση της Κοινότητας/Ένωσης, με κίνδυνο κάτι τέτοιο να συντελέσει στη διάλυσή της.

Χρειάζεται, λοιπόν, περισσότερη και πραγματικά Ενωμένη Ευρώπη και όχι λιγότερη και ευκαιριακά συνεργαζόμενη, αν θέλουμε να παραμείνει η Ευρώπη ένας σταθερός παράγων της διεθνούς συνεργασίας και ειρήνης και να μην υποβαθμιστεί διεθνώς πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά!

Ιωάννης Χ. Βούλγαρης, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής ΔΠΘ (ivoulga@law.duth.gr)

 

 

 

           

 

 

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here