Η ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΚΑΤΟΧΙΚΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ: «ΕΣΤΙ ΔΙΚΗΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ, ΟΣ ΤΑ ΠΑΝΘ’ ΟΡΑ»

 

Του

Ιωάννη Χ. Βούλγαρη, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής ΔΠΘ (ivoulga@law.duth.gr)

 

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας κ. Αλέξης Τσίπρας εμφανίστηκε τελευταία μάλλον αισιόδοξος και θετικός ως προς τη διεκδίκηση από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) των κατοχικών αποζημιώσεων, τόσο για τις καταστροφές στις υποδομές μας από τα ναζιστικά στρατεύματα, για τις θηριωδίες από τα ίδια στρατεύματα σε Έλληνες πολίτες, καθώς και την αρπαγή πολιτιστικών αγαθών από την Ελλάδα (αρχαιολογικοί θησαυροί) ή/και από πολίτες της (πίνακες ζωγραφικής κ.ά. σύγχρονα πολιτιστικά αγαθά, ιδίως από Έλληνες Εβραίους το θρήσκευμα), όσο και   της εξόφλησης του αναγκαστικού δανείου που επέβαλαν οι Ναζιστές Γερμανοί το 1942 στην Ελληνική Κυβέρνηση που οι ίδιοι (Γερμανοί) είχαν εγκαταστήσει. Η αισιοδοξία του αυτή στηρίζεται σε σοβαρή μελέτη του ζητήματος από Υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου (Γενικό Λογιστήριο  και Νομικό Συμβούλιο του Κράτους), καθώς και από Διακομματική Επιτροπή Ειδικών της Βουλής, τα πορίσματα των οποίων θα υποβληθούν σύντομα (Σεπτέμβριος τ.έ. 2016) στην Ολομέλεια της Βουλής για να αποφασιστεί η επίσημη διεκδίκηση των απαιτήσεων αυτών, καθώς και ο τρόπος και η διαδικασία της διεκδίκησης αυτής.

 

Οι σχετικές αισιόδοξες αυτές δηλώσεις του Πρωθυπουργού δεν φαίνεται να είναι απλώς «προς το θεαθήναι» και για τη δημιουργία ευνοϊκών για την Κυβέρνησή του δημοσίων εντυπώσεων, αλλά η αισιοδοξία πρέπει να είναι μάλλον πραγματική και που βασίζεται σε θετικές εκτιμήσεις και αποτιμήσεις αυτών που ανέλαβαν το προπαρασκευαστικό έργο (υπηρεσιών και επιτροπής) της σχετικής επιδίωξης της Ελλάδας και του νομικού πλαισίου στο οποίο στηρίζεται. Αυτό συνάγεται, επίσης, τόσο από τον τρόπο με τον οποίο ο Πρωθυπουργός παρουσίασε το σχετικό πρόγραμμα ενεργειών και δράσης των Ελληνικών Υπηρεσιών προς την κατεύθυνση αυτή, όσο και με τη λιτότητα και σοβαρότητα της παρουσίασης αυτής και των βάσεων, νομικών και πραγματικών, στις οποίες στηρίζεται. Πράγματι, σε αντίθεση με προηγούμενες αντίστοιχες επιδιώξεις, «με θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά», όπου γι’ αυτό και όχι μόνο απέτυχαν μάλλον παταγωδώς, παρά τις όποιες γιγάντιες προσπάθειες, αλλά και ταυτόχρονα αβάσιμες αν όχι και φρούδες ελπίδες που είχαν δημιουργήσει σε πολλούς δυστυχείς ενδιαφερόμενους, συγγενείς θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας, οι σχετικές πρωθυπουργικές δηλώσεις δεν στερούνταν του επιβεβλημένου μέτρου και της σοβαρότητας στην σκιαγράφηση της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί σχετικά. Έτσι, δεν φανερώνεται σε κάθε λεπτομέρεια η σχετική διαδικασία, που ούτε είναι δυνατή πάντοτε εκ των προτέρων, αλλά και πρέπει να μη φανερώνεται ανώριμα για λόγους τακτικής και στρατηγικής, ώστε να μην δώσουμε από πριν όπλα στους αντίδικούς μας για να προετοιμάσουν την άμυνά τους, αλλά αφήνοντας το στην σταδιακή και ενδεικνυόμενη από τις συνθήκες προβολή των σχετικών πραγματικών και νομικών επιχειρημάτων μας: είτε κατά τη διάρκεια των διπλωματικών/κυβερνητικών διαπραγματεύσεων, είτε κατά τη διάρκεια διαιτητικής ή  κυρίως δικαστικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει τις διαπραγματεύσεις αυτές σχετικά με επιδιώξεις μας αυτές και ιδίως το  αναγκαστικό κατοχικό δάνειο.

 

