Ευαγγελία Μπαφούνη: Η σιωπηλή  Ελλάδα του Ζουλιέν Γκριβέλ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Ήταν 25 Οκτωβρίου του 1972 όταν ο νεαρός οδοντίατρος  Ζουλιέν Γκριβέλ, που  είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Οδοντιατρική  Σχολή του Πανεπιστημιου της Γενεύης μόλις πριν τρία χρόνια, περνούσε για πρώτη φορά  το κατώφλι  του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων «Η Αγία Βαρβάρα». Το νοσοκομείο, ήταν χώρος φιλοξενίας και στέγασης των χανσενικών, που είχαν μεταφερθεί  από τα τρία  «εθνικά» λεπροκομεία, τη Σπιναλόγκα, τη Χίο και τη Σάμο, ήδη από το 1959 ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη, αρκετά χρόνια πριν, είχαν βρει τρόπους θεραπείας της ασθένειας και δεν την θεωρούσαν μεταδοτική. Το Λοιμωδών, όπως το αποκαλούσαν τότε, αλλά και οι ασθενείς του, όχι μόνο τον  επηρέασαν βαθύτατα αλλά σχεδόν καθόρισαν, τη μετέπειτα ζωή του.  Η ιστορικός και διευθύντρια της Πινακοθήκης Πειραιά, μιλά για τον φιλέλληνα και ουμανιστή Ζουλιέν Γκριβέλ.

-Τον επόμενο χρόνο, την Άνοιξη του 1973, ο Γκριβέλ  επιστρέφει στην Αθήνα;

Ναι,  με ένα φίλο οδοντοτεχνίτη από τη Γενεύη, τον Ζαν Πιέρ Μπουσσέν, με σκοπό να πραγματοποιήσουν  τη πρώτη προσθετική εργασία στον Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, μια εμβληματική προσωπικότητα και έναν από τους πρώτους χανσενικούς που γνωρίζει και με τον οποίο θα τον συνδέσει μια μακρόχρονη φιλία. Ο Ρεμουντάκης, συνήθιζε να λέει για τους επισκέπτες της Σπιναλόγκας και μετά της Αγίας Βαρβάρας: «Πολλοί μας επισκέπτονται, κάποιοι μας βγάζουν φωτογραφίες, άλλοι από λογοτεχνική προδιάθεση, για να δουν ένα άλλο ανθρώπινο είδος. Αλίμονο, μέχρι σήμερα, όλοι μας έχουν προδώσει. Κανείς δεν μετέφερε αυτό που θέλαμε κι αυτό που είχε υποσχεθεί να δείξει στον κόσμο. Άλλοι ήθελαν να δείξουν οίκτο και άλλοι απώθηση. Όμως εμείς δεν θέλουμε ούτε να μας απεχθάνονται ούτε να μας λυπούνται. Το μόνο που έχουμε ανάγκη είναι να μας αγαπούν ως ανθρώπους που είχαν μια ατυχία στη ζωή τους και όχι σαν να είμαστε ένα διαφορετικό ανθρώπινο είδος, ένα φαινόμενο». Η  πρώτη φορά που ο  Επαμεινώνδας και η Τασία, τον κάλεσαν σε γεύμα, στο δωμάτιο τους, στην Αγία Βαρβάρα,  αποτυπώθηκε για πάντα στη μνήμη του:  «Κανένα γεύμα δεν είχε ποτέ τέτοια γεύση, αν και ήταν πολύ δύσκολο να πάει κάτω το φαγητό».

– Έκτοτε και για σχεδόν 30 χρόνια, επέστρεφε στην Ελλάδα, μια φορά το χρόνο;

Για να λειτουργήσει ανιδιοτελώς, το οδοντιατρείο του νοσοκομείου Λοιμωδών και να μπορέσει να προσφέρει στους ασθενείς, το αυτονόητο: τη δυνατότητα ενός χαμόγελου. Όλα αυτά τα χρόνια, δεν έδινε μόνο λύσεις στα πολύπλοκα και δυσεπίλυτα πολλές φορές, οδοντιατρικά προβλήματα των ασθενών του, αλλά άκουγε καθημερινά  τις ιστορίες τους. Ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων, από διαφορετικές πατρίδες, και οικογένειες αλλά τελικά, τόσο ίδιες, με κοινό παρονομαστή  τη λέπρα, που καθόριζε σε  όλους ανεξαιρέτως,  μια κοινή μοίρα: το λεπροκομείο, με μόνη κληρονομιά το στίγμα.