Οι προηγούμενες διεκδικήσεις των γερμανικών αποζημιώσεων απέτυχαν, δημιουργώντας έτσι και ένα δυσμενές προηγούμενο, γιατί έγιναν απροετοίμαστα και με νομικίστικό ενθουσιασμό, ίσως και για λόγους αυτοπροβολής αυτών που τις επιχείρησαν. Πραγματικά, αγνόησαν προκλητικά την αρχή της κυριαρχικής ετεροδικίας, που απολαμβάνουν τα κράτη για πράξεις τους δημοσίου δικαίου και προσπάθησαν να εναγάγουν το Γερμανικό Κράτος ενώπιον Ελληνικών και Ιταλικών Δικαστηρίων, κάτι το οποίο ακυρώθηκε με προσφυγή της ΟΔΓ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΟΗΕ), αντί του να προσφύγουμε εμείς στο Διεθνές αυτό Δικαστήριο, όπως θα μπορούσαμε ενδεχομένως να το κάνουμε ακόμη και για αυτές τις διεκδικήσεις (πολεμικές αποζημιώσεις), τηρώντας όμως την ορθή διαδικασία και ιδίως προδικασία προς τούτο, δεδομένης της ρήτρας με την οποία η ΟΔΓ είχε προσχωρήσει στο Καταστατικό και τη δικαιοδοσία του Διεθνούς αυτού Δικαστηρίου, που σύμφωνα με τη ρήτρα αυτή το Δικαστήριο αυτό θα μπορούσε να εξετάσει μόνο ενδεχόμενες παραβιάσεις διεθνούς δικαίου από το κράτος αυτό (Γερμανία) που έγιναν μετά το 2008: η προδικασία αυτή προβλέπεται από προηγούμενες αποφάσεις του ίδιου Διεθνούς Δικαστηρίου, σε υποθέσεις που αφορούσαν πρωτίστως θέματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (ιδ.δ.δ.), αλλά βρίσκουν επίσης εφαρμογή και σε υποθέσεις καθαρά δημοσίου διεθνούς δικαίου (δ.δ.δ.), όπως οι γερμανικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο. Βέβαια, ως προς τις πολεμικές αποζημιώσεις το νομικό πλαίσιο για την ουσιαστική θεμελίωση των αξιώσεων μας δεν ήταν επίσης τελείως καθαρό, λόγω και της Συμφωνίας του Λονδίνου του 1953 και των προσαρτημένων σε αυτή άλλων συναφών διεθνών κειμένων, που προσπάθησαν να ρυθμίσουν τα σχετικά θέματα μάλλον οριστικά, αλλά και άδικα και κατά παράβαση βασικών Αρχών του διεθνούς δικαίου: στο τελευταίο αυτό στηρίχτηκαν και αυτοί που επεδίωξαν στα Ελληνικά και Ιταλικά δικαστήρια τις αποζημιώσεις για τις θηριωδίες του Διστόμου των Τρικάλων κ.ά. και πάλι χωρίς επιτυχία, λόγω και της λάθους νομικής θεμελίωσής τους (απαράγραπτο των απαιτήσεων, αντί της ακυρότητας της Συνθήκης του Λονδίνου ως προς το σημείο αυτό της παραβίασης των βασικών Αρχών του Διεθνούς Δικαίου) .

 

Έτσι, ήταν γνωστό ήδη, ότι οι προηγούμενες επιδιώξεις των απαιτήσεων αυτών της Ελλάδας κατά της ΟΔΓ, με τον τρόπο που έγιναν και τη νομική θεμελίωσή τους, έπασχαν τόσο ως προς την ουσιαστική επιχειρηματολογία που τις στήριζε (απαράγραπτο μόνο των απαιτήσεων και όχι και ακυρότητα των σχετικών διατάξεων της Συμφωνίας του Λονδίνου του 1953), όσο και σε ως προς τη δικονομική μέθοδο που ακολουθήθηκε (προσφυγή σε Ελληνικά και Ιταλικά δικαστήρια για τις πολεμικές αποζημιώσεις κατά παράβαση της αρχής της ετεροδικίας των κρατών για πράξεις jure imperii (=δημοσίου δικαίου και κυριαρχικού χαρακτήρα), που ήταν σίγουρο ότι θα χαρακτηρίζονταν οι πράξεις των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στις οποίες στηρίζαμε τις αξιώσεις μας, εκτός ίσως εκείνης του κατοχικού δανείου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως jure gestionis (= ιδιωτικού δικαίου και περιουσιακής διαχείρισης), αλλά η οποία δεν αποτελούσε μέρος των επιδίκων στα δικαστήρια αυτά απαιτήσεων, καθώς και της μη παρέμβασης του Ελληνικού κράτους στις σχετικές διαδικασίες, που θα κάλυπτε με τον τρόπο αυτό τις απαιτήσεις των πολιτών του).

 

Τα λάθη αυτά του παρελθόντος δεν πρέπει και δεν φαίνεται ότι θα επαναληφθούν και στη νέα διαδικασία της επιδίωξης των απαιτήσεων της Ελλάδας από την ΟΔΓ, έτσι ώστε να δημιουργούνται περισσότερες πιθανότητες και ελπίδες επιτυχίας της, παρά το ήδη δυσμενές κλίμα που έχει δημιουργήσει η προηγούμενη αντίστοιχη μερική επιδίωξή τους, με όχι την κατάλληλη διαδικασία και τα κατάλληλα και βάσιμα νομικά και πραγματικά ουσιαστικά επιχειρήματα, όπως αναφέραμε ήδη, που και γα αυτό απέτυχε! Έτσι, ως προς το δικονομικό σκέλος, για όλες τις απαιτήσεις, του αναγκαστικού κατοχικού δανείου μη εξαιρουμένου, θα πρέπει να ακολουθηθεί διαδικασία που να λαμβάνει υπόψη της τόσο την αρχή της ετεροδικίας των κρατών, όσο και τη ρήτρα προσχώρησης της ΟΔΓ στο Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΟΗΕ) το 2008, με την οποία το κράτος αυτό (ΟΔΓ) δέχεται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού για μόνο τις πράξεις των οργάνων του (της ΟΔΓ) που έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία αυτή προσχώρησης (2008) και ενδεχόμενα παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Πράγματι, παρά την ρήτρα αυτή της ΟΓΔ, δεν αποκλείεται να επιληφθεί παραδεκτά και βάσιμα το Διεθνές αυτό Δικαστήριο της Χάγης και για την άρνηση των Γερμανικών Αρχών να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της Ελληνικής Κυβέρνησης για τις απαιτήσεις σχετικές με τις πράξεις των ναζιστικών κατοχικών στρατευμάτων, αρκεί τις προκαταρκτικές διπλωματικές/διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ΟΔΓ, να μην ακολουθηθεί διαιτητική διαδικασία, με κίνδυνο το διαιτητικό δικαστήριο να είναι εκείνο που προβλέπεται από το Προσαρτώμενο στη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953, δηλαδή με σύνθεση μάλλον όχι και τόσο ευνοϊκή εκ των προτέρων για τα αιτήματά μας: έτσι, σε μια τέτοια περίπτωση το διαιτητικό αυτό δικαστήριο θα συνέθεταν από ένας (1) εκπρόσωπος της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ (κράτη που έλαβαν την πρωτοβουλία για τη Διάσκεψη που οδήγησε στη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953), καθώς και από ένας (1) της Γερμανίας και της Ελλάδας. Όμως, μια τέτοια σύνθεση δεν θα ήταν ευνοϊκή για τα Ελληνικά αιτήματα, λόγω της μεγάλης πιθανότητας να ψήφιζαν εναντίον των αιτημάτων αυτών, όχι μόνο ο γερμανός διαιτητής, αλλά και εκείνοι της Μ. Βρετανίας, των ΗΠΑ ή της Γαλλίας, προς αποφυγή να δημιουργηθεί απόφαση που θα αποτελούσε προηγούμενο σε περίπτωση αντιστοίχων προσφυγών (όχι βέβαια με βάση τη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 που αφορά μόνο τη Γερμανία, αλλά από άλλο Διαιτητικό Δικαστήριο) κατά των 3 κρατών αυτών, για ανάλογες αποζημιώσεις από πολέμους στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ ή άλλου όπου ενεπλάκησαν τα τρία αυτά κράτη (Μ. Βρετανία, ΗΠΑ, Γαλλία), όπως αναφέρεται σε διδακτορική διατριβή, αλλά και σε πρόσφατο άρθρο της συγγραφέας της διατριβής, σε ηλεκτρονικό δημοσιογραφικό ιστότοπο, που μάλλον έχει δίκαιο ως προς την επισήμανση αυτή. Γι’ αυτό αποτελεσματικότερη θα ήταν, κατά την άποψή μας, η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αφού όμως τηρηθεί προηγουμενως η επιβαλλόμενη γι’ αυτό προδικασία ενώπιον Γερμανικών δικαιοδοτικών οργάνων που θα καθιστούσε στη συνέχεια παραδεκτή την προσφυγή αυτή, παρά τη σχετική ρήτρα της ΟΔΓ για δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού μόνο για πράξεις οργάνων του Γερμανικού κράτους μετά το 2008: αυτό σύμφωνα με προηγούμενες αποφάσεις του ίδιου Διεθνούς Δικαστηρίου (Χάγης-ΟΗΕ) σε υποθέσεις ιδ.δ.δ. κατά βάση (όπως π.χ.εκείνη Σουηδίας/Ολλανδίας στην υπόθεση της επιτροπείας του ανήλικου Μπώλλ και της μη εφαρμογής σχετικής διεθνούς Σύμβασης της Χάγης), που όμως βρίσκουν πλήρη ανάλογη εφαρμογές και σε υποθέσεις καθαρά δ.δ.δ., όπως η δική μας για τις γερμανικές αποζημιώσεις [εκτός ίσως του κατοχικού δανείου, το οποίο αν συνάφθηκε jure gestionis μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί ως ιδ.δ.δ., επιτείνοντας έτσι την εφαρμογή των προηγουμένων αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου, ως πλήρως δεσμευτικών (binding) και όχι απλώς ενδεικτικών-πειστικών (persuasive)], αφού το Δικαστήριο αυτό (Χάγης-ΟΗΕ) δεν κάνει συνήθως τέτοιες διακρίσεις, μεταξύ ιδ.δ.δ. και δ.δ.δ., ιδίως σε θέματα παραδεκτού των προσφυγών και δικονομικού χαρακτήρα.

 

Έτσι, συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, ότι αν ακολουθηθεί η ορθή και αποτελεσματική διεθνής δικονομική οδός και διαδικασία με σύνεση και χωρίς τον ερασιτεχνισμό και την προχειρότητα του παρελθόντος, αλλά και τα ουσιαστικά, νομικά και πραγματικά, επιχειρήματά μας προβληθούν θεμελιωμένα, όπως φαίνεται να είναι πλέον, και στην κατάλληλη στιγμή και με τον κατάλληλο συνετό τρόπο και χειρισμό, ενώπιον των αρμοδίων οργάνων και όχι δημοσιογραφικά και με θόρυβο, απλώς για δημιουργία εντυπώσεων, όπως συμβαίνει συνήθως όταν κάποιος δεν είναι αρκετά σίγουρος για τον τρόπο με τον οποίο προβάλλει τις απαιτήσεις του, θέλοντας απλώς να αυτοδικαιωθεί προκαταβολικά, χωρίς να γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο συμβάλλει ακόμη περισσότερο στην τελική αποτυχία των επιδιώξεών του! Κάτι  ανάλογο ίσως συμβαίνει και σήμερα επίσης, σε κάποιον άλλο χώρο, εκείνο της αδειοδότησης των τηλεοπτικών καναλιών, όπου μερικά από αυτά που ήδη λειτουργούν, όπως τα ιδιωτικά, με προσωρινές άδειες, αντί να προτείνουν με πειστικά νομικά επιχειρήματα τις ενδεχόμενες αιτιάσεις τους κατά του διαγωνισμού στα αρμόδια όργανα κυρίως δικαιοδοτικά, προτιμούν να τις παρουσιάζουν στις τηλεοπτικές συχνότητες που διαθέτουν, καταλήγοντας ορισμένες φορές και σχετικές αποφάσεις που μάλιστα προβλέπουν και τα μέλλοντα γενέσθαι, δίκην Μαντείου των Δελφών, αλλά και παραβιάζοντας την αρχή «ουδείς κριτής και διάδικός στην υπόθεσή του», μάλλον για τη δημιουργία εντυπώσεων,… η αλήθεια να λέγεται(!):  με τον τρόπο αυτό ματαιώνονται και ακυρώνονται  τελικά τα όποια δίκαια ενδεχόμενα έχουν. Η αμετροεπής ρητορεία, πρέπει να γνωρίζουν όλοι οι ασχολούμενοι με τη νομική επιστήμη και ιδίως νομικοί σύμβουλοι και δικηγόροι, είναι ο καλύτερος τρόπος να χάσεις μια υπόθεση παρά να την κερδίσεις, γιατί δεν πείθεις, έτσι, ούτε το δικαστήριο ούτε το …ακροατήριο. Μην ξεχνάμε, ότι τελικά η μέθοδος Γκαίμπελς τους πρώτους και μοναδικούς που έβλαψε, έστω και κάπως μακροπρόθεσμα, ήταν τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες και συνεργάτες του, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ήθελαν, ίσως κι’ από μειωμένη εφυία, να πιστεύουν!