– Ο  Γκριβέλ, προϊόντος του χρόνου, άρχισε να μαθαίνει ελληνικά;

Και να κατανοεί σιγά-σιγά  όλες αυτές τις ιστορίες, οι οποίες  παρέμεναν συγκλονιστικές. Πολύ γρήγορα οι ασθενείς του έγιναν φίλοι του και το  Λοιμωδών και φυσικά η Ελλάδα, που γνώρισε μέσω όλων αυτών των ανθρώπων, αναπόσπαστο και πολύτιμο κομμάτι της ζωής του. Η επισήμανση του  στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης της διδακτορικής του διατριβής με τίτλο:  «Η νόσος του Χάνσεν στην Ελλάδα και στην Κρήτη κατά τον εικοστό αιώνα», που αποτελεί και την πρώτη έκδοση της Βιβλιοθήκης Μανώλη Φουντουλάκη, είναι συγκλονιστική :«Αυτή η αργοπορημένη διδακτορική διατριβή, είναι η μαρτυρία μιας πάμπλουτης μου συνάντησης, με μια σιωπηλή, κρυφή, υπόγεια Ελλάδα, με μια οδυνηρή Ελλάδα». Σημείο σταθμός στην οδοιπορία του σε αυτή την οδυνηρή Ελλάδα, αποτέλεσε η γνωριμία του και η μακρόχρονη  φιλία του με τον Μανώλη Φουντουλάκη, στη μνήμη του οποίου ιδρύθηκε η Βιβλιοθήκη στην Ελούντα. Ο συγγραφέας θεωρούσε, ότι ο αγαπημένος του φίλος  Μπαρμπαμανώλης με:  «Την  απίστευτη του δύναμη  ακτινοβόλησε το δρόμο μου».

Η Σεβαστή;

Αυτή την σιωπηλή, κρυφή, υπόγεια Ελλάδα ανασυνθέτει με το δικό του τρόπο ο Γκριβέλ,  στο πρώτο του διήγημα με τον τίτλο Σεβαστή, το οποίο πρωτοεκδόθηκε στα Γαλλικά το  2012 από τον ελβετικό εκδοτικό οίκο Monvillage. Ο συγγραφέας  μέσα από την εξιστόρηση του γολγοθά μιας νεαρής μητέρας, της Σεβαστής, που  έχει προσβληθεί από τη νόσο Χάνσεν και οδηγείται από το χωριό της , κάπου στην Πελοπόννησο, στο Λεπροκομείο Χίου, περιγράφει την ίδια την  Ελλάδας στα μέσα του εικοστού αιώνα. Η Σεβαστή έχει πλαστεί με όλα τα χαρακτηριστικά των ίδιων των γυναικών, που τόσο καλά γνώριζε από το Λοιμωδών ο συγγραφέας,  αλλά και των αφηγήσεων τους. Με προσοχή και υπομονή συνδέει ψηφίδα-ψηφίδα και αφηγείται μια ιστορία που επαναλήφθηκε πολλές φορές στη διάρκεια  του 20ου αιώνα, με φόντο μια Ελλάδα οδυνηρή, μια Ελλάδα  όμως που αγάπησε με πάθος γιατί έκανε πολλούς και εγκάρδιους φίλους, με αποτέλεσμα να επιστρέφει τουλάχιστον  δύο φορές το χρόνο και να αποτελεί ένα από τους καλύτερους πρεσβευτές της.

-Η δική του Ελλάδα;

Ο Ζουλιέν με τη συγγραφή της Σεβαστής καταθέτει τις εικόνες από την δική του  Ελλάδα,  ενώ συγχρόνως εξομολογείται δίνοντας την αίσθηση ότι πρέπει να μιλήσει, ότι δεν μπορεί πλέον να φυλάει στο βάθος της ψυχής του, όλα αυτά που επί χρόνια έβλεπε ή του εξομολογούνταν οι ασθενείς του. Και εκεί νομίζω ότι βρίσκονται  οι αρετές  αυτού του βιβλίου, τη μετάφραση από τα γαλλικά του οποίου, ανέλαβε  ίδιος ο συγγραφέας, με την ευγενική και ανιδιοτελή συμβολή της κυρίας …..Χιωτέλη. Η Κατερίνα Ασανάκη ήταν ανάμεσα σε αυτούς, που διάβασαν από την αρχή την ελληνική μετάφραση, και έκανε ενδιαφέρουσες επισημάνσεις.Η δραστήρια Βιβλιοθήκη Μανώλη Φουντουλάκη, ανέλαβε το συντονισμό της έκδοσης και της παρουσίασης της «Σεβαστής», στη μνήμη ενός αγαπημένου, ιδρυτικού  μέλους της που έφυγε από τη ζωή βιαστικά, το 2015, της Λεοντίνης Εμμ.Φουντουλάκη.Τα όνειρα της Τίνης συνεχίζουν να υλοποιούν τα αγαπημένα της (ξ)αδέλφια Γιώργος και Κωστής Μαυρικάκης, Μαρίνα και Κώστας Φουντουλάκης, μαζί με την επόμενη γενιά της οικογένειας,τα παιδιά της Τίνης,τα παιδιά και τους συζύγους τους.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here