 

Αυτά προς το παρόν και ελπίζουμε ότι είναι αρκετά για να έχουμε κάποια καλύτερη επιτυχία στις επιδιώξεις μας αυτές για επανορθώσεις από την ΟΔΓ, από αντίστοιχες σχετικές ενέργειες του παρελθόντος. Μόνο αν χρειαστεί κάτι συμπληρωματικό (όπως π.χ. θα μπορούσε ενδεχόμενα να προταθεί επιπροσθέτως ως επιχείρημα, ότι οι απαιτήσεις μας παραμένουν πάντοτε ενεργές και δεν έχουν καθόλου αποσβεστεί ή αδρανήσει, η εξώδικη ομολογία της ΟΔΓ, που προκύπτει από τη ρήτρα που έθεσε στις τελευταίες δανειακές συμβάσεις της Ελλάδας με τους θεσμούς της ΕΕ και άλλα κράτη-μέλη της, ότι «η εξόφληση των δανειζομένων ποσών από την Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει με συμψηφισμό οφειλομένων ποσών από τους δανειστές της Ελλάδας», δηλαδή ήδη εκκαθαρισμένων, που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά της Γερμανίας για τις κατοχικές αποζημιώσεις και ιδίως το κατοχικό δάνειο), ή και διευκρινιστικό σχετικά, θα μπορούσαμε να επανέλθουμε, αποφεύγοντας κατά το δυνατό την ευρεία και αντιεπιστημονική και αντιδεοντολογική ευρεία διάχυση λεπτομερειών ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης, που εξάλλου ανήκει κυρίως αν όχι και αποκλειστικά στην δικαιοδοσία της Κυβέρνησης της Ελλάδας και της Βουλής των Ελλήνων και όχι σε αυτοδιοριζόμενους εθνικούς σωτήρες, γιατί για πρώτη φορά φαίνεται ότι η Κυβέρνηση χειρίζεται νομικά θεμελιωμένα και υπεύθυνα το σχετικό ζήτημα, σε αντίθεση αντίστοιχου χειρισμού από αυτοδιοριζόμενους εθνοσωτήρες, που όχι μόνο δεν ξέρουν πάντοτε επαρκώς νομικά, αλλά μάλλον αγνοούν ουσιαστικά και το ζήτημα ή συγκεκριμένες πτυχές του, κάτι που προσπαθούν συνήθως να καλύψουν με την αμετροεπή ρητορεία τους, που βλάπτει… σοβαρά την υγεία όλων μας (ιδίως την πνευματική), ίσως και περισσότερο κι’ από το… τσιγάρο που καπνίζουμε για να ξεσκάσουμε όταν ακούμε ή αναλογιζόμαστε τις ζημιές που μας έχουν κάνει τέτοιου είδους αμετροέπειες και ρητορείες, άσχετες με το παραδοσιακό πνεύμα και πολιτισμό της Πατρίδας μας, αλλά που απλώς αποτελούν κατάλοιπα ξένων επιδράσεων, όχι πάντοτε μόνο Τουρκικών! Και πάλι, «ο νοών … νοείτο», χωρίς μάλλον να χρειαστούν πρόσθετες σχετικές διευκρινήσεις, ή και πλήρεις αποδείξεις για κάποιους που ίσως τις χρειάζονται, αλλά ίσως και να μην τους αρέσουν όταν ενδεχόμενα τους δοθούν και τις κατανοήσουν πλήρως!

 

Καταλήγοντας, θα πρέπει να πούμε ότι οι θεοί ή μάλλον ο Θεός της Ελλάδας βλέπει το δίκαιά της και «έστι δίκης οφθαλμός, ος τα πάνθ’ ορά», όπως έλεγε και ο Μένανδρος, αρκεί μόνο να πορευόμαστε πάντοτε με σύνεση και μέθοδο, αλλά και έχοντας μεγάλη υπομονή και επιμονή, που απορρέουν από την πίστη στα δίκαιά μας αλλά και στη δικαιοσύνη, θεία και ανθρώπινη!

Print Friendly, PDF & Email

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. νομίζω ότι το κείμενο είναι ανοίκειο και άδικο ως προς τον θανόντα δικηγόρο Ιωάννη Σταμούλη, απ’ τον οποίο είχα την χαρά να πάρω προ 15ετίας συνέντευξη για το περιοδικό μετρό, που υπονοείται χωρίς την παρρησία να αναφερθεί ονομαστικά, και που πρώτος αυτός ανακίνησε το θέμα και όχι η καθεύδουσα ελληνική πολιτεία και τα κόμματα-επιχειρήσεις. είχε διατυπώσει τότε τις ενστάσεις του ο κ. Βούλγαρης και ποια ήταν η απάντηση; είναι λυπηρό, επιθέσεις που μοιάζουν να είναι κάτω από την ζώνη, για ένα τόσο σοβαρό θέμα.

  2. Απάντηση στο σχόλιο του κ. Ασωνίτη Αλέξανδρου. Καμία πρόθεση να θιγει η μνήμη του αείμνηστου δικηγόρου Ιωάννη Σταμούλη και γι’ αυτό δεν αναφέρεται και ονομαστικά στο κρινόμενο άρθρο: τον αείμνηστο συνάδελφο του δικηγόρο, καθώς και πρώην ευρωνουλευτή και Νομάρχη Βοιωτίας γνώριζε ο συντάκτης του σχολιαζόμενου άρθρου και εκτιμούσε προσωπικά, όμως διαφωνούσε ριζικά ως προς την επιχειρούμενη διαδικασία, που, τουλάχιστον κατά την ταπεινή απόψη του συντάκτη του άρθρου αυτού και όχι μόνο, δεν ήταν η πιό κατάλληλη και ορθή και συνεπώς επρόκειτο μάλλοννα αποτύχει, όπως και έγινε. Αυτό, όχι μόνο είχε διαμηνυθεί στον ίδιο τον αείμνηστο Σταμούλη, όταν παλαιά ζητήθηκε από τον συντάκτη του κρινόμενου άρθρου να συμμετάσχει στη σχετική διαδικασία, αλλά και αναφέρθηκε δημόσια, σε επιστημονική εκδήλωση που έγινε στις άρχές της χιλιετίας μας στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ για το ίδιο θέμα και στο οποίο συμμετείχαν, εκτός του συντάκτη του άρθρου και άλλοι συνάδελφοί του καθηγητές διεθνούς δικαίου (δημοσίου τε και ιδιωτικού) και από άλλες Νομικές Σχολές της Χώρας, καθώς και πολιτικοί από διάφορα πολιτικά κόμματα, μεταξύ των οποίων και εν ενεργεία ή διατελεσαντες Υπουργοί: κοινή πεποίθηση, όλων των συμμετεχόντων στην εκδήλωση αυτή της Κομοτηνής τότε, ήταν ότι η μέθοδος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν η ενδεικνυόμενη νομικά και κινδύνευε να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα προσπαθούσε να λυσει, υποθηκεύοντας μελλοντικά την επιλυσή τους. Ουδείς κατηγόρησε τον αείμνηστο Ι. Σταμούλη ότι είχε προσωπικό συμφέρον προς τούτο, ή ότι δεν είχε τις καλύτερες προθέσεις και έκανε γιγάντιες προσπάθειες για να τις επιτύχει (κάτι που αναφέρεται και στο σχολιαζόμενο άρθρο, έστω κι’ αν αυτό δεν έτυχε της δέουσας προσοχής από τον σχολιάζοντά το, ώστε να κρίνει ότι πρόκειται για κτήπημα κάτω από τη ζώνη). Όμως δεν αρκούν πάντοτε οι καλές προθέσεις, αλλά απαιτείται και η κατάλληλη μέθοδος, που δυστυχώς δεν είναι πάντοτε (θα λέγαμε μάλλον ποτέ!) η δημόσια διαφήμιση και αυτοδικαίωση, που δυστυχώς πολλοί νομικοί αλλά και μη νομικοί θεωρούν ως αποτελεσματική, επειδή νομίζουν ότι έτσι δημιουργούν ευνοϊκό κλίμα για τα δίκαια που καλόπιστα υποστηρίζουν. Είναι ακριβώς κάτι που δεν πρέπει να κάνει κάποιος αν θέλει να κερδίσει ουσιαστικά την υπόθεση που υποστηρίζει με βάσιμα επιχειρήματα: τέτοια επιχειρήματα στην υπόθεση των Γερμανικών αποζημιώσεων υπήρχαν, συνεχίζουν να υπάρχουν και ίσως να φέρουν καλύτερα αποτελέσματα με κάποια καλύτερη μέθοδο προβολής τους. Κάτι που μέχρι σημερα έχει αποδειχτεί περίτρανα, με εξαιρέσεις βέβαια που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα και αυτές μάλιστα ελαχιστότατες μακροπρόθεσμα.
    Ο συντάκτης του σχολιαζόμενου, αλλά και κρινόμενου άρθρου αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει τον κρίνοντα το άρθρο του, γιατί έτσι δόθηκε η ευκαιρία να συζητηθούν καλύτερα ορισμένες πτυχές του θέματος και γι’ αυτό γίνουν ίσως καλύτερα και ευρύτερα γνωστές και κατανοητές: εξάλλου, αυτό είναι το προτέρημα κάθε καλόπιστης συζήτησης ή και κριτικής. Η άκριτη (χωρίς καλόπιστη κριτική) αντίθεση ευνοεί το ψεύδος και την κωλακεία και δημιουργεί «μια αυτοθαυμαζόμενη κοινωνία» (self admiring society), στην οποία μάλλον ή σίγουρα δεν ανήκουν,τόσο ο συντάκτης του κρινόμενου άρθρου, ούτε ο σχολιαστής του, όσο και ο αείμνηστος Ιωάννης Σταμούλης, την μνήμη και την εντιμότητα του οποίου τιμά ο συντάκτης του σχολιαζόμενου άρθρου, αλλά κρίνει επιστημονικά και αντικειμενικά ορισμένες πράξεις , για να μην επαναληφθούν με το ίδιο ή και μεγαλύτερο κόστος και στη συνέχεια!
    Αν και δόθηκαν, νομίζουμε, όλες οι αναγκαίες διευκρινήσεις, παραμένουμε πάντοτε στην πλήρη κατα το δυνατό διάθεση όποιου θα έκρινε ότι χρειάζονται και άλλες , αρκεί βέβαια να τύχουν προσοχής μας: γι’ αυτό, εξάλλου, συνεχώς αναφέρεται στα άρθρα μας και η σχετική ηλεκτρονική μας διεύθυνση (ivoulga@law.duth.gr), χωρίς βέβαια αυτό να έχει ως αποτέλεσμα, να στερεί το ευρύτερο κοινό της σχετικής κριτικής και της συζήτησης, ώστε ναμπορεί να την παρακολουθήσει
    Ευχαριστώντας και πάλι, τόσο για τα σχόλια, όσο και για την φιλοξενία της απάντησής μας,
    Ιωάννης Χ. Βούλγαρης, Ομότιμος Καθηγητής Ιδιωτικού διεθνούς και συγκριτικού δικαίου, Επίτιμος Δικηγόρος Αθηνών.

  3. ευχαριστώ πολύ για την απάντηση, κε Βούλγαρη, και ελπίζω με την νομική μέθοδο που προτείνετε να τελεσφορήσει η διεκδίκηση των αποζημιώσεων, επανορθώσεων, δανείου και όλων των άλλων ελληνικών απαιτήσεων χρησιμοποιώντας ό,τι μπορούμε από το νομικά μας επιχειρήματα και γνώσεις.

  4. Κι’ εγώ το ελπίζω, αλλά χωρίς υπερβολές, κ. Αλεξ. Ασωνίτη, γιατί στα νομικά ως κοινωνική επιστήμη, στην οποία επεμβαίνει έντονα τόσο το θυμικό όσο και τρο βουλητικό και όχι μόνο το γνωστικό, όπως στις θετικές επιστήμες, τίποτε δεν είναι σίγουρο πριν κλείσει οριστικά μια υπόθεση και βγεί τελική σχετική απόφαση κάποιου οργάνου: ακριβώς για τον λόγο αυτό δεν συνιστάται μεθοδολογικά και στρατηγικά η μεγάλη και έντονη προβολή των οποιων επιχειρημάτων υπάρχουν ή ακόμη… δεν υπάρχουν, ιδίως όχι ενώπιον των αρμοδίων οργάνων και για δημιουργία εντυπώσεων, που ορισμένοι νομικοί, της πράξης ή της θεωρία ή και των δύο (ευτυχώς λίγοι) νομίζουν λανθασμένα ότι δημιουργούν προηγούμενο για την επιτυχή κατάληξη των επιδιώξεών τους.Το ότι το λάθος αυτό γίνεται τις περισσότερες φορές ακούσια και όχι από πρόθεση, δεν μειώνει και πολύ τις δυσμενείς συνέπειες της πρακτικής αυτής, κάτι που ήθελα να καταδείξω με το άρθρο μου, αλλά και με την προηγούμενη απάντηση: γι΄αυτό και δεν συνηθίζω να κρίνω πρόσωπα, αναφέροντας συγκεκριμμένα ονόματα, αλλά μόνο πράξεις συγκεκριμένες, αφού δεν είμαι δικαστής, αλλά απλώς ένας νομικός που μπορεί να εκφέρει κάποια επιστημονική γνώμη ή και κριτική για μιά συγκεκριμένη κατάσταση με νομικές πτυχές. Αντίθετα, δέχομαι πλήρως την όποια κριτική, ακόμη και προσωπική, των απόψεών μου, αρκεί να είναι καλόπιστη, όπως ήταν η δική σας και γι’ αυτό σας ευχαρίστησα, πέρνοντας επίσης και την ευκαιρία να δώσω κάποιες περισσότερες διευκρινήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το θέμα. Δεν θα προχωρήσω όμως περισσότερο ως προς αυτές για να μην παραβιάσω την παραπάνω αναφερόμενη αρχή, που προς Θεού, δεν είναι μόνο δική μου, αλλά της συντριπτικής πλειοψηφίας όχι μόνο των νομικών, πιστεύοντας ότι την υπόθεση των Γερμανικών αποζημιώσεων χειρίζονται πλέον τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, με σύνεση, μέθοδο και υπευθυνότητα και γι’ αυτό υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να δικαιώθούμε, τουλάχιστον για μερικές από τις διεκδικήσεις μας και πρωτίστως για το κατοχικό αναγκαστικό δάνειο. Κάτι τέτοιο θα αποτέλουσε και Δικαιοσύνη, θεία τε και ανθρώπινη, για όλα όσα υπέστη η Πατρίδα μας, ανεξάρτητα προσωπικών επιδιώξεων, που δεν μπορεί να συντρέχουν σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, εξ’ ου και ο τίτλος του άρθρου μου (Έστι δικής οφθαλμός….!).

    Με εγκάρδια αισθήματα και Tιμή,

    Ιωάννης Χ. Βούλγαρης (ivoulga@law.duth.gr)

  5. Δεν προτεινα κάτι τέτοιο κ. Ασωνίτη: αντίθετα, πιό επίσημα και δημόσια – δηλ. από κράτος προς κράτος και στα αρμόδια όργανα, όπως προτείνεται από την Κυβέρνησή μας και συμφωνώ απολύτως- δεν γίνεται. Και αυτό μου δνειι την ευκαιρία να προσθέσω, ότι η προηγούμενη λανθασμένη διαδικασία που δυστυχώς απέτυχε, οφειλόταν ίσως στο ότι η Επίσημη Πολιτεία και οι Κυβερνήσεις που την εκπροσωπούσαν τότε «κάθευθαν προκλητικά» όπως το λέτε και εσείς στο 1ο σας σχόλιο, κάτι που μόνο ίσως δικαιολογούσε τον μεγάλο θόρυβο που συνόδευε τις προηγούμενες, όχι με ορθο τρόπο (το επαναλαμβάνω) επιδιώξεις των γερμανικών αποζημιώσεων ή μέρους αυτών: μάλλον ο θόρυβος απέβλεπε μήπως και τις ξυπνήσει και συμμετάσχουν κι’ αυτές (ή συγκεκριμενη κάθε φορα Κυβέρνηση, απως αφήνει να εννοηθεί ακόμη και η δυσμενής για τα αιτηματα μας αυτά τελευταία απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης), αλλά φεύ (!) ούτε αυτό συνέβη και γι’ αυτό μόνο ο αείμνηστος Ι Σταμούλης δεν μπορεί να φταίει, «η αλήθεια και πάλι να λέγεται». Επι πλέον θα ήθελα να επαινέσω και για κάτι άλλο τον αείμνηστο Σταμούλη, ή την μνήμη του πλέον: μπορεί να ακολούθησε μάλλον λάθος διαδικασία και μέθοδο, μεταξύ των οποίων η μεγάλη δημοσιότητα που δεν είχε μεγάλη σημασία στην αποτυχία του εγχειρήματος, απλώς εφταιγε η διαδικασία (η οποία όπως είπαμε ‘εγινε όχι ορθά γιατί οι επίσημη Πολιτεία και κυρίως οι τότε Κυβερνήσεις της ολιγωρησαν, «ως μη έδη» και γι΄αυτό ο αείμνηστος Σταμούλης και οι συνεργατες του ανέλαβαν να καλύψουν το κενό που άφηνε η ολιγωρία αυτή και που ήταν όμως η κύρια αιτία της αποτυχίας μας), όμως η λανθασμένη διαδικασία αυτή μόνο προβοκατόρικη δεν ήταν και μπορεί «επ’ οδενί τρόπω και λόγω» να χαρακτηριστεί, έτσι, όπως από την άλλη μεριά ορισμένες ίσως πράξεις των αντιδίκων μας ή πολιτών τους, τις οποίες, ευτυχώς με άρθρο σας στον ίδιο ιστότοπο (Press Publica.gr), φέρατε στη δημοσιότητα και σας συγχαίρω (Τα αρχαία ελληνικα και οι γερμανικές αποζημιπωσεις,,,). Συγκεκριμενα, πρόκειται για τον ανεγκεφαλο νεαρό (δεν φταίει η ηλικία του, το τονίζω και πάλι) γερμανό τουρίστα (; και για αυτόν?), ο οποίος με το μπλουζακι, που έγραφε στα αγγλικά «είμαι Γερμανός, σκοτώστε με!» και του φόρεσαν μερικοί γωστοί-άγνωστοι και «γερο-ξούρες» (σ’ αυτούς φταίει και η ηλικία τους, αλλά κυρίως ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν άλλη δουλειά, απ’ αυτή που κάνουν και που δεν προσφέρει τίποτε ούτε σ’ αυτούς, ούτε σε κανέναν άλλο, ασχετο αν οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν ή κάνουν να μη το καταλαβαίνουν), και κυκλοφορόντας έτσι μπροστα στο Προεδρικό Μέγαρο κατα μήκος του απέναντι πεζοδρομίου του Εθνικού Κήπου προσπάθησε να προβοκάρει τους Ελληνες, πιστεύοντας ότι θα φάει ξύλο απ’ αυτούς και έτσι θα δυσφημίσει την Ελλάδα και τους πολίτες της, ή, στην αντίθετη περίπτωση που και έγινε, πιστός στα του συμπατριώτη του και μάλλον ομοϊδεάτη του Γκαίμπελς φασιστικά διδάγματα, να δυσφημίσει και πάλι την Ελλάδα και τους πολίτες του με την ανοίκεια και παρανοϊκή κομπορημοσύνή του, αντίστοιχη με αυτή του μάλλον επίσης ομοϊδεάτη του Α. Χίτλερ, που με παρόμοιες κομπορημοσύνες έφεραν του σημερινούς πολίτες τις Γερμανίας να πρέπει να απολογούνται σήμερα, έστω κι’ αν δεν έφταιγαν αυτοί ή όλοι αυτοί (σύγχρονοι Γερμανοί), Κάτι που τελικά, με το άρθρο σας κ. Ασωνίτη, γύρισε μπούμεραγκ, τόσο στο νεαρό αυτό Γερμανο, όσο και στους «γερο-ξούρες» που ενδεχόμενα τον έβαλαν, ανεξαρτήτως ιθαγένειας των τελευταίων (γιατί αυτοί μόνο πατρίδα και Θεό δεν έχουν, αλλά μόνο στο χρήμα πιστεύουν οι περισσότεροι απ’ αυτούς, με τις εξαιρέσεις ορισμένων που ξέρουν να ζητούν και συγγνώμη ακόμη και για πράξεις συναδέλφων τους όταν πρέπει, που και πάλι απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα, όπως θα καταλάβουν μερικοί εξ’ αυτών, αν όχι ας ζητήσουν οι ίδιοι περισσότερες διευκρινήσεις και που θα είναι ακόμη πιό πειστικές , αν όχι και πολύ ευχάριστες ακόμη και για τους ίδιους) .

    Ευχαριστώντας σας και πάλι για όσα μου δώσατε την ευκαιρία να προσθέσω ή και να τονίσω περισσότερο και πιστεύοντας ότι δεν είμαι ο μόνος που γνωρίζω μερικά πράγματα, αλλά υπάρχουν πλέον και πολλοί άλλοι που γνωρίζουν τα ίδα και ακόμη περισσότερα απο μένα και μάλιστα ικανότατοι να τα υποστηρίξουν ίσως και καλυτερα και γι΄αυτό έχω σταθερή πεποιθηση στην επιτυχία των σχετικών επιδιώξεών μας τις οποίες χειρίζονται πλέον τα αρμόδια κατά το διεθνές δίκαιο, όργανα της Ελληνικής Πολιτείας ,με σύνεση και υπευθυνότητα, την οποία βλέπει και σταθμίζει αρμοδίως ο «δίκης οφθαλμός, ος τα πανθ’ ορα», είτε αυτό ΄μας αρέσει (΄συντριπτική πλειοψηφία των συνανθρώπων μας και όχι μόνο των συμπολιτών μας, ασχετα αν στους τελευταίους η πλειοψηφία αυτή είναι κάπως μεγαλύτερη και πιό πιστή), ή όχι (μικρή και ασήμαντη πλειοψηφία, άσχετα με τις φωνασκίες και τις προβοκάτσιές τους με τα οποία πιστεύουν βλακωδώς ότι θα καλύψουν την έλλειψη επιχειρημάτων και κυρίως δικαίου εκμμέρους τους.
    Αυτό είναι το Πιστεύω μας, όχι μόνο ως ταπεινός υπηρέτης της Θέμιδας, έστω και συνταξιούχος (ομότιμος ή επιτιμος), αλλά όχι και ξένος πλέον προς Αυτήν και τις Εντολές της, είτε προήλθαν από «φλεγόμενο θάμνο» ,είτε, πιό σίγουρα, από καιόμενα μυαλά για Δικαιοσύνη, θεία και ανθρώπινη), αλλά κυρίως ως Ανθρωπος και ιδίως ως Έλληνας, αφού οι Ελληνες είναι εκείνοι που θεοποίησαν ακόμη και την ανθρώπινη δικαιοσύνη, άσχετα, αν μερικοί, ευτυχώς πολύ λίγοι, σύγχρονοι Έλληνες προσπαθουν με τις πράξεις τους να δείξουν το αντίθετο: και πάλι η μικρή αυτή εξαίρεση επιβεβαιώνει περιτρανα τον κανόνα.
    Ίσως να μη χρειαστεί να συνεχίσουμε κι άλλο αυτή τη συζήτηση, τουλάχιστον μεταξύ μας κ. Αλεξ. Ασωνίτη, αφου μάλλον δεν διαφωνούμε ουσιαστικά σε πολλά ή μάλλον σε τίποτα, για να μη θεωρηθεί από τους αναγνωστες μας ,ή, έστω και μερικούς μόνο από αυτούς, ως «στημένη», που δεν είναι καθόλου και για τους δύο μας , ή ακόμη περισσότερο να μη θεωρηθούμε μέλη μιάς αυτοεπικροτούμενης ή και αυτοθαυμαζόμενης κοινωνίας, που και πάλι μάλλον ή σίγουρα δεν είμαστε. Τώρα άν κάποιοι άλλοι, τρίτοι δεν κατάλαβαν πολλά που έπρεπε να καταλάβουν και ζητήσουν να περέμβουν, με το καλό να το κάνουν και θα προσπαθήσουμε να τους δωσουμε, ή τους δώσω, ίσως πιό πειστικές και γι’ αυτους απαντήσεις: Ιδού η Ρόδος, χωρίς όμως … το πήδημα, στο οποίο δεν ειδικευόμαστε, γι αυτό ας ψάξουν να βρούν άλλους, ακόμη και Ολυμπιονίκες, απο τους οποίους διαθέτει αρκετούς η Ελλάδα, σχετικά με τη έκτασή της και τον πληθυσμό της, αλλά που αναλογούν ακριβώς στην διεθνή προβολή του Πολιτισμού μας, αρχαίου, αλλά και σύγχρονου (ως προς το ήθος και το πνεύμα άλλο όχι και την εμπορεύσιμη ύλη) ,γιατί Πολιτισμός δεν είναι μόνο Swo Bizs, που ίσως δεν είναι και καθόλου,αλλά το αντίθετο, με το περιεχόμενο που έχει ο όρος αυτός πλέον στο σύγχρονο κόσμο του…θεάματος και μόνο, όπου μέγαλύτερη αξία έχουν τα οπίσθια (και γ’ αυτό προβάλλονται έντονα) απο το κεφάλι και το περιεχόμενό του, που πολύ σπάνια το βλέπουμε γιατι απλά μάλλον δεν υπάρχει!

    Με εγκάρδια αισθήματα και με τιμή, για όσους τα αξίζουν, βέβαια, και το δείχνουν με τον τρόπο που διεξάγουν τη συζήτηση, όπως εσείς κ. Ασωνίτη, αλλάι όχι και για όποιους με διάφορες βλακώδεις διαβολίες προσπαθούν να διαστρέψουν την πραγματικότητα. ΅Σ’ αυτούς αξίζει η πειφρόνηση και μόνο: oi όποιες αποτυχίες τους στις κουτόπονηριές τους αυτές είναι και η πλήρης επιβεβαίωση στην περιφρόνισή τους αυτή.

    Και πάλι γειά και χαρά σε όλους νοήμονες ή και μη εδώ: η ευγένεια το επιβάλει, ακόμη και για τους τελευταίους ,ευτυχώς λίγους και γι’ αυτό μάλλον ανύπαρκτους, αλλά όχι τοσο ώστε να τους στερεί και την αναγκαά συμπόνοια μας και γι’αυτό και ευγενική αποστροφή μας, ως προς αυτούς πάλινκαι μόνον και » ο νοών νοείτο»!

    Ιωάννης Χ. Βούλγαρης (ivoulga@law.duth.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